Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 15, 2012

Η απάντηση ενός «νεοφιλελεύθερου ψευδοαριστερού μαρξιστή»

Γράφοντας το τελευταίο άρθρο περί της σειράς του Ant1 «Σουλεϊμάν» σαφώς και περίμενα ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις από τους γνωστούς «εθνικιστικούς κύκλους». Το εύρος των αντιδράσεων αρχικά με εξέπληξε. Βέβαια όταν επισκέφτηκα την ιστοσελίδα του «Άρδην» κατάλαβα. Ανάρτηση καλούσε τους φαν του κ. Καραμπελιά να επισκεφτούν τη σελίδα του «Βήματος» και απαντήσουν στις «ανοησίες» μου. Εξ ου και τα τόσα εκπληκτικής ομοιότητας σχόλια. Καθότι η πενία (σκέψης) τέχνας κατεργάζεται, η ένδεια επιχειρημάτων υποκαθίσταται με προσωπικούς χαρακτηρισμούς. Έτσι, μαθαίνω ότι είμαι «δημοσιογραφικό φερέφωνο», ότι έχω «παλαιομοδίτικες ψευδοαριστερές ιδεοληψίες», ενώ την ίδια στιγμή είμαι «νέο-φιλελεύθερος» και το γραπτό μου είναι δείγμα «κακοχωνεμένου μαρξισμού». Ένας νεοφιλελεύθερος ψευδοαριστερός μαρξιστής. Καλό!

Όμως ο κ. Λεωνίδας Κουμάκης σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε σε διάφορα μπλογκ πάει τους χαρακτηρισμούς αυτούς ένα βήμα παραπέρα. Υποστηρίζει ότι έγραψα το συγκεκριμένο άρθρο κατ’ εντολή μετόχου του Mega! Το σκεπτικό του είναι λίγο προωθημένο μέσα στον απλοϊκότητά του, αλλά εξίσου συνομωσιολογικό με τις θεωρίες του κ. Καραμπελιά.

Σύμφωνα με αυτό: το Mega προβάλλει τούρκικα σίριαλ. Ο Ant1 προβάλλει τουρκικά σίριαλ. Άρα το Mega δε μπορεί παρά να είναι αλληλέγγυο στον Ant1. Το Mega συνδέεται με τον ΔΟΛ άρα, δε μπορεί, κάποιος από τον ΔΟΛ έβαλε τον Δ. Τζίνη να γράψει το συγκεκριμένο άρθρο.

Εδώ βεβαίως λανθάνουν πλείστα όσα λογικά άλματα καθώς και μια σοφιστεία μέσω της χρήσης συλλογισμού «λήψης του ζητουμένου» (όταν δηλ. κάτι που πρέπει να αποδειχτεί λαμβάνεται ως αυταπόδεικτο).

Ας σοβαρευτούμε. Δε προτίθεμαι να κάνω μαθήματα ρητορικής στον κ. Κουμάκη, απλά θα του συστήσω να διαβάζει λίγο πιο προσεκτικά. Αν το κάνει αυτό, ίσως την επόμενη φορά να δει ότι το άρθρο αυτό ήταν κάτω από την ενότητα «Γνώμες Αναγνωστών», έτσι ώστε να μην εκτίθεται τόσο εύκολα…

Επί της ουσίας, απάντηση σε όσα υποστηρίζω δεν πήρα. Συνεχίζω να μην μπορώ να αντιληφθώ γιατί να πρέπει να «κοπεί» μια σειρά (έστω και αν είναι «κακή», έστω και αν προσωπικά δεν μου αρέσει, ούτε την παρακολουθώ). Είναι σαν να υποστηρίζεις ότι επειδή σαν λαός δεν έχουμε οξυμένη κριτική ικανότητα, είναι φρόνιμο να μην εκτιθέμαστε σε «κακές» επιρροές.

Ακόμα λοιπόν και αν αυτή η σειρά είναι για κάποιους «κακή», «ανιστόρητη» και «προπαγανδιστική» έχουμε αρκετούς λόγους να συνεχίσει να προβάλλεται. Αντίστοιχοι φόβοι με αυτούς του κ. Καραμπελιά διατύπωναν οι συντηρητικοί της Μ. Βρετανίας στα μέσα του 19ου αιώνα. Η ελευθερία του λόγου ενέχει τον κίνδυνο να εισάγει δαιμόνια στην κοινωνία υποστήριζαν (και) τότε οι επικριτές της, για να πάρουν την κατάλληλη απάντηση από τον μεγάλο Άγγλο φιλόσοφο Τζον Στούαρτ Μιλ. “«Τι έχουμε να φοβηθούμε;» ρωτούσε ο Μιλ. Αν οι ιδέες, οι απόψεις που δημοσιοποιούνται είναι καλές, τότε η κοινωνία βρίσκεται στο κέρδος. Αν οι ιδέες που ελεύθερα δημοσιοποιούνται είναι κακές τότε εκτίθενται και θωρακίζουν τις καλές απόψεις που ήδη έχουμε.

Γι’ αυτό αφήστε τον κόσμο να εκτίθεται και στο τέλος θα έχουμε κέρδος έτσι κι αλλιώς” (Πάσχος Μανδραβέλης, «Η Καθημερινή», 22.03.2009). Κέρδος από προσταγές του τύπου «μην δεις», «μην αγοράσεις τα προιόντα που διαφημίζονται στην τάδε σειρά» και άλλα γραφικά, δεν πρόκειται να έχουμε. Δε χρειάζεται να είσαι δα και ο Τζον Στουάρτ Μιλ για να το καταλάβεις…

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 11.09.2012

Γερμανία - Ελλάδα: Μια κοινωνικοπολιτική προσέγγιση του ποδοσφαιρικού αγώνα


Τις προηγούμενες μέρες με αφορμή τον ποδοσφαιρικό αγώνα Γερμανίας – Ελλάδας έκανε την εμφάνισή της μια έντονη «πολιτικοποίηση» του ποδοσφαίρου: στην πιο αθώα της έκφανση είχε την μορφή διεκδίκησης μιας άτυπης ρεβάνς απέναντι στους Γερμανούς και την πολιτική τους, στη δε «ριζοσπαστικότερη» εκδοχή της ήταν μπολιασμένη με στοιχεία εθνικισμού και αφέλειας ή ανοησίας ότι με μια νίκη στη μπάλα θα σβήσουμε τα χρέη μας και θα καθυποτάξουμε μια για πάντα τους κακούς μας δαίμονες.

Μιας και το σενάριο της νίκης δυστυχώς δεν επαληθεύτηκε ας μου επιτραπεί ως ποδοσφαιρόφιλος (και χωρίς να διεκδικώ δάφνες επιστημονικής - κοινωνιολογικής τεκμηρίωσης) να επιχειρήσω να αντιστρέψω τη λογική του σχήματος που περιέγραψα παραπάνω. Παρακολουθώντας τον αγώνα διαπίστωσα σε εκπληκτικό βαθμό ότι πολλά από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους δύο αυτούς λαούς έκαναν την εμφάνισή τους στον αγωνιστικό χώρο του «PGE Arena» καθώς και σε προηγούμενους αναμετρήσεις των δύο ομάδων.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να «πολιτικοποιήσουμε» τον ποδοσφαιρικό αυτό αγώνα, ή έστω να βρούμε ομοιότητες στη συμπεριφορά των ομάδων σε σχέση με τις κοινωνίες των δύο χωρών. Η Γερμανική ομάδα εμφανίζει πολλές αρετές στο παιχνίδι της. Είχε ποιότητα, οργάνωση, υπομονή και επιμονή. Πρόκειται για μια καλοδουλεμένη ομάδα, γεγονός που οφείλεται όχι μόνο στο πλεόνασμα ταλέντου που υπάρχει στη χώρα αλλά (κυρίως) στη μεθοδικότητα με την οποία δουλεύουν στη Γερμανία από το επίπεδο των πολύ μικρών ηλικιών. Είχε και κάτι που εμείς κατά κανόνα χλευάζουμε, ένα έντονο πολυ-πολιτισμικό στοιχείο: παίκτες τουρκικής, τυνησιακής, γκανέζικης, πολωνικής καταγωγής φορούσαν το γερμανικό εθνόσημο, όντας περήφανοι γι’ αυτό.

Οι Έλληνες παίκτες χαρακτηρίζονταν από πάθος και αυτοθυσία που υπερκάλυπταν τις τακτικές – οργανωτικές αδυναμίες τους, αλλά που συνήθως δεν επαρκεί όταν η αντίπαλη ομάδα είναι καταφανώς ανώτερη σε ποιοτικό επίπεδο. Ο Γιώργος Καραγκούνης είναι η επιτομή της ελληνικής αντιφατικότητας, ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο: μπορεί να βάλει γκολ σαν αυτό με τη Ρωσία με την εξυπνάδα και το πάθος του και ταυτόχρονα να προσπαθεί να εκβιάσει σφυρίγματα του διαιτητή με θεατρινίστικες ενέργειες (κομμάτι του ελληνικού DNA κι αυτό, κωδικοποιημένα το κοινωνικό φαινόμενο που αναφέρουμε ως «καπατσοσύνη»).

Συνοψίζοντας αυτήν την κοινωνικοπολιτική προσέγγιση του αγώνα οδηγούμαι στο συμπέρασμα (βιωμένο και στην καθημερινή ζωή) ότι το πάθος και η αυταπάρνηση δεν αρκούν όταν δε συνοδεύονται από αντίστοιχη ποιότητα, οργάνωση και υποδομές. Επίσης, η ανεκτικότητα στο διαφορετικό φαίνεται όχι μόνο στη θεωρία (λεκτικός αντιρατσισμός) αλλά κατά βάση στην πράξη. Τέλος, οι αυτοκαταστροφικές μας συμπεριφορές (βλ. περίπτωση Καραγκούνη) μπορούν να χαλάσουν την καλή εικόνα που με κόπο προσπαθούμε να χτίσουμε.

Αν τώρα σε όλα αυτά βλέπετε κάποιες αμυδρές ομοιότητες με πρόσωπα και καταστάσεις, δε μπορώ παρά να αντιστρέψω το παλιό τηλεοπτικό ρητό: οποιαδήποτε ομοιότητα δεν είναι καθόλου μα καθόλου συμπωματική...

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 25.06.2012

Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2008

Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και οι υβριστές…

Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πέρασε τα ξημερώματα της προπερασμένης Δευτέρας στην Ιστορία. Και αυτή είναι που θα τον κρίνει: Διότι τα περισσότερα από όσα λέγονται τώρα –είτε αυτά είναι θετικά είτε είναι αρνητικά– εμπεριέχουν το στοιχείο του συναισθηματισμού. Κι όπως γνωρίζουμε, ο συναισθηματισμός δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος, πόσο μάλλον όταν προσπαθείς να αποτιμήσεις των παρουσία ενός δημοσίου προσώπου.

Τα τελευταία δέκα χρόνια που βρέθηκε στο τιμόνι της Ελλαδικής Εκκλησίας, ο Χριστόδουλος, δημιούργησε συμπάθειες, αντιπάθειες, έριδες, βρέθηκε στη δίνη οικονομικο-δικαστικών σκανδάλων, αλλά κυρίως δεν έμεινε αδρανής. Είχε γνώμη και την έλεγε. Πολλές φορές οι απόψεις του ενοχλούσαν, ενώ σε μερικές περιπτώσεις μάλλον ξεπέρναγε τα όρια του ρόλου του, ως θρησκευτικός ηγέτης. Σίγουρα όμως δεν πέρναγε απαρατήρητος. Ό, τι έκανε ή έλεγε σήκωνε συζητήσεις…

Αυτό που μου προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση, είναι η συζήτηση που έχει αναπτυχθεί μετά το θάνατο του Αρχιεπισκόπου και ομολογώ ότι δε μπορώ να την παρακολουθήσω. Με εντυπωσιάζει ο έκδηλος ενθουσιασμός κάποιων –οι οποίοι μάλλον δεν έχουν και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα της εκκλησίας– για το τέλος του Χριστόδουλου –πως μπορείς να χαίρεσαι όταν φεύγει κάποιος; Αυτός ο ενθουσιασμός, όμως, δεν κρύβεται και εξωτερικεύεται με φοβερής έμπνευσης συνθήματα (μέχρι και ευχαριστίες στον «καρκίνο»…), τα οποία μόνο αηδία προκαλούν…

Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Χριστόδουλος ήταν ο τέλειος Αρχιεπίσκοπος. Εξάλλου δεν είμαστε όλοι θρήσκοι και –ως εκ τούτου– δεν προσεγγίζουμε όλοι το θέμα με τα ίδια κριτήρια. Ωστόσο, θεωρώ πως είναι τελείως διαφορετικό το να διαφωνείς με τα πεπραγμένα κάποιου, με το να χυδαιολογείς πάνω από έναν νεκρό. Οι αρχαίοι Έλληνες, που τόσο μας αρέσει να λέμε ότι είμαστε άξιοι συνεχιστές τους, θα το χαρακτήριζαν ύβρη...

Δ. Τζ.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2007

Χριστουγεννιάτικες αναζητήσεις…

Είμαστε στην εβδομάδα των Χριστουγέννων. Τα εμπορικά γεμίζουν από κόσμο, σε σημείο που –απηυδισμένοι– λέμε μέσα μας ότι δεν θα ξαναπάμε για ψώνια την τελευταία στιγμή. Εις μάτην, όμως. Λίγο η έλλειψη χρόνου λόγω υποχρεώσεων, λίγο η αναβλητικότητα που μας χαρακτηρίζει ως λαό, το «λάθος» θα επαναληφθεί…

Η ίδια εικόνα και στο κέντρο της πόλης. Στον πεζόδρομο της Ερμού χιλιάδες κόσμου ανεβοκατεβαίνει. Είναι περίοδος γιορτών, κι όμως όλοι τρέχουν «να προλάβουν» (τι;). Μάλλον βιαζόμαστε από συνήθεια. Για θέση για παρκάρισμα ούτε λόγος. Αν κάνεις το λάθος και κατέβεις με το αυτοκίνητο στο κέντρο θα το μετανιώσεις. Η ίδια εικόνα και στου «Ζόναρς», την ιστορική αθηναϊκή καφετέρια που ξανάνοιξε στον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου. Κόσμος πολύς περιμένει υπομονετικά να αδειάσει κάποιο τραπέζι για να πιεί τον καφέ του, τον οποίο πάντως θα πληρώσει ακριβά…

Με όλη αυτή την καταναλωτική υστερία, αναρωτιέμαι αν βρίσκουμε λίγο χρόνο –εν μέσω των γιορτών– για να σκεφτούμε, να προσπαθήσουμε να «αποκρυπτογραφήσουμε» κάθε τι που μας προβληματίζει, αλλά και να απαντήσουμε στο τι σημαίνουν για μας τα Χριστούγεννα.

Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, προφανώς, αφορά τον καθένα μας ξεχωριστά. Ωστόσο, νομίζω ότι γενικά η μεγάλη πλειονότητα του κόσμου βλέπει τα Χριστούγεννα ως μια (ακόμα) ευκαιρία για ξεκούραση. Έπειτα είναι και οι αναπόφευκτες (και ανιαρές πολλές φορές) κοινωνικές υποχρεώσεις. Χρόνος για πνευματικές αναζητήσεις μάλλον δεν υπάρχει. Χειρότερα: δεν έχουμε ιδιαίτερη διάθεση να προβληματιστούμε, ίσως φοβούμενοι ότι οι σκέψεις μας θα χαλάσουν το γιορτινό σκηνικό.

Απ’ την άλλη, τα Χριστούγεννα είναι τόσο κοντά στην αλλαγή του χρόνου που αναπόφευκτα, σχεδόν συνειρμικά και αυτόματα, καλούμαστε να «ζυγίσουμε» τα θετικά και τα αρνητικά της χρονιάς που πέρασε. Θα σκεφτούμε για λίγο το που ήμασταν ένα χρόνο πριν, που πήγαμε και τι θέλουμε να αλλάξει «από Δευτέρα». Σχέδια επί χάρτου, δηλαδή…

Παρά, πάντως, την εμπορευματοποίηση τους και τη μειωμένη διάθεση μας για πνευματικές αναζητήσεις, τα Χριστούγεννα μας δημιουργούν μια ιδιαίτερη διάθεση προσφοράς στους γύρω μας. Έτσι, είτε αγοράζοντας κάρτες της Unicef, είτε μαζεύοντας κάποια παλαιά ρούχα που δε μας χρειάζονται για να τα δώσουμε σε κάποιον που τα έχει ανάγκη, με κάποιον τρόπο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε λίγη χαρά κι αγάπη στους γύρω μας. Αυτή η διάθεση προσφοράς είμαι μάλλον ολίγον επίπλαστη και πρόσκαιρη. Απόδειξη αυτού το ότι τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου δεν είμαστε τόσο «φιλάνθρωποι». Στο υποσυνείδητο μας λειτουργεί η σκέψη ότι αν είμαστε τώρα γενναιόδωροι, θα μπορέσουμε να πάρουμε «άφεση αμαρτιών» για όσα (δεν) κάναμε τον υπόλοιπο χρόνο. Όπως και να ‘χει, έστω αυτό το «λίγο» είναι κάτι σε σχέση με το «τίποτα». Τα Χριστούγεννα επαναφέρουν στην επιφάνεια τα αντανακλαστικά της ανθρωπιάς μας και μας δημιουργούν –σκεφτόμενοι ότι κάποιοι τέτοιες μέρες είναι μόνοι– αυτή τη διάθεση προσφοράς.

Το ζήτημα είναι αν αυτή τη διάθεση θα την έχουμε και μετά της γιορτές. Για να το θέσω πιο σωστά, αν μπορούμε να εξελίξουμε αυτή τη σχέση αλληλεγγύης που δημιουργείται κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα. Αν μπορούμε να σφυρηλατήσουμε κάποιους δεσμούς αλληλεγγύης, προσφέροντας πιο συχνά στο διπλανό μας, όχι απ’ το υστέρημά μας, αλλά απ’ αυτό που θα μας περισσέψει.

Όπως κι αν το δούμε, τα Χριστούγεννα δεν είναι ίδια για όλους. Ο καθένας θέτει τις προτεραιότητές του και πράττει αναλόγως. Ανεξάρτητα, λοιπόν, αν θεωρούμε τα Χριστούγεννα μια ευκαιρία για βόλτα στο “Mall”, ή για μια παράσταση στο «Μέγαρο», ανεξάρτητα αν θα καθίσουμε να διαβάσουμε ένα λογοτεχνικό βιβλίο δίπλα στο τζάκι ή αν θα βρούμε την ευκαιρία που ψάχναμε για να συναντήσουμε φίλους που έχουμε καιρό να δούμε, η περίοδος αυτή έχει και την πνευματική της διάσταση. Για κάποιον είναι οι αναμνήσεις από κάποια παλαιότερα Χριστούγεννα, για κάποιον άλλον η ευκαιρία για να αποτυπώσει ο,τι τον βασανίζει σε μια κόλλα χαρτί κοκ. Είναι, πάντως, σίγουρο ότι τα Χριστούγεννα έχουν κάτι να πουν στον καθένα μας. Αρκεί να αφιερώσουμε λίγο χρόνο και διάθεση για να ξετυλίξουμε το κουβάρι των σκέψεών μας…

Καλά Χριστούγεννα

Δ. Τζ.