Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Φεβρουαρίου 05, 2013

Η Ντόρτμουντ, το γερμανικό παράδειγμα και εμείς

Πριν από λίγα χρόνια οι Γερμανικές ομάδες αντιμετωπίζονταν με αρνητική προδιάθεση από τους ανά τον κόσμο ποδοσφαιρόφιλους. Ήταν το αμυντικογενές, σκληρό και καθόλου φαντεζί παιχνίδι τους που δεν ενθουσίαζε (σχεδόν) κανέναν. Κάτι άλλαξε, όμως, τα τελευταία χρόνια. Οι Γερμανοί, ως είθισται, επένδυσαν στις υποδομές: ξόδεψαν σχεδόν ένα δισεκατομμύριο δολάρια σε προγράμματα ανάπτυξης ακαδημιών υπό την αιγίδα της Γερμανικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας (DFB), ενώ η λίγκα δημιούργησε ακαδημίες με προπονητές πλήρους απασχόλησης. Για όλα αυτά δεν χρειάστηκε να ανακαλύψουν την πυρίτιδα· απλά πήραν μερικές ιδέες από τις γαλλικές ακαδημίες και από το φημισμένο μοντέλο του Άγιαξ και έφτιαξαν το δικό τους πρότυπο.  

Τα αποτελέσματα τους δικαιώνουν. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Και οι επτά γερμανικές ομάδες που αγωνίζονται στα ευρωπαϊκά κύπελλα έχουν προκριθεί στην επόμενη φάση, στηριζόμενες εν πολλοίς σε νεαρούς Γερμανούς. Η Μπορούσια Ντόρτμουντ εμφάνισε έσοδα 215.2 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ πέρυσι σημειώθηκε ρεκόρ προσέλευσης θεατών στους αγώνες της Μπουντεσλίγκα με 13.8 εκατ. εισιτήρια. Όπως γράφουν οι «New York Times» το άθλημα «μπήκε σε έναν ενδυναμωτικό κύκλο όπου το καλύτερο αγωνιστικό επίπεδο του πρωταθλήματος έφερε υψηλότερα τηλεοπτικά συμβόλαια τα οποία με τη σειρά τους χρηματοδοτούν την ανάπτυξη των ακαδημιών».  

Η όλη φιλοσοφία των Γερμανών συμπυκνώνεται γλαφυρά στον λόγο του εκτελεστικού διευθυντή της Ντόρντμουντ, Χανς Γιόακιμ Βάτσκε: «Θέλουμε να έχουμε την ανώτατη αθλητική επιτυχία στα πλαίσια ενός ισχυρού οικονομικά ιδρύματος χωρίς να δημιουργούμε ούτε ένα ευρώ χρέους». Και μόνο στην σκέψη των παραπάνω, ο μέσος Έλληνας παράγοντας (ή, γιατί όχι, και πολιτικός) θα ανατριχιάζε.  

«Όταν οι Γερμανοί αποφάσισαν να αλλάξουν, να μεταρρυθμιστούν, το έκαναν. Αυτή είναι η περίπτωση της εργατικής νομοθεσίας, αυτή είναι και η περίπτωση του ποδοσφαίρου που άλλαξαν το μοντέλο με εξαιρετικά αποτελέσματα» σημειώνει στους «Times» ο ειδικός στο αθλητικό μάνατζμεντ Εμάνουελ Χέμπερτ. Οι αναλογίες ποδοσφαίρου και πολιτικής είναι παραπάνω από εμφανείς, ακόμα και χωρίς την επισήμανση του κ. Χέμπερτ. 

 Έχουν περάσει εννέα χρόνια από την περίοδο που ο τέως καγκελάριος της Γερμανίας Γκέρχαρντ Σρέντερ έθετε επί τάπητος την «Ατζέντα 2010», ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων φιλελευθεροποίησης της γερμανικής Οικονομίας. Αυτές περιελάμβαναν μεταξύ άλλων συγχωνεύσεις και μειώσεις επιδομάτων, ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές. Οι συγκεκριμένες κινήσεις μπορεί να στοίχησαν πολιτικά στην συγκυβέρνηση σοσιαλιστών - πρασίνων πλην όμως αποδείχθηκαν διορατικές και «σφυρηλάτησαν τον πιο ανταγωνιστικό βιομηχανικό τομέα σε κάθε προηγμένη οικονομία» («Time», 24.02.2012).  

Σήμερα, την ώρα που η Ευρώπη συνεχίζει να κλυδωνίζεται από την κρίση, η Γερμανία απολαμβάνει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξεως του 3%, πολύ χαμηλή ανεργία, ενώ το 2011 παρουσίαζε 120 δισ. ευρώ πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (οι ΗΠΑ, την ίδια ώρα είχαν έλλειμμα 423 δισ.!). Ακόμα, το ΑΕΠ της έχει αυξηθεί περισσότερο από κάθε άλλης χώρας του G7, ενώ το έλλειμμα του προϋπολογισμού της φτάνει μετά βίας το 1% του ΑΕΠ.   

Βέβαια το γερμανικό «θαύμα» δεν συντελέστηκε εν μια νυκτί. Λίγα χρόνια πριν, η Γερμανία θεωρούνταν ο «μεγάλος ασθενής της Ευρώπης» και κανείς δεν πίστευε ότι θα ανακάμψει, τουλάχιστον όχι τόσο γρήγορα. Την ώρα που η οικονομία της χώρας είχε μηδενική ανάπτυξη και χρόνια ανεργία και το κόστος της επανένωσης δημιουργούσε περεταίρω προβλήματα, οι μεταρρυθμίσεις Σρέντερ αντιμετωπίστηκαν με διάχυτη καχυποψία από σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης. Όμως η προνοητικότητα, η μεθοδικότητα και η κουλτούρα συνεργασίας των Γερμανών τους βοήθησε να ξεπεράσουν και αυτόν τον σκόπελο.  

Η ευελιξία του «γερμανικού μοντέλου», έδωσε λύσεις εκεί που σε μια χώρα σαν την Ελλάδα θα βρίσκαμε... προβλήματα. Τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα εργασίας (σ.σ. ποσοστό του μισθού πληρώνεται από το κράτος), επέτρεψαν στους εργοδότες να κρατήσουν το προσωπικό τους με μειωμένο ωράριο αντί να προβούν σε απολύσεις. Δεύτερον, το (κατά τον Γκ. Σρέντερ) μοναδικό γερμανικό σύστημα της «συνδιαχείρισης» –σύμφωνα με το οποίο οι εκπρόσωποι συνδικαλιστικών καταλαμβάνουν μόνιμες θέσεις σε διοικητικά συμβούλια– βοήθησε στο να δημιουργηθούν τελικά οι κατάλληλες συναινέσεις για να προχωρήσουν οι αλλαγές. Αν τα παραπάνω συνδυαστούν με τη λατρεία των Γερμανών για τις υποδομές, την εξειδίκευση και την καινοτομία, έχουμε το τρίπτυχο που έθεσε την χώρα σε τροχιά ανάπτυξης.  

Με άλλα λόγια, οι Γερμανοί δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να εφαρμόσουν το δικό τους... Μνημόνιο. Μόνο που το έκαναν οικειοθελώς και (κυρίως) εγκαίρως και όχι κατόπιν εορτής. Το συμπυκνώνει αρκετά εύστοχα αν και λίγο κυνικά το περιοδικό «Time»: «Την ώρα που οι Ισπανοί, οι Ιρλανδοί και άλλοι Ευρωπαίοι καταβροχθίζονταν από τα χρέη, φτιάχνοντας τόσα πολλά σπίτια και δίνοντας στους εαυτούς τους μεγάλες αυξήσεις, οι Γερμανοί, ήταν απασχολημένοι με το να φτιάξουν την Οικονομία τους. [...] Η χαλάρωση της αυστηρά ρυθμιζόμενης αγοράς εργασίας [...] βοήθησε. Η Γερμανία ήταν η μόνη σημαντική ευρωπαϊκή χώρα που τα εργατικά κόστη συνέχιζαν να μειώνονται και μετά το 2005, με την συνεργασία των Ενώσεων». Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι τώρα εμφανή.  

Αν λοιπόν θέλουμε να μάθουμε κάτι από το παράδειγμα της Γερμανίας αντί να καταναλώνουμε φαιά ουσία σε έναν αντιπαραγωγικό και στείρο αρνητισμό, ας σταματήσουμε τις κατάρες και ας δούμε τι έκαναν οι Γερμανοί για να βγουν από την κρίση τους. Ας αναλογιστούμε πώς τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις εφάρμοσαν με ελάχιστες αποκλείσεις την ίδια ατζέντα και πως δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες πολιτικο-κοινωνικές συναινέσεις. Ας παραδειγματιστούμε από την «εμμονή» τους στις υποδομές έναντι του ελληνικού μοντέλου του «βλέποντας και κάνοντας». Ας δούμε πόση σημασία δίνουν σε λέξεις άγνωστες στο λεξιλόγιο μας, όπως στρατηγική, branding και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός...  

Δημοσιεύτηκε στη Lifo στις 27.12.2012

Links:  

- "A German Resurgence, Feet First", International Herald Tribune", 25.12.2012 "How the German Economy Became a Model", Spiegel Online, 21.03.2012
- "Modell Deutschland über alles: The lessons the rest of the world should—and should not—take from Germany", The Economist, 14.04.2012
- "How Germany Became The China of Europe", Time Magazine, 24.02.2011
- "Gerhard Schröder: The Man Who Rescued the German Economy", The Wall Street Journal, 6.6.2012

Τρίτη, Νοεμβρίου 11, 2008

Τα δύσκολα για τον Ομπάμα είναι μπροστά…

Η εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ ανακούφισε εκατομμύρια ανθρώπους ανά τον πλανήτη. Αυτοί αντιμετώπιζαν –δικαίως ή αδίκως– τον Τζον Μακέιν ως συνεχιστή της οκταετίας Μπους. Όμως περισσότερο από αυτό έβλεπαν κάτι διαφορετικό στο πρόσωπο του Γερουσιαστή του Ιλινόις: έβλεπαν ένα καθαρό βλέμμα, έναν αυτοδημιούργητο κοσμοπολίτη Αφροαμερικανό με φρέσκιες ιδέες, ζωντανή απόδειξη πραγμάτωσης του «αμερικανικού ονείρου».

Αν θα είναι καλός πρόεδρος ο Μπαράκ Ομπάμα θα φανεί στην πορεία και θα το κρίνει –με μεγαλύτερη αποστασιοποίηση– ο ιστορικός του μέλλοντος. Πάντως μέχρι τώρα έχουμε ένα δείγμα γραφής σε σχέση με την προσωπικότητα και την ιδιοσυγκρασία του νέου προέδρου. Γιος μιας Αμερικανίδας και ενός Κενυάτη, μεγαλωμένος στην Τζακάρτα και τη Χονολουλού, ο Ομπάμα, έχει το ρητορικό χάρισμα και το επικοινωνιακό ταλέντο που κερδίζει τις μάζες, καθώς και ορισμένες φρέσκιες ιδέες για τον τρόπο άσκησης της πολιτικής. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με μεγάλες αντοχές και πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι αντιμετώπισε επιτυχώς την οικογένεια Κλίντον και επικράτησε έναντι του σκληροτράχηλου (ήρωα πολέμου) Τζόν Μακείν. Κυρίως: κατάφερε να πείσει την συντηρητική Αμερική να τον ψηφίσει, βάζοντας στην άκρη στερεότυπα και ιδεοληψίες του παρελθόντος.

Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά –και έχοντας κατά νουν το εύρος της νίκης του– ο κ. Ομπάμα φαίνεται αν μη τι άλλο ισχυρός μπροστά σε όσα έχει να αντιμετωπίσει. Κι αυτό γιατί παρά τα όσα πέτυχε μέχρι τώρα, τα δύσκολα είναι μπροστά. Με μια οικονομία σε ύφεση και με την ανεργία και τους πλειστηριασμούς να απειλούν την κοινωνική συνοχή, με το αδιέξοδο στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, με ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που χρήζει αναδιάρθρωσης, με τις υπεσχημένες φορολογικές μεταρρυθμίσεις που ειδικά σε αυτή την περίοδο κρίσης μοιάζουν επιβεβλημένες, κυρίως όμως με τον πλανήτη ολόκληρο να περιμένει από εκείνον μια διαφορετική προσέγγιση σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, βασισμένη στην συνεργασία και το διάλογο, ο Ομπάμα καλείται να αποδείξει τις ικανότητες, τις αντοχές του, αλλά και το κατά πόσον μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος από τα διάφορα λόμπυ της Ουάσιγκτον.

Η αλήθεια είναι ότι ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών θα κριθεί με βάση τα υπεσχημένα. Για το αν και κατά πόσον θα τηρήσει το χρονοδιάγραμμα αποχώρησης από το Ιράκ, για το αν θα θωρακίσει την αγορά απέναντι στην βουλιμία των golden boys, για τις φορολογικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που έχει προαναγγείλει, πάντοτε με βάση το διαφορετικό στυλ διακυβέρνησης για το οποίο μας έχει προϊδεάσει. Είναι δε αυτονόητο ότι θα κριθεί αυστηρά, εφόσον έχει δημιουργήσει τόσο υψηλές προσδοκίες σε τόσο πολύ κόσμο εντός και εκτός των ΗΠΑ…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 13.11.2008

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 29, 2008

Η άλλη Αμερική της 5ης Νοεμβρίου

Μας χωρίζουν μόλις πέντε εβδομάδες πριν από τη διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια –δίχως άλλο– πολυαναμενόμενη αναμέτρηση, με ξεκάθαρο, μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες φαβορί, που πλέον έχει γίνει «ντέρμπυ».

Ομπάμα ή Μακέιν; Το ερώτημα αυτό απασχολεί όχι μόνο τους Αμερικανούς πολίτες, αλλά και εκατομμύρια ανθρώπους εκτός των αμερικανικών τειχών. Κι αυτό γιατί οι πολιτικές της μοναδικής υπερδύναμης έχουν αντίκτυπο σε ολόκληρο τον κοσμο. Ένα πράγμα είναι σίγουρο: αν είχε τη δυνατότητα να ψηφίσει ο υπόλοιπος κόσμος –σύμφωνα με σφυγμομετρήσεις σε δεκάδες χώρες– ο Ομπάμα θα εκλεγόταν με πολύ μεγάλη διαφορά από τον ρεπουμπλικανό αντίπαλό του.

Ωστόσο, η εκλογή του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών είναι καθαρά εσωτερική υπόθεση. Οι πολίτες της χώρας θα είναι αυτοί που θα εκλέξουν τον διάδοχο του Τζορτζ Μπους, και σε πολλά ζητήματα –δυστυχώς ή ευτυχώς– έχουν πολύ διαφορετική προσέγγιση από τον μέσο Ευρωπαίο. Το παρήγορο είναι ότι σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ –όποιος και αν είναι– δε θα θυμίζει σε τίποτα τον προηγούμενο.

Οι Δημοκρατικοί θέλησαν –για ευνόητους λόγους– να παρουσιάσουν τον κ. Μακέιν ως συνεχιστή της πολιτικής Μπους. Σκέφτηκαν ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα έφθειραν περισσότερο τον γερουσιαστή από την Αριζόνα. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ο κ. Μακέιν απέχει παρασάγγας από το πρότυπο του νεοσυντηριτικού ρεπουμπλικανού. Έχει έρθει πάρα πολλές φορές σε ρήξη με το «κατεστημένο της Ουάσιγκτον» και έχει καταψηφίσει αρκετά νομοσχέδια της κυβέρνησης Μπους. Δεν μιλάει συνέχεια για τις φοροαπαλλαγές, που αποτελούν θέμα ταμπου για το ρεπουμπλιανικό κόμμα. Αν και χαρακτηρίζεται «φιλοπόλεμος», ωστόσο αντιτίθεται στα ακραία βασανιστήρια και στις φυλακές – κολαστήρια (Γκουαντάναμο), καθότι ο ίδιος είχε μια παρόμοια τραγική εμπειρία στα χέρια των Βιετκόνγκ. Για αυτό το λόγο επέλεξε τη Σάρα Πέιλιν για αντιπρόεδρο του. Επειδή ακριβώς εκείνος δεν είναι αρκούντως συντηρητικός για να πείσει τη βάση του κόμματός του.

Την δική του βασική αδυναμία επιδιώκει να καλύψει και ο Μπάρακ Ομπάμα, επιλέγοντας ως υποψήφιο αντιπρόεδρο τον 65χρονο γερουσιαστή Τζον Μπάιντεν. Ο Μπάιντεν θεωρείται αυθεντία σε θέματα εξωτερικής πολιτικής (η αχίλλειος πτέρνα του Ομπάμα), μιας και έχει διατελέσει πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της αμερικάνικης Γερουσίας. Όσο για τον μαύρο γερουσιαστή του Ιλινόις όλα είναι λίγο πολύ γνωστά. Το δυνατό του σημείο είναι η πολυπολιτισμική του ταυτότητα: Γιος μιας Αμερικανίδας και ενός Κενυάτη, μεγαλωμένος στην Τζακάρτα και τη Χονολουλού, ο Ομπάμα αποτελεί ίσως μια ζωντανή απόδειξη πραγμάτωσης του «αμερικάνικου ονείρου». Αν προσθέσετε στα παραπάνω το φιλελεύθερο, αντιπολεμικό του προφίλ και τις προοδευτικές ιδέες του, παίρνετε τον –κατά πολλούς– ιδανικό υποψήφιο.

Όπως όλα δείχνουν, στην επαύριο των αμερικανικών εκλογών ο πρόεδρος Μπους και όσα αυτός πρεσβεύει θα αποτελούν παρελθόν. Η μονομέρεια δεν θα είναι πια στρατηγική επιλογή για την Ουάσιγκτον. Είτε εκλεγεί ο –ξένος μέσα στο ίδιο του το κόμμα– Τζον Μακείν, είτε ο εκφραστής της αλλαγής (και πληρέστερος υποψήφιος αν θέλετε την άποψη μας) Μπαράκ Ομπάμα, το πρωί της 5ης Νοεμβρίου θα μιλάμε για μια άλλη, εντελώς διαφορετική Αμερική…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 28.09.2008

Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2008

Η «περιπέτεια» του Πεκίνου και ο νόμος του Μέρφυ

Αν και μας χωρίζουν πέντε μέρες από την τελετή έναρξης του Πεκίνου, οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Κίνας μπορούν ήδη να χαρακτηριστούν… περιπετειώδεις. Πριν από λίγους μήνες τα γεγονότα στο Θιβέτ έβαλαν σε σκέψεις αρκετούς δυτικούς ηγέτες για το αν πρέπει να παραστούν στην τελετή έναρξης ή όχι. Μάλιστα πολλοί στη Δύση μίλησαν με καθόλου κολακευτικά λόγια για τις πρακτικές του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος (λογοκρισία, βία έναντι των Θιβετιανών μοναχών). Έπειτα, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή εξέφρασε τις ανησυχίες της για την πορεία των εργασιών στα γήπεδα, νοτιοκορεάτικο τηλεοπτικό δίκτυο διέρρευσε απόρρητα πλάνα από την πρόβα της τελετής έναρξης και το αμερικανικό Κογκρέσο μέσω ψηφίσματός του κατηγόρησε το Πεκίνο για τις επιδόσεις του στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, την περασμένη Πέμπτη, οκτώ μόλις μέρες πριν από την έναρξη των Αγώνων πέντε ρωσίδες αθλήτριες του στίβου αποβλήθηκαν από τους Αγώνες, καθώς βρέθηκαν θετικές σε έλεγχο χρήσης αναβολικών ουσιών.

Τέσσερα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών της Αθήνας άπαντες συζητούσαν για θέματα οργανωτικής φύσεως και, κυρίως, για το (εφιαλτικό) σενάριο μιας τρομοκρατικής επίθεσης –ήταν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους. Τελικά –με εξαίρεση την υπόθεση Κεντέρη – Θάνου– όλα κύλησαν ομαλά, οι Κασσάνδρες διαψεύσθηκαν και σήμερα μιλάμε ίσως για τους καλύτερους Αγώνες όλων των εποχών. Ποιος όμως μπορεί να ισχυρισθεί το ίδιο και για τους Αγώνες του Πεκίνου, χωρίς να κινδυνεύσει να εκτεθεί;

Αυτό που απασχολεί πολύ έντονα τους κινέζους αξιωματούχους τούτες τις μέρες δεν είναι καθαυτή η διοργάνωση, αλλά η εικόνα που θα περάσει η Κίνα στον υπόλοιπο κόσμο. Και αν αυτή η εικόνα δεν είναι καλή, απλώς την αποσιωπούμε ή την φτιασιδώνουμε. Έτσι, ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο σε συνοικία μεταναστών στο κέντρο της κινεζικής πρωτεύουσας καλύπτεται αυτές τις μέρες από παραπετάσματα, αφού οι ιδιοκτήτες των κτιρίων δεν αποδέχτηκαν την κατεδάφισή τους. Όταν δε στο site της Διεθνούς Αμνηστίας «ανέβηκε» έκθεση για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, η πρόσβαση στη συγκεκριμένη σελίδα απαγορεύτηκε. Πρόκειται για συνήθη πρακτική του καθεστώτος: όσες εφημερίδες, δημοσιογράφοι, χρήστες του διαδικτύου, ακόμα και μη κυβερνητικές οργανώσεις εναντιώνονται ή απλά διαφωνούν με τις κυβερνητικές θέσεις φιμώνονται…

Μόνιμη ανησυχία για τους διοργανωτές αποτελεί και η προστασία του περιβάλλοντος. Έχοντας δώσει υποσχέσεις για καθαρό περιβάλλον κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, η Κρατική Διοίκηση Περιβαλλοντικής Προστασίας θέσπισε μια αυστηρότερη περιβαλλοντική στρατηγική σε περίπτωση «εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών», στρατηγική που θα εφαρμοστεί μόνο κατά τη διάρκεια των Αγώνων. Ήδη τα εργοστάσια στην ευρύτερη περιοχή έχουν μειώσει την παραγωγή ή έχουν κλείσει. Την ίδια ώρα δύο εκατομμύρια οχήματα έχουν απομακρυνθεί από τους δρόμους της πρωτεύουσας, καθιστώντας τη ζωή των κατοίκων πιο δύσκολη.

Ενώ οι κινεζικές αρχές έχουν ήδη αρκετούς λόγους να προβληματίζονται, την Πέμπτη το βράδυ έγινε γνωστός ο αποκλεισμός πέντε αθλητριών της ρωσικής ομάδας, οι οποίες βρέθηκαν να έχουν καταναλώσει παράνομες ουσίες. Έτσι, ένα ακόμη σύννεφο κάνει την εμφάνιση του στον ουρανό του Πεκίνου. Όχι ότι προκάλεσε έκπληξη το γεγονός, καθότι το ντόπινγκ τείνει να γίνει συνώνυμο του (πρωτ)αθλητισμού, αλλά όσο να ‘ναι η εξέλιξη αυτή δεν είναι ό,τι καλύτερο τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Όπως γράφει ο Τζερέ Λόνγκμαν στους «New York Times», τα τελευταία γεγονότα έρχονται σε μια στιγμή που οι Αγώνες του Πεκίνου αντιμετωπίζονται με προβληματισμό για τη μόλυνση του περιβάλλοντος, τα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τους περιορισμούς στην πρόσβαση στο διαδίκτυο για τους 20.000 δημοσιογράφους που θα καλύψουν τους Αγώνες.

Σύμφωνα με τον νόμο του Μέρφυ αν κάτι ξεκινήσει στραβά δε μπορεί παρά να τελειώσει και στραβά. Ευχόμαστε οι αγώνες του Πεκίνου να στεφτούν με επιτυχία, αλλά τα ευχολόγια από μόνα τους μάλλον δεν αρκούν...

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 03.08.2008

Δευτέρα, Απριλίου 21, 2008

Ο κ. Μπερλουσκόνι και η επόμενη μέρα στην Ιταλία

«Τώρα εγώ θα είμαι ο γηραιότερος –συγγνώμη, ο σοφότερος– στις ευρωπαϊκές συνόδους κορυφής», δήλωσε αυτοσαρκαζόμενος ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι λίγες ώρες μετά τη νίκη του κόμματος του στις Ιταλικές εκλογές. Κι αν κάτι εκτιμούν ιδιαίτερα οι Ιταλοί στον –για τρίτη φορά– πρωθυπουργό τους, αυτό είναι η αμεσότητα και η αίσθηση του χιούμορ που έχει ο 72χρονος ιδιοκτήτης της ποδοσφαιρικής ομάδας της Μίλαν και μεγιστάνας των ΜΜΕ. Ωστόσο, όχι σπάνια, ο κ. Μπερλουσκόνι ξεπερνάει το όρια του «πολιτικώς ορθού». Δύο μόλις μέρες μετά την εκλογή του χαρακτήρισε την ισπανική κυβέρνηση (αποτελείται από εννέα γυναίκες και οκτώ άνδρες) «πολύ ροζ» για τα δεδομένα της Ιταλίας.

Ως άνθρωπος και ως πολιτικός ο Μπερλουσκόνι έχει φανατικούς φίλους αλλά και ορκισμένους εχθρούς. Αν κάτι του αναγνωρίζουν και οι μεν και οι δε, αυτό είναι η ειλικρίνεια του: Ο «Καβαλιέρε» λέει αυτό που πιστεύει, χωρίς να πολυσκεφτεί τις ενδεχόμενες αντιδράσεις. Επίσης αγαπάει την πλαστική χειρουργική –στην προηγούμενη θητεία του είχε «εξαφανιστεί» μερικές εβδομάδες από τα κοινά για να κάνει μεταμόσχευση μαλλιών– και λατρεύει τις γυναίκες.

Πέρα από την προσωπικότητα του νέου (παλαιού) πρωθυπουργού, αυτό που απασχολεί άπαντες στη γείτονα χώρα είναι η επίλυση μιας σειράς ζητημάτων που εκκρεμούν. Η Ιταλία περνάει τα τελευταία χρόνια βαθιά πολιτική κρίση. Οι κυβερνήσεις πέφτουν σαν χάρτινοι πύργοι –εξαίρεση αποτέλεσε η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι την πενταετία 2001 – 2006– εξαιτίας ενός σύνθετου εκλογικού συστήματος (μοιάζει με την απλή αναλογική) που δεν ευνοεί τη δημιουργία σταθερών μονοκοματικών κυβερνήσεων, αλλά τους συνασπισμούς κομμάτων. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι η απερχόμενη κυβέρνηση Πρόντι αποτελείτο από έναν συνασπισμό εννέα(!) κομμάτων, τοποθετημένα από την κομμουνιστική αριστερά μέχρι τη χριστιανοδημοκρατική δεξιά.

Εκτός από την πολιτική κρίση, η οποία απομακρύνεται (προσωρινά;) λόγω της άνετης νίκης της κεντροδεξιάς, η γειτονική χώρα περνάει και μια περίοδο οικονομικής κάμψης. Η ιταλική οικονομία τα τελευταία χρόνια έχει υποχωρήσει σημαντικά έναντι των ανταγωνιστικών χωρών, όπως είναι η Ισπανία. Αν όμως η οικονομία είναι ένα φλέγον ζήτημα, αυτή τη στιγμή ο κ. Μπερλουσκόνι, έχει αρκετούς επιπλέον λόγους να πονοκεφαλιάζει. Ο πρωθυπουργός της Ιταλίας καλείται να βρει άμεσα λύση στο ζήτημα της αποκομιδής των σκουπιδιών στη Νάπολη, μια πόλη που έχει γίνει απέραντη χωματερή, εξαιτίας της απεργίας των οδοκαθαριστών. Ο πάντοτε επικοινωνιακός Σίλβιο, ανακοίνωσε ότι το πρώτο υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησής του θα γίνει στην πόλη της Νάπολη, απ’ όπου εκείνος θα προεδρεύει τρεις φορές την εβδομάδα, έως ότου λυθεί το ζήτημα. Όμως το θέμα της καθαριότητας στην πόλη της νότιας Ιταλίας δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Ιταλός πολιτικός. Έχοντας αναγάγει κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας σε μείζον εθνικό ζήτημα τη σωτηρία της προβληματικής αεροπορικής εταιρείας Alitalia, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι καλείται να βρει μια λύση για την επόμενη μέρα. Διότι μπορεί να άρεσε στους συμπατριώτες του η ιδέα «ότι η Alitalia πρέπει να μείνει σε ιταλικά χέρια», ωστόσο οι καλές προθέσεις δεν αρκούν στην πολιτική. Ή μάλλον αρκούν όταν βρίσκεσαι στη αντιπολίτευση ή σε προεκλογική περίοδο.

Όπως και να ‘χει ο πρόεδρος της 62ης (!) μεταπολεμικής ιταλικής κυβέρνησης καλείται να δείξει στην πράξη ότι μπορεί να βοηθήσει την Ιταλία να ξεπεράσει την εσωστρέφεια που την κατατρέχει και να ορθοποδήσει οικονομικά και πολιτικά. Οι Ιταλοί τον ψήφισαν επειδή τους κάνει να αισθάνονται ασφαλείς. Αυτό που περιμένουν από εκείνον είναι να ασχοληθεί λιγότερο με την προάσπιση των επιχειρηματικών του συμφερόντων –όπως συνέβη την περίοδο 2001 – 2006– και περισσότερο με το συμμάζεμα του κράτους. Ως επιχειρηματίας, ο Μπερλουσκόνι, έχει αποδείξει ότι κατέχει τα μυστικά του μάνατζμεντ. Αν βάλει σε πρώτο πλάνο τα συμφέροντα της χώρας του, είναι σχεδόν βέβαιο ότι μπορεί να τα καταφέρει…

Δ. Τζ.

Σάββατο, Ιανουαρίου 12, 2008

Ο Τσάβες, ο Πούτιν και οι «συγκεκαλυμμένες» δικτατορίες

Πριν από περίπου ενάμισι μήνα έγινε στη Βενεζουέλα ένα κρίσιμο δημοψήφισμα. Ο δημοφιλής πρόεδρος της χώρας Ούγκο Τσάβες, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει τις εξουσίες του, έθεσε στην κρίση των πολιτών ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων. Σύμφωνα με αυτό, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας θα μπορούσε να διεκδικεί εφ’ όρου ζωής την επανεκλογή του (σήμερα το όριο είναι δύο εξαετίες), να έχει τον πλήρη έλεγχο στον Τύπο «σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης» καθώς και στις ένοπλες δυνάμεις. Παράλληλα, το σχέδιο προέβλεπε την κατάργηση της αυτονομίας της κεντρικής τράπεζας της χώρας.

Ο λαός της Βενεζουέλας απέρριψε (έστω και με οριακό τρόπο) την πρόταση Τσάβες. Την ίδια ώρα, πολλοί αναλυτές συνδύαζαν τη φιλοσοφία του απορριφθέντος «μεταρρυθμιστικού» πακέτου με ορισμένες προηγούμενες αποφάσεις και δράσεις του Τσάβες. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με νόμο που ψηφίστηκε τον περασμένο Ιανουάριο με στόχο την «εμβάθυνση της σοσιαλιστικής επανάστασης», δόθηκε η δυνατότητα στον πρόεδρο να νομοθετεί μέσω διαταγμάτων (κάτι που συνέβη καταχρηστικά τη διετία 2000 – 2001), τα οποία θα πρέπει να κυρωθούν από τη βουλή μέσα σε 18 μήνες.

Όλα αυτά θυμίζουν τον πρότερο βίο του κ. Τσάβες. Ο –από το 1998– ανώτατος πολιτειακός άρχον της «Μπολιβαριανής Δημοκρατίας» επιχείρησε δύο φορές να καταλάβει την εξουσία με πραξικοπηματικό τρόπο το 1992 και απέτυχε, οδηγούμενος στη φυλακή. Η μια από τις δύο απόπειρές του είχε τραγική κατάληξη: 18 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ άλλοι 60 τραυματίστηκαν. Μερικά χρόνια αργότερα, επί της προεδρίας του πλέον, στη διάρκεια διαδηλώσεων άλλοι 17 άνθρωποι σκοτώθηκαν και εκατοντάδες τραυματίστηκαν. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι σύμφωνα με γιατρούς πολλά από τα θύματα πυροβολήθηκαν από ελεύθερους σκοπευτές. Ωστόσο, η έρευνα για την εξιχνίαση του τι πραγματικά εκείνη συνέβη τη μέρα δεν προχώρησε ποτέ.

Μολαταύτα, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι πολλές από τις πολιτικές Τσάβες διαπνέονται από φιλολαϊκό πνεύμα και είχαν την ευρεία στήριξη της κοινής γνώμης της Βενεζουέλας, γεγονός που οδήγησε στην επανεκλογή του ακριβώς ένα χρόνο πριν.

Την ίδια ώρα, μια άλλη αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της διεθνούς πολιτικής σκακιέρας, ο Ρώσος πρόεδρος Βλάντιμιρ Πούτιν, αν και είχε τόσο το λαϊκό έρεισμα όσο και την πλειοψηφία των δύο τρίτων στη Δούμα, επέλεξε να μην τροποποιήσει το σύνταγμα της χώρας του, για να αποκτήσει δικαίωμα επανεκλογής.

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι ο κ. Πούτιν είναι ο πλέον δημοκράτης πολιτικός. Παρότι οι πολιτικές του έδωσαν στη Ρωσία τη δυνατότητα να ανασυνταχτεί πολιτικά μετά το διπλό «σοκ» Γιέλτσιν – Γκορμπατσόφ, ο πρώην αρχηγός των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών –και πιο συγκεκριμένα το «σύστημα» που εγκαθίδρυσε, το οποίο στηρίζεται σε ολιγάρχες– κατηγορείται για δολοφονίες δημοσιογράφων, αλλά και πολιτικών αντιπάλων.

Αν βγαίνει κάποιο συμπέρασμα από τα παραπάνω, αυτό είναι ότι πολιτικοί ηγέτες με παρόμοια διαδρομή (ή έστω παρόμοιο σημείο τερματισμού) τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετώπισης από σημαντική μερίδα της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Την στιγμή που ο Βλ. Πούτιν αντιμετωπίζεται περίπου ως ο μεγαλύτερος εχθρός της δημοκρατίας, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας θεωρείται υπόδειγμα δημοκράτη σοσιαλιστή πολιτικού. Όμως η «συγκεκαλυμμένη» δικτατορία είτε έχει αριστερό «αμπαλάζ» είτε δεξιό δεν παύει να αποτελεί απολυταρχικό καθεστώς…

Δ. Τζ.

Info: Εγκυκλοπαίδεια Wikipedia (http://el.wikipedia.org/)
Π. Μανδραβέλης «Ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα;», εφ. «Καθημερινή» 30.11.2007
Εφ. «Καθημερινή» 04.12.2007

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007

Κριστίνα Κίρχνερ, η νέα πρόεδρος της Αργεντινής


Το κεντρικό προεκλογικό σύνθημα της Κριστίνα Φερνάντεζ Κίρχνερ, άρτι εκλεγείσας προέδρου της Αργεντινής, ήταν ότι «ξέρουμε τι χρειαζόμαστε και ξέρουμε πώς να το αποκτήσουμε». Το σλόγκαν αυτό υποδείκνυε δυναμισμό, αποφασιστικότητα και ικανότητα, χαρακτηριστικά που φαίνεται να έχει η 54χρονη πρώην δικηγόρος και γερουσιαστής.

Η κυρία Κίρχνερ σπούδασε στη Νομική του Πανεπιστημίου της Λα Πλάτα, όπου γνώρισε τον μετέπειτα πρόεδρο και σύζυγο της Νέστωρ Κίρχνερ. Αριστερών καταβολών και οι δύο και ιδιαίτερα «ανήσυχοι» πολιτικά, αποφάσισαν να ασχοληθούν με τα κοινά. Έτσι εντάχθηκαν στο κεντροαριστερό Κόμμα για την Κοινωνική Δικαιοσύνη, εκπροσωπώντας μάλιστα την αριστερή του πτέρυγα.

Ο κ. Κίρχνερ χρημάτισε κυβερνήτης της Σάντα Φε, προτού πάρει στα χέρια του τα ηνία της χώρας το 2003. Η Κριστίνα Κίρχνερ διατέλεσε γερουσιαστής και σύμβουλος του προέδρου-συζύγου της. Τον περασμένο Ιούλιο ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά ότι θα κατέβει αυτή ως υποψήφια πρόεδρος και όχι ο δημοφιλής σύζυγός της. Πολλοί βλέπουν την κίνηση αυτή ως ένα πολιτικό παιχνίδι του Νέστωρ Κίρχνερ, δεδομένου ότι βάσει του Συντάγματος της Αργεντινής, ο πρόεδρος δεν μπορεί να εκλεγεί πάνω από δύο τετραετίες στη σειρά. Έτσι, υποστηρίζουν οι άσπονδοι εχθροί της κυρίας Κίρχνερ, μετά από την τετραετία της συζύγου του, ο Νέστωρ Κίρχνερ μπορεί να επιστρέψει στον προεδρικό θώκο, έχοντας «μηδενίσει» το κοντέρ.

Η ίδια δεν έχει σχολιάσει αυτές τις φήμες. Ωστόσο, όταν την συγκρίνουν με την Εβίτα Περόν απαντάει κοφτά: «Δεν θέλω να με συγκρίνουν με τη Χίλαρι Κλίντον ή με την Εβίτα Περόν ή με οποιαδήποτε άλλη. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να είσαι ο εαυτός σου». Εντούτοις, φαίνεται ότι η νεοεκλεγείσα πρόεδρος έχει πολλά κοινά με τη σύζυγο του πρώην προέδρου της χώρας, Χουάν Περόν. Πρόκειται για δύο πολύ ισχυρές προσωπικότητες, με μεγάλη πολιτική επιρροή, πλούσια κοινωνική δράση και ιδιαίτερη αγάπη για τη μόδα. Το κόμμα μάλιστα του οποίου ηγείται η κυρία Κίρχνερ, συγκροτείται από περονιστές – οπαδούς της πολιτικής του ζεύγους Περόν.

Οι ομοιότητες, όμως, μεταξύ των δύο κάπου εδώ τελειώνουν. Τώρα είναι η ώρα που η Κριστίνα Φερνάντεζ Κίρχνερ καλείται να δείξει τις ικανότητες της. «Η αλλαγή τώρα αρχίζει» υποστήριζε στις προεκλογικές τις ομιλίες. Μένει να αποδειχτεί...

Δ. Τζ.