Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Φεβρουαρίου 05, 2013

Τα απόνερα μιας συνέντευξης

Η συνέντευξη του γ.γ. της Χρυσής Αυγής στον ΣΚΑΪ  στον Κωνσταντίνο Μπογδάνο προκάλεσε πολλές αντιδράσεις. Δεδομένου ότι σύμφωνα με την κυρίαρχη αριστερόστροφη θεώρηση είναι «κακό» να δίνεις βήμα στους ακροδεξιούς, επειδή έτσι τους δίνεις την ευκαιρία να αυξήσουν την πολιτικό-κοινωνική τους επιρροή, οι αντιδράσεις ήταν αναμενόμενες. Βέβαια αυτή η ανάλυση πάσχει: παίρνει ως δεδομένο ότι οι Έλληνες είναι τόσο ανόητοι που πρέπει να τους προστατεύουμε από τις «κακές επιρροές» –έστω και αν μεταχειριζόμαστε έτσι ένα κατεξοχήν όπλο της ακροδεξιάς: την λογοκρισία.  

Υποστηρίζουν ότι ο δημοσιογράφος του ΣΚΑΪ έδειχνε να μην έχει καμία επαφή με την πολιτική και την κοινωνία και ότι εξισώνει την αριστερή και τη δεξιά βία. Στο όνομα του κ. Μπογδάνου κατηγορούν το «αστικό μπλοκ» για αναξιοπιστία «γιατί έχει μάθει να επικαλείται τη δημοκρατία μόνο όταν νιώθει να χάνει τη προνομιακή διαχείριση του φόβου» . Αλήθεια; Μα το «αστικό μπλοκ» δεν ήταν αυτό που φώναζε εδώ και χρόνια για το πόσο επικίνδυνο είναι το κλίμα τυφλής βίας και παρανομίας που είχε κατακλύσει το δημόσιο χώρο τα τελευταία χρόνια, φαλκιδεύοντας την δημοκρατία μας; (από τα γιαούρτια στους «μνημονιακούς» δημοσιογράφους και το χτίσιμο καθηγητών στα γραφεία τους, μέχρι τα χάπενινγκ του ΠΑΜΕ και του κ. Φωτόπουλου).  

Κατηγορούν τον κ. Μπογδάνο για το ύφος, τις ερωτήσεις του και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Βέβαια στη θεωρία είναι όλα πολύ εύκολα και ο Έλληνας ως κατεξοχήν «προπονητής της εξέδρας» θεωρεί ότι θα μπορούσε να κάνει καλύτερες ερωτήσεις στον κ. Μιχαλολιάκο. Μόνο που τους διαφεύγει μια μικρή «λεπτομέρεια»: Σαν να ξεχνάμε ότι με έναν συνομιλητή τύπου Μιχαλολιάκου δε μπορείς να κάνεις διάλογο! Συνέχεια διακόπτει, αρχίζει να απαντάει πριν ολοκληρωθεί η διατύπωση της ερώτησης και γενικά κάνει ότι μπορεί για να προκαλέσει σαματά, ουρλιάζοντας, πετώντας σοφιστείες και λαϊκίστικα τσιτάτα. Συγνώμη, αλλά πιστεύω ότι με αυτούς τους όρους ακόμα και ο ικανότερος δημοσιογράφος στη γη δε θα μπορούσε να πάρει μια πολύ καλύτερη συνέντευξη.  

Το ερώτημα που με απασχολεί από χθες είναι αν αυτή η συνέντευξη έπρεπε να γίνει, αν είχε κάποιο ιδιαίτερο νόημα πέραν της αναμενόμενης υψηλής τηλεθέασης. Ακόμα δεν έχω καταλήξει κάπου. Πάντως ίσως για πρώτη φορά να είδαμε πόσο γυμνός είναι ο βασιλιάς. Το ότι ο παρουσιαστής της εκπομπής κατάφερε και τον τσάντισε, το ότι τον έκανε να χειρονομεί, να απειλεί, να σφίγγει τη γροθιά του και να παίζει με τη γραβάτα του, εμένα μου άρεσε. Δε νομίζω ότι είχαμε δει ποτέ ως τώρα κάτι τόσο αποκαλυπτικό για τον κ. Μιχαλολιάκο.  

Βέβαια ακόμα και αυτή η ανάγνωση είναι υπό αίρεση. Αμφιβάλλω αν το αμόρφωτο κοινό του κ. Μιχαλολιάκου άλλαξε γνώμη με όσα είδε χθες. Οι υπόλοιποι μπορεί να βρήκαμε μερικούς ακόμα καλούς λόγους να αντιπαθήσουμε την Χ.Α., αλλά οι φαν του πιθανότατα θα νομίζουν ότι ο «αρχηγός» έσκισε, ότι τάπωσε τον δημοσιογράφο του ΣΚΑΪ, ότι τα έχωσε στο σύστημα κοκ.  

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει μια πολύ μεγάλη ομοιότητα στον τρόπο με τον οποίο τοποθετήθηκαν τα δύο άκρα απέναντι στη συνέντευξη Μιχαλολιάκου. Ακροδεξιοί και αριστερόστροφοι λαϊκιστές ενοχλήθηκαν από το φλέγμα, την ψυχραιμία και την νηφαλιότητα που επέδειξε ο κ. Μπογδάνος και την «αστική ευπρέπεια» με την οποία αντιμετώπισε έναν τόσο κακό συνομιλητή. Πιθανότατα θα προτιμούσαν στη θέση του έναν δημοσιογράφο σαν τον κ. Τράγκα, που θα κούναγε το δάχτυλο, θα σήκωνε το φρύδι και θα απαντούσε με ουρλιαχτά και ύβρεις στις σοφιστείες Μιχαλολιάκου. Αυτό μάλιστα, θα ήταν ένα πολύ καλό δείγμα μαχητικής δημοσιογραφίας, ε; 

Δημοσιεύθηκε στη "Lifo" στις 28.10.2012

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 15, 2012

Ο Σουλεϊμάν, η «πολιτισμική τουρκοποίηση» και τα εθνικιστικά φαντάσματα


Ομολογώ ότι έχω παρακολουθήσει μόνο αποσπασματικά τα διάφορα τουρκικά σίριαλ που προβάλλονται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική τηλεόραση. Πρέπει επίσης να διευκρινίσω ότι δε με έχουν συγκινήσει ιδιαίτερα, μου είναι μάλλον αδιάφορα. Εντούτοις δε δυσκολεύομαι να κατανοήσω την εμπορική τους επιτυχία· το «κόνσεπτ» έχει όλα όσα αποδεδειγμένα επιζητεί ο Έλληνας τηλεθεατής: πάθη, ίντριγκες, δολοπλοκίες, βεντέτες κλπ.

Στην ίδια πάνω κάτω λογική κινείται και ο «Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής», το νέο σίριαλ του ANT1, που αφηγείται την Ιστορία του Οθωμανού Σουλτάνου. Η προβολή του «Σουλεϊμάν» προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Διάφορες οργανώσεις εξέφρασαν την έντονη αντίδραση τους στην προβολή του συγκεκριμένου σίριαλ, αλλά το περιοδικό «Άρδην» πήγε την κριτική του ένα βήμα παραπέρα.

Σύμφωνα με τον κ. Γιώργο Καραμπελιά, αρθρογράφο του περιοδικού, «το τουρκικό κράτος να έχει ήδη καταλάβει τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες της Ελληνικής Δημοκρατίας, χωρίς ακόμα να χρειαστεί να καταλάβει το έδαφος της Ελλάδας»! «Κάθε μέρα, συνεχίζει ο κ. Καραμπελιάς, η Τουρκία αιχμαλωτίζει το φαντασιακό, τη διασκέδαση και την αποβλάκωση των Ελλήνων που, αλαλιασμένοι από τα χαράτσια της Μέρκελ, είναι έτοιμοι να παραδοθούν, τουλάχιστον ιδεολογικά, στον Νταβούτογλου και τον Ερντογάν».

Ο αρθρογράφος διαπιστώνει ότι οι συγκεκριμένες παραγωγές «είναι ειδικά φτιαγμένες ως προπαγανδιστικό όπλο για την επανοθωμανοποίηση των βαλκανικών λαών και των Ελλήνων» ενώ «απαγορεύεται να μεταγλωττιστούν και μεταδίδονται με ελληνικούς υποτίτλους, ώστε να εθιζόμαστε στην τουρκική γλώσσα (…)» αλλά και «σε αυτά που πρόκειται να ακολουθήσουν, την υπαγωγή της Ελλάδας και της Κύπρου απευθείας στο νεο-οθωμανικό οικοδόμημα».

Λεπτομέρεια: Η τόσο διεξοδική και εμπεριστατομένη ανάλυση του αρθρογράφου είναι προϊόν… «πρόχειρης τηλεθέασης δύο ημερών»! Δεν γνωρίζω που έμαθε ο κ. Καραμπελιάς ότι απαγορεύεται η μεταγλώττιση των συγκεκριμένων προγραμμάτων. Τα επιχειρήματα του πάντως δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική.

Καταρχάς, όταν γυρίστηκε η συγκεκριμένη «προπαγανδιστική» παραγωγή που «αποβλακώνει τους Έλληνες», κανείς δεν ήξερε αν θα την αγοράσει ελληνικό κανάλι. Και πράγματι αυτό έγινε με καθυστέρηση· η σειρά προβλήθηκε πριν από έναν χρόνο στην Τουρκία. Άρα το “target group” ήταν το τουρκικό τηλεοπτικό κοινό.

Έπειτα, εξυφαίνοντας συνωμοσίες κατά του Ελληνισμού, ο κ. Καραμπελιάς προσπερνάει (εκτός αν αγνοεί) στοιχειώδεις αρχές των Οικονομικών: το μόνο που υπάρχει πίσω από την προβολή της συγκεκριμένης σειράς είναι η σχέση κόστους / οφέλους για το x, y, z κανάλι. Οι τουρκικές παραγωγές έχουν ασύγκριτα χαμηλότερο κόστος από την παραγωγή μιας ελληνικής σειράς και –μέσω της αποδεδειγμένα υψηλής τηλεθέασής τους– φέρνουν τα λεφτά τους πίσω και με το παραπάνω.

Γράφαμε και παλαιότερα* ότι «η τέχνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά η πρωτότυπη (και σαφώς όχι επιστημονική) προσέγγιση ενός θέματος από έναν δημιουργό. Ο δημιουργός πλάθει ιστορία, δεν την αναπαράγει. Άρα το έργο (πρέπει να) εξετάζεται με αμιγώς καλλιτεχνικά κριτήρια και όχι με όρους ιστορικής ακρίβειας». Εν ολίγοις, αν ένα σίριαλ δεν σου αρέσει, σου είναι αδιάφορο ή προκαλεί την αισθητική σου, απλά κλείνεις την τηλεόραση. Το να δίνεις όμως σε μια τηλεοπτική σειρά ιδιότητες που δεν έχει είναι βλακώδες.

Πιο επικίνδυνη από την "πολιτισμική Τουρκοποίηση" μέσω των τηλεοπτικών σίριαλ και της "κατάληψης ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων της Ελληνικής Δημοκρατίας από το τουρκικό κράτος", είναι η ανοησία που μας δέρνει και που μας κάνει να βλέπουμε εθνικιστικά φαντάσματα εκεί που δεν υπάρχουν. Έτσι, σπαταλάμε φαιά ουσία ασχολούμενοι με τα επουσιώδη, ενώ την ίδια στιγμή μας διαφεύγουν τα σημαντικά…

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 07.09.2012

Η «δολοφονία» μιας είδησης

Η υπόθεση τα είχε όλα: αίμα, απιστία, «σατανικούς» εραστές, «διαβολικά» σχέδια. Δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν, λοιπόν, το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης ασχολήθηκαν τόσο πολύ με τη δολοφονία του ιερέα από τη γυναίκα του και τον εραστή της. Αυτό που ενδεχομένως θα έπρεπε να μας εκπλήσσει (αν δεν το είχαμε προ πολλού συνηθίσει) είναι η διαχείριση του θέματος από πλευράς μίντια.

Η εικόνα μιλάει από μόνη της. Στο τηλεπαράθυρο, δίπλα στον παρουσιαστή της ενημερωτικής εκπομπής αθηναϊκού καναλιού βρίσκεται ρεπόρτερ ενημερωτικής ιστοσελίδας της Ηλείας. «Πολύ περίεργη υπόθεση» σχολιάζει ανοίγοντας την κουβέντα ο άνκορμαν. Ο έτερος δημοσιογράφος μειδιά. Προς στιγμήν φαίνεται να ξεχνάει τον λόγο για τον οποίο βρίσκεται στο στούντιο. Μάλλον στο μυαλό του κυριαρχούν τα 3 λεπτά (πανελλαδικής) δημοσιότητας που του έλαχαν. Τέτοιες ειδήσεις είναι η χαρά των περιφερειακών ΜΜΕ και των δημοσιογράφων τους, που βλέπουν την ευκαιρία να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα: να «μιλήσουν» σε ένα ευρύτερο κοινό. Όμως πάνω στον ενθουσιασμό τους ξεχνούν τις βασικές αρχές που διέπουν το δημοσιογραφικό επάγγελμα.

Έτσι, πληροφορίες βαφτίζονται ειδήσεις, ανακρίβειες εκστομίζονται με απόλυτη βεβαιότητα και οι επιθετικοί προσδιορισμοί κυριαρχούν πάνω στην είδηση. Αναρωτιέμαι όταν μια είδηση μιλάει τόσο πολύ από μόνη της και είναι τόσο σοκαριστική, υπάρχει κανένας λόγος να μιλάς για «σατανικές γυναίκες» και να βάζεις τίτλους του τύπου «είχε το διάβολο μέσα στο σπίτι του» σαν να γράφεις αστυνομικό μυθιστόρημα; Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος να παριστάνεις τον εγκληματολόγο χρησιμοποιώντας τις γνώσεις σου από σίριαλ τύπου CSI και στο τέλος να αποδεικνύεσαι παντελώς αναξιόπιστος; (σ.σ. μαθαίνουμε ότι ο δράστης πυροβόλησε οκτώ φορές, κάτι που «έδειχνε μίσος και πάθος» αλλά τελικά η σφαίρα ήταν μια).

Κερδίζεις τίποτα με το να μπλέξεις σε όλο αυτό τους συγγενείς του θύματος που βρίσκονται σε τόσο άσχημη κατάσταση απλά για να μάθεις πώς αισθάνονται; (πώς να αισθάνονται άραγε;). Αξίζει τον κόπο για μερικά παραπάνω κλικ να δημοσιεύσεις φωτογραφία του ιερέα που κείτεται νεκρός; Το πιο δυσάρεστο είναι ότι όλο αυτό δεν είναι κάτι καινοφανές.

Η ελληνική δημοσιογραφία μας έχει συνηθίσει σε παρόμοιες προσεγγίσεις σε τόσο ευαίσθητα θέματα. Η αξιοπιστία της έχει εν πολλοίς χαθεί εδώ και καιρό. Θυσιάζεται καθημερινά στο βωμό της αναγνωσιμότητας, της τηλεθέασης και των κλικ. Και κάπως έτσι η είδηση μιας δολοφονίας μετατρέπεται στη «δολοφονία» μιας είδησης. Φαίνεται ότι η δημοσιογραφία τύπου “Bild” μας αντιπροσωπεύει πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε, ό, τι κι αν λέμε, όσο και αν σκούζουμε…

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 06.09.2012

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2009

Εφημερίδες σε κρίση

«Όταν διαβάζεις μια καλή εφημερίδα είναι σαν να ακούς ένα έθνος να μιλάει στον εαυτό του» είχε πει κάποτε ο διάσημος Αμερικανός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ. Σήμερα, οι πωλήσεις των εφημερίδων είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις διαφόρων ειδών «προσφορές» –οι οποίες συνήθως δεν έχουν καμία σχέση με το πρωτογενές προϊόν– και όχι με την ερευνητική δημοσιογραφία παλαιότερων δεκαετιών, ενώ οι πολίτες δεν τις θεωρούν και τόσο αξιόπιστες. Η γενικότερη εντύπωση είναι ότι οι περίοδοι ακμής του Τύπου έχουν περάσει (ανεπιστρεπτί;).

Θα εξετάζαμε το θέμα επιφανειακά αν στεκόμασταν μόνο στο ύφος και το στυλ ενός δύο κουτσομπολίστικων φύλλων ή π.χ. στις ερωτικές φωτογραφίες του κ. Ζαχόπουλου στις οποίες βασίστηκε το πρωτοσέλιδο κυριακάτικης εφημερίδας. «Κίτρινος» τύπος με «ροζ» αποχρώσεις πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει αφού υπάρχει και το αντίστοιχο κοινό. Το θέμα είναι πως η γενικότερη αίσθηση είναι ότι οι εφημερίδες δεν βρίσκονται και στα καλύτερά τους. Αυτό πιστοποιεί και έρευνα του βρετανικού ιδρύματος «Media Standards». Σύμφωνα με αυτήν μόνο το 7% των πολιτών στη Βρετανία εκτιμάει ότι οι εφημερίδες διαθέτουν υπευθυνότητα, ενώ το 75% θεωρεί ότι συχνά δημοσιεύουν ειδήσεις που γνωρίζουν ότι είναι ανακριβείς. Η κρίση εμπιστοσύνης στον Τύπο αγγίζει ακόμα και τα «έγκυρα» φύλλα. Έρευνα που διενεργήθηκε το 2003 διαπίστωσε ότι το 65% των πολιτών εμπιστεύεται τους δημοσιογράφους των «σοβαρών» εφημερίδων, όπως οι «Times» και ο «Guardian», ενώ σε δημοσκόπηση του 2008 το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 43%.

Για ποιους λόγους, όμως, οι πολίτες γυρνούν την πλάτη (και) στις εφημερίδες; Οι βασικοί λόγοι είναι τρεις: Εν αρχή –σύμφωνα και με την έρευνα– είναι η αίσθηση ότι οι δημοσιογράφοι (και των εφημερίδων) διαπλέκονται, άρα παρουσιάζουν μια εικόνα που δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Έχουν χάσει, δηλαδή, σε σημαντικό βαθμό την αξιοπιστία τους, στοιχείο που τους διαχώριζε από τους συναδέλφους τους της τηλεόρασης. Αυτή η εικόνα ενισχύεται αφού πολύς κόσμος αντιμετωπίζει πλέον τις εφημερίδες ως σακούλες με dvd και άλλα «δωράκια» και όχι ως Μέσα Ενημέρωσης. Έπειτα, οι νεότερες γενιές στρέφονται όλο και περισσότερο στο διαδίκτυο για την ενημέρωση τους. Τα blogs σιγά αλλά σταθερά αντικαθιστούν τις σελίδες γνώμης των εφημερίδων (πολλοί αρθρογράφοι μάλιστα αναδημοσιεύουν τα κείμενα τους στα προσωπικά τους ιστολόγια), ενώ άπειρα ειδησεογραφικά sites καλύπτουν τα γεγονότα σχεδόν τη στιγμή που συμβαίνουν.

Παρά την απαισιόδοξη για το μέλλον των εφημερίδων εικόνα, θα ήταν σφάλμα να θεωρήσουμε ότι έρχεται το τέλος τους. Σκεφτείτε μόνο πόσες φορές έχει προαναγγελθεί το… μοιραίο και πόσες φορές η εξέλιξη αυτή έχει εκ των πραγμάτων διαψευσθεί. Το μέλλον (και) της ενημέρωσης πιθανότατα ανήκει σε μεγάλο βαθμό στο διαδίκτυο, ωστόσο οι εφημερίδες εφόσον διαχειριστούν σωστά την κατάσταση έχουν τη δυνατότητα να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν το κοινό τους. Αρκεί να δουν το διαδίκτυο ως πεδίο δράσης και όχι αποκλειστικά ως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κάτι που σε ένα βαθμό συμβαίνει ήδη αφού οι εφημερίδες επενδύουν στις ηλεκτρονικές τους εκδόσεις και μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία. Και βεβαίως με την προϋπόθεση ότι θα κερδίσουν τη χαμένη αξιοπιστία τους.

Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι –ακόμα και αν κάποιοι τις θεωρούν παλαιομοδίτικες και ξεπερασμένες– οι εφημερίδες έχουν δύο συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τους «ανταγωνιστές» τους: αφενός μας δίνουν πιο ψύχραιμη απεικόνιση της πραγματικότητας σε σχέση με την τηλεόραση και αφετέρου είναι κατά κανόνα πιο έγκυρες από το διαδίκτυο. Ενδεχομένως εξαιτίας αυτών των στοιχείων να επιβιώσουν για μια ακόμη φορά…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 15.02.2009

Τρίτη, Ιουνίου 17, 2008

Τηλεοπτικοί μετασεισμοί

Τι ακολουθεί έναν μεγάλο (ή λιγότερο μεγάλο) σεισμό είναι λίγο έως πολύ γνωστό. Δε μιλάμε βέβαια για τη μετασεισμική ακολουθία, αλλά για τους τηλεοπτικούς μετασεισμούς. Ο προ εβδομάδος σεισμός στην Πελοπόννησο δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Για μια ακόμα φορά το χτύπημα του Εγκέλαδου διαδέχθηκαν οι ανθρώπινες ιστορίες, οι υπερβολές και οι κινδυνολογίες και –φυσικά– η κόντρα των σεισμολόγων για το ποιος προέβλεψε πρώτος το γεγονός.

Ο απεγκλωβισμός του εννιάχρονου κοριτσιού από το χωριό Φώσταινα συγκίνησε τους πάντες, γι’ αυτό και έπαιξε στα δελτία ειδήσεων. Το θέμα όμως έπρεπε να τελειώσει τη στιγμή που η μικρή βγήκε σώη και αβλαβής από τα ερείπια αυτού που κάποτε ήταν το σπίτι της. Φευ! Την επόμενη μέρα δημοσιογράφοι της τηλεόρασης επισκέφτηκαν το κοριτσάκι στο νοσοκομείο για να το ρωτήσουν πως αισθάνεται και αν φοβήθηκε! Αν και οι ερωτήσεις τους ήταν εξαιρετικά κοινότυπες, το θέμα είναι άλλο: ότι οι ρεπόρτερς λησμόνησαν –και δεν ήταν η πρώτη φορά– πως η μικρή κάνει προσπάθειες να ξεχάσει όσα τραγικά πέρασε κι ότι και μόνο η παρουσία των καμερών εκεί επιτείνει την ψυχική της φθορά, καθότι αναγκάζεται να ανακαλέσει στη μνήμη της τις δύσκολες στιγμές.

Όταν η ανθρώπινη ιστορία εξαντλήθηκε σειρά πήραν οι κόντρες των σεισμολόγων. Κόντρες άνευ ουσίας, βέβαια, μιας και πολύ λίγοι από τους προσκεκλημένους επιστήμονες αποφάσισαν να μιλήσουν… επιστημονικά. Στην πλειονότητά τους οι παρευρισκόμενοι στα τηλεπαράθυρα κοντραρίστηκαν για λάθος λόγους: διαφώνησαν για το ποιος προέβλεψε πρώτος τον σεισμό, μίλησαν για «επερχόμενους καταστροφικούς σεισμούς», αλλά απέφυγαν να επιχειρηματολογήσουν με επιστημονικό και προπαντός ψύχραιμο τρόπο για το τι σημαίνει το συγκεκριμένο γεγονός τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Όμως αυτή η τακτική δεν είναι καθόλου ανώδυνη. «Οι υπερβολές έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της ανησυχίας και της ανασφάλειας των πολιτών» σημειώνει σε συνέντευξη του στην «Ελευθεροτυπία» ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου κ. Γιώργος Σταυρακάκης. Η ανασφάλεια, αίσθημα ανησυχίας και φόβου για τα μελλούμενα, που παρατηρείται στις κοινωνίες μετά από καταστροφικά γεγονότα όπως π.χ. ένας σεισμός, επιτείνεται από την ανεύθυνη στάση μερίδας της επιστημονικής κοινότητας. «Μερικές φορές δεν γίνεται σεισμολογία, γίνεται παρασεισμολογία» καταλήγει ο κ. Σταυρακάκης, χαρακτηρίζοντας το φαινόμενο καθαρά ελληνικό.

Το χειρότερο είναι ότι οι τηλεοπτικές αψιμαχίες μεταξύ των σεισμολόγων δεν κάνουν κακό μόνο στην κοινωνία, ούτε απλώς μειώνουν την αξιοπιστία των –πανταχόθεν βαλλόμενων ούτως ή άλλως– δελτίων ειδήσεων, αλλά –όπως γράφει ο Πάσχος Μανδραβέλης στην «Καθημερινή»– «απαξιώνουν ένα ερευνητικό κλάδο». Είναι λογικό: όταν ένας ολόκληρος επιστημονικός κλάδος διασταυρώνει τα ξίφη του με κραυγές μέσω της τηλεόρασης και μάλιστα για θέματα ελάσσονος σημασίας, είναι προφανές πως χάνει σε αξιοπιστία.

Το «Βήμα» έθεσε την περασμένη Τρίτη μέσω του κύριου άρθρου του το θέμα στις σωστές του διαστάσεις: «Οι σεισμοί ταλαιπωρούν τη χώρα αιώνες. Οι σεισμολόγοι (με μερικές λαμπρές εξαιρέσεις) εδώ και μερικές δεκαετίες. Μπορεί μάλιστα να πει κανείς ότι ορισμένοι από αυτούς είναι σχεδόν το ίδιο επικίνδυνοι». Και για την κοινωνία και για την ίδια τους την επιστήμη…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 15.06.2008

Δευτέρα, Ιουνίου 02, 2008

Στη χώρα της τηλεοπτικής υπερβολής

Η υπόθεση με το μολυσμένο ηλιέλαιο κατέδειξε για μια ακόμα φορά –πέρα από την τραγική ολιγωρία των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους– το πως αντιλαμβάνεται μερίδα των μέσων ενημέρωσης, ιδίως ηλεκτρονικών, το ζήτημα της πληροφόρησης των πολιτών. Σε ένα ακόμη σοβαρό θέμα, τα κανάλια προέταξαν τον θόρυβο και τις κραυγές αντί της ψύχραιμης αποτίμησης των πραγμάτων. Ακόμα χειρότερα, κινδυνολόγησαν ασύστολα και εντελώς αβάσιμα: Την ώρα που η εκπρόσωπος τύπου της αρμόδιας επιτρόπου της Ε.Ε. για την Ασφάλεια των Τροφίμων, χαρακτήριζε την έκθεση στο μολυσμένο ηλιέλαιο «ανεπιθύμητη για ανθρώπινη κατανάλωση, αλλά όχι πρόβλημα για τη δημόσια υγεία», οι θαμώνες των τηλεπαραθύρων προσπαθούσαν να μας πείσουν για το ακριβώς αντίθετο.

Αν αναζητήσουμε τη γενεσιουργό αιτία αυτής της αισθητικής και ποιοτικής κατάπτωσης των –κατά πολλούς κατ’ ευφημισμόν και μόνον– δελτίων ειδήσεων, θα οδηγηθούμε στην μεγάλη μάχη για τα ποσοστά τηλεθέασης που ανακοινώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα η εταιρεία μετρήσεων AGB. Κι αυτό γιατί είναι κοινό μυστικό ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί επενδύουν πολλά στα δελτία ειδήσεων. Αφενός γιατί τα τελευταία είναι η «βιτρίνα» τους και φέρνουν ή διώχνουν τηλεθεατές και αφετέρου διότι τα έσοδα από τις διαφημίσεις είναι απολύτως συναρτώμενα με τα ποσοστά τηλεθέασης.

Μόνο που αυτή η μάχη για τα νούμερα, έχει και παράπλευρες επιπτώσεις στο επίπεδο της ποιότητας των ειδησεογραφικών προγραμμάτων. Παλαιότερα, το ζήτημα ήταν κυρίως αισθητικής φύσεως: αν δηλαδή μπορούσες να υπομείνεις τις κραυγές των σχολιαστών. Αυτές μοιάζουν εντελώς ανώδυνες μπροστά στον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζουν πλέον τα γεγονότα οι τηλεοπτικοί σταθμοί. Καταρχάς, φαίνεται πως έχουμε αποδεχτεί και τρόπον τινά «νομιμοποιήσει» ως τηλεθεατές (βλέπε ποσοστά τηλεθέασης) ένα νέο μοντέλο ενημέρωσης. Αυτό που βάζει σε πρώτο πλάνο το σχόλιο και σε δεύτερο την είδηση αυτή καθαυτή. Μόνο που αυτό δεν είναι δελτίο ειδήσεων, αλλά ενημερωτική εκπομπή. Πέραν τούτου, πολλές φορές οι τηλεοπτικοί δίαυλοι δεν αρκούνται στον –υπερβολικό έστω– σχολιασμό των γεγονότων, αλλά επιδιώκουν να δημιουργούν και τα δικά τους «γεγονότα». Όπως ακριβώς συνέβη και στην υπόθεση με το ηλιέλαιο, το οποίο από «μολυσμένο», έγινε περίπου «θανατηφόρο»…

Αυτή η υπερβολή, που ώρες ώρες αγγίζει τα όρια της διαστρέβλωσης, δημιουργεί έλλειμμα αξιοπιστίας στα μέσα που την μετέρχονται. Σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο τα καθιστά αναξιόπιστα στα μάτια των τηλεθεατών. Αξίζει το ρίσκο για μερικά παραπάνω νούμερα τηλεθέασης;

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 01.06.2008

Πέμπτη, Μαρτίου 06, 2008

Η υπερβολή των ΜΜΕ

Οποιοσδήποτε παρακολουθεί, έστω και περιστασιακά, τηλεόραση ή διαβάζει εφημερίδες, θα έχει παρατηρήσει ότι κάποια ΜΜΕ έχουν συχνά την τάση υπερβάλλουν. Αυτή μάλιστα η υπερβολή ώρες ώρες αγγίζει τα όρια της καταστροφολογίας. Η τρίχα γίνεται τριχιά και μια εκτίμηση ανάγεται σε είδηση. Πιο πρόσφατο παράδειγμα ενός τέτοιου περιστατικού είναι η πρόβλεψη ομάδας σεισμολόγων για μεγάλο σεισμό στην Αττική, το αμέσως προσεχές διάστημα.

Ορισμένα μέσα ενημέρωσης –τόσο έντυπα, όσο και ηλεκτρονικά– παρουσίασαν την εκτίμηση αυτή μερίδας σεισμολόγων ως κάτι δεδομένο. Δεν εξέτασαν αν υπάρχουν αντίθετες απόψεις στην επιστημονική κοινότητα, αν δηλαδή η εκτίμηση αυτή αμφισβητείται. Έμειναν σε αυτό που παρουσίασε μια ομάδα σεισμολόγων, ανάγοντάς τη γνώμη τους σε συμπέρασμα ολόκληρης της επιστημονικής κοινότητας.

Βέβαια είμαστε συνηθισμένοι σε τέτοιου είδους προσεγγίσεις. Προσεγγίσεις οι οποίες δεν εξετάζουν την είδηση αυτή καθαυτή και το αν είναι έγκυρη ή όχι, αλλά το κατά πόσον αυτή μπορεί να «πουλήσει». Μόνο που με αυτή τη λογική, η αξιοπιστία των συγκεκριμένων μέσων μειώνεται. Και όταν έρθει η ώρα να παρουσιάσουν μια πραγματικά σημαντική είδηση θα την πατήσουν, όπως ο βοσκός στο παραμύθι με το λύκο: κανείς πλέον δε θα τους δίνει σημασία…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 05.03.2008

Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2008

Ο κ. Κούγιας και ο κατήφορος της τηλεοπτικής ενημέρωσης

Πάνω που η υπόθεση Ζαχόπουλου άρχισε να «ξεθυμαίνει» και ελπίζαμε ότι θα ξέφευγε η τηλεοπτική ειδησιογραφία από τη «ροζ» ιστορία και την ατέρμονη σπερμολογία, έγινε κύριο θέμα στα δελτία ειδήσεων η υπόθεση Κούγια – Βατίδου. Αν έκανες ζάπινγκ την προηγούμενη Παρασκευή στα δελτία των «οκτώ», θα έβλεπες ότι όχι μόνο το «νεανικό» δελτίο του Star, αλλά στο σύνολο τους οι τηλεοπτικοί σταθμοί ανήγαγαν σε θέμα μείζονος σημασίας τις δηλώσεις που έκανε ο αιμόφυρτος ποινικολόγος έξω από το φυλασσόμενο από αστυνομικούς σπίτι του, μετά από ένα ακόμα ενδοοικογενειακό επεισόδιο.

Η πρώτη αντίδραση ενός μέσου τηλεθεατή που είδε τα παραπάνω ρεπορτάζ είναι ένα πλατύ χαμόγελο. Το όλο σκηνικό θυμίζει χολιγουντιανή παραγωγή και μάλιστα χαμηλού επίπεδου. Όμως η υπόθεση δεν είναι καθόλου για γέλια. Το ότι έχει την ανάγκη ο κ. Κούγιας να απευθυνθεί αιμόφυρτος(!) στα media για να καταγγείλει την επίθεση που, όπως ισχυρίζεται, δέχτηκε από «μπράβους» της εν διαστάσει συζύγου του είναι κάτι που χρήζει περαιτέρω ανάλυσης. Το χειρότερο όμως είναι άλλο: τα ίδια τα μέσα δίνουν το δικαίωμα στο κάθε κ. Κούγια να κάνει πρώτο θέμα της επικαιρότητας τα της προσωπικής του ζωής. Ο κ. Κούγιας απλά εκμεταλλεύεται τον τρόπο με τον οποίο ιεραρχούν και προβάλλουν τις «ειδήσεις» οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί και παίζει ένα παιχνίδι που ξέρει καλά: αυτό των εντυπώσεων που δημιουργεί η εικόνα.

Είναι, λοιπόν, ένα ζήτημα το για ποιο λόγο επιμένουν τα ΜΜΕ να αναγάγουν σε είδηση –που (πρέπει να) μας αφορά– τις σχέσεις ενός εν διαστάσει ζευγαριού, έστω αναγνωρίσιμου. Γιατί πρέπει να μας απασχολούν οι κλαυθμοί του γνωστού ποινικολόγου και να μην ασχολούμαστε λ.χ. με θέματα μείζονος σημασίας, όπως το τι θα αλλάξει στο Ασφαλιστικό ή ποιος θα είναι ο επόμενος πρόεδρος της μοναδικής υπερδύναμης του πλανήτη;

Κάποιοι θα πουν ότι αυτά είναι που θέλει να δει ο κόσμος. Αυτή η εκτίμηση δε φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Γράφαμε και παλαιότερα ότι «ο τηλεθεατής καταφεύγει σε αυτά τα προγράμματα αφενός για να γεμίσει την ώρα του με κάτι ανάλαφρο –χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι το εγκρίνει– και αφετέρου επειδή είναι ίσως εθισμένος σε τέτοιου είδους προγράμματα» («Διασταυρώσεις» 10/01/2008). Άρα δεν είναι ότι αυτό ζητάει ο τηλεθεατής: απλά αυτό του προσφέρουν τα κανάλια και ο τελευταίος, όντας εθισμένος σε τέτοιου είδους προγράμματα, τα παρακολουθεί. Ίσως πάλι δεν έχει τη διάθεση ο τηλεθεατής να «προβληματιστεί». Βλέπει την τηλεόραση μόνο ως μέσο διασκέδασης, ακόμα και στις –θεωρητικά– πιο σοβαρές εκφάνσεις της (δελτία ειδήσεων).

Και αν ο κόσμος «αγοράζει» αυτό το προϊόν –έστω από συνήθεια ή λόγω «διάθεσης»– αυτό δεν αναιρεί τις ευθύνες κάποιων άλλων. Δεν μειώνει επ’ ουδενί τις ευθύνες της Πολιτείας, η οποία έχει αφήσει στη μοίρα του –και στην ουσία χωρίς ελεγκτικές αρμοδιότητες– το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Δεν αναιρεί ακόμα τις ευθύνες των τηλε-δημοσιογράφων, οι οποίοι συχνά πυκνά νιώθουν την ανάγκη να μας θυμίσουν ότι η δημοσιογραφία είναι λειτούργημα, άσχετα αν οι επιλογές τους άλλα υποδηλώνουν.

Με την υπόθεση Ζαχόπουλου και την διαχείριση της από πλευράς των media πολλοί θεώρησαν ότι «πιάσαμε πάτο». Μια εφημερίδα δημοσίευσε φωτογραφίες πολύ προσωπικών στιγμών ενός ζευγαριού, βαφτίζοντας την πράξη της δείγμα «αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας», ενώ οι τηλεοπτικοί σταθμοί ασχολήθηκαν ενάμισι μήνα αποκλειστικά με μια υπόθεση, η οποία τελικά αποδεικνύεται «φούσκα». Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο κατήφορος των ελληνικών ΜΜΕ –κυρίως της τηλεόρασης– θα συνεχιστεί. Με πρωταρχική ευθύνη όχι εκείνων που «παίζουν» με την κάμερα (αφού βρίσκουν και τα κάνουν), αλλά αυτών που επιτρέπουν να διαιωνίζεται η τηλεοπτική νοσηρότητα…

Δ. Τζ.

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2008

Όταν το μέσο γίνεται είδηση

Η υπόθεση Ζαχόπουλου συνεχίζει να μονοπωλεί τον τηλεοπτικό χρόνο και τις σελίδες των εφημερίδων. Αυτό είναι έως ένα σημείο λογικό, μιας και πρόκειται για ένα ζήτημα με παραμέτρους οι οποίες χρήζουν διερεύνησης. Το πρόβλημα, όμως, έγκειται στο ότι δεν ασχολούμαστε με την υπόθεση αυτή καθαυτή, με το αν δηλαδή υπήρξε οικονομικό ή πολιτικό σκάνδαλο πίσω από τη «ροζ» ιστορία και την απόπειρα αυτοκτονίας του πρώην γενικού γραμματέα. Το θέμα πλέον έχει μετατραπεί περίπου σε εσωτερική υπόθεση των ΜΜΕ.

Έτσι παρατηρούμε εκδοτικά συγκροτήματα να αλληλοκατηγορούνται για «ύποπτες» συναλλαγές. Οι ανακοινώσεις διαδέχονται η μία την άλλη και πάλαι ποτέ φίλοι και συνεταίροι βγάζουν τα μαχαίρια. Κανείς δεν ασχολείται με την ουσία της υπόθεσης. Μας ενδιαφέρει ποιος ήταν ο δημοσιογράφος που έδωσε το οπτικοακουστικό υλικό στο Μαξίμου και όχι αν υπήρξε κάποια παράνομη συναλλαγή κάτω από το τραπέζι. Σπαταλάμε το χρόνο μας για να σχολιάσουμε τις φωτογραφίες των πολύ προσωπικών στιγμών του ζευγαριού Ζαχόπουλου – Τσέκου, αντί να αναρωτηθούμε ποιος και για ποιο λόγο βιντεοσκόπησε τη συνεύρεση και ποιος μόνταρε το υλικό για να κρύψει τι.

Φτάνουμε λοιπόν σε ένα σημείο που καλούμαστε να προβληματιστούμε. Διότι, όταν τα τεκταινόμενα στα media γίνονται είδηση, εγείρεται ζήτημα. Ρόλος των μέσων επικοινωνίας είναι η έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση του πολίτη για το τι συμβαίνει γύρω του. Αν το ίδιο το μέσον (ή ο δημοσιογράφος) γίνεται θέμα, τότε κάτι δεν πάει καλά. Για να γίνει ο δημοσιογράφος πρωτοσέλιδο ή πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων σημαίνει ότι έχει υπερβεί το ρόλο του, που είναι η καταγραφή και ο σχολιασμός της επικαιρότητας και έχει προβεί σε ελέγξιμες πράξεις.

Αν υπάρχει κάποιο επιμύθιο από τα όσα είδαμε και ακούσαμε έως τώρα γύρω από την υπόθεση Ζαχόπουλου, αυτό είναι η κατακόρυφη πτώση της αξιοπιστίας της πολιτικής και των ΜΜΕ στα μάτια των πολιτών. Βέβαια, η πολιτική είχε ανέκαθεν την τάση να παρασύρει όσους ασχολούνταν μαζί της σε σκοτεινές ατραπούς. Αν όμως και τα ΜΜΕ βαδίζουν στον ίδιο δρόμο με την πολιτική και καταστήσουν την εξουσία προνομιακό συνομιλητή τους, τότε οδηγούμαστε σε μια αντιφατική και άκρως επικίνδυνη εξωθεσμική σχέση.

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Δημοτικός Τύπος» στις 24.01.2008

Πέμπτη, Ιανουαρίου 10, 2008

Η ελαφρότητα των δελτίων ειδήσεων

Έχει περάσει σχεδόν ένας μήνας από το απονενοημένο διάβημα του τέως γ.γ. του υπουργείου Πολιτισμού κ. Χρήστου Ζαχόπουλου. Τις τελευταίες μέρες η υπόθεση φαίνεται πως είναι στάσιμη, ενώ οι μέχρι τώρα ενδείξεις της δικαστικής, αλλά και της δημοσιογραφικής έρευνας κάνουν λόγο για «ροζ» και όχι οικονομικό σκάνδαλο. Παρόλα αυτά τα δελτία ειδήσεων ασχολούνται (σχεδόν) αποκλειστικά με το θέμα Ζαχόπουλου, έστω και αν δεν έχουν να προσθέσουν κάτι καινούργιο πάνω σ’ αυτό.

Την ίδια ώρα στο διεθνές στερέωμα συμβαίνουν μείζονος σημασίας γεγονότα, τα οποία οι τηλεοπτικοί δίαυλοι προσπερνούν, θεωρώντας τα προφανώς μικρότερης σημασίας σε σχέση με τη βουτιά στο κενό ενός πρώην γεν. γραμματέα υπουργείου. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη σφαγή στην Κένυα, με τους νεκρούς να ξεπερνούν τους 600, τις πολιτικές εξελίξεις και την αναταραχή στο Πακιστάν μετά τη δολοφονία της ηγέτιδας της αντιπολίτευσης, αλλά και τις προκριματικές εκλογές για την ανάδειξη των υποψηφίων για τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ το 2008.

Εν αντιθέσει με ότι συμβαίνει στα καθ’ ημάς, η δομή ενός δελτίου ειδήσεων κάποιου βρετανικού, αμερικανικού ή γαλλικού τηλεοπτικού δικτύου βασίζεται σε δύο στοιχεία: αφενός η παρουσίαση και η ανάλυση των θεμάτων δεν κρατάει περισσότερο από δύο – τρία λεπτά, αφετέρου υπάρχει ένας μόνον σχολιαστής, κι αυτός μόνον στα θέματα που χρίζουν περεταίρω ανάλυσης. Στη χώρα μας συμβαίνει το εξής απίθανο: στις ειδήσεις παρουσιάζονται 3 – 4 ρεπορτάζ συνολικής διάρκειας 12 – 15 λεπτών, τα οποία σχολιάζονται από τους «ειδήμονες» για περισσότερη από μισή ώρα. Πέρα, λοιπόν, από μονοθεματικά, τα δελτία ειδήσεων της ελληνικής τηλεόρασης είναι περισσότερο talk shows, παρά ειδήσεις.

Από κάποιους θα ακουστεί η γνωστή επωδός ότι «αυτά θέλει ο κόσμος». Δεν είμαι όμως και τόσο σίγουρος ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο τηλεθεατής καταφεύγει σε αυτά τα προγράμματα αφενός για να γεμίσει την ώρα του με κάτι ανάλαφρο –χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι το εγκρίνει– και αφετέρου επειδή είναι ίσως εθισμένος σε τέτοιου είδους προγράμματα. Ίσως πάλι τα ποσοστά τηλεθέασης των δελτίων ειδήσεων να οφείλονται στον τρόπο με τον οποίο ιεραρχεί τα θέματα η κοινωνία μας. Αν ισχύει αυτή η υπόθεση μπορούμε πιθανώς να καταλάβουμε γιατί η είδηση περνάει σε δεύτερη μοίρα, δίνοντας τη θέση της στο σχόλιο…

Δ. Τζ.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2007

Ο κ. Ζαχόπουλος και τα αδηφάγα ΜΜΕ

Η είδηση της απόπειρας αυτοκτονίας του τέως γεν. γραμματέα του υπουργείου Πολιτισμού Χρήστου Ζαχόπουλου σίγουρα δε θα άφηνε ασυγκίνητα τα ΜΜΕ. Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο έχει οτιδήποτε χρειάζεται για να «πουλήσει»: τέως γενικός γραμματέας υπουργείου, μέχρι πρότινος στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού, «βουτάει» απ’ το μπαλκόνι της οικίας του στο Κολωνάκι μια μέρα μετά την παραίτηση – αποπομπή του. Παράλληλα, μια γυναίκα προσπαθεί να πουλήσει στα κανάλια κασέτα, η οποία (λέγεται ότι) θα έφερνε σε πολύ δυσχερή θέση τον κ. Ζαχόπουλο.

Φυσικά, οι τηλεοπτικοί σταθμοί δεν έμειναν στα όσα προαναφέραμε και είναι τα διασταυρωμένα στοιχεία του ρεπορτάζ. Αντιθέτως, οι φήμες και οι «δημοσιογραφικές πληροφορίες» ανάγονται για μια ακόμα φορά σε είδηση. Μυστηριώδεις γυναίκες, οσμή ροζ σκανδάλου, ίσως και οικονομικού, λένε ορισμένοι. Άλλοι «ειδικοί» τηλε-σχολιαστές υποστηρίζουν ότι «ο Ζαχόπουλος δεν άντεξε την απομάκρυνση του από το υπουργείο», «ο Καραμανλής ήταν ο Θεός του…».

Είναι πολύ πιθανόν στις παραπάνω εικασίες να υπάρχουν ψήγματα αληθείας. Πολλές φορές όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει πράγματι και φωτιά. Κι όταν βλέπουν τόσα σενάρια το φως της δημοσιότητας, στατιστικά κάποιο θα είναι λίγο έως πολύ αληθές. Ωστόσο, είναι εντελώς πέραν της λογικής, αλλά και πέραν κάθε δημοσιογραφικής δεοντολογίας η δημοσιοποίηση πληροφοριών οι οποίες όχι μόνο δεν είναι ελεγμένες, αλλά και –σε περίπτωση που τελικά δεν ισχύουν– σπιλώνουν ανθρώπους και υπολήψεις.

Όπως και να ‘χει το θέμα Ζαχόπουλου φαίνεται ότι έχει πολλές προεκτάσεις, πιθανόν και πολιτικές. Ωστόσο, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή είναι να περιμένουμε την εξέλιξη των ερευνών της αστυνομίας. Όσο για τη δημοσιογραφική έρευνα είναι και αυτή χρήσιμη και απαραίτητη, αρκεί να μη στηρίζεται σε κουβέντες επιπέδου «καφενείου»…

Δ. Τζ.

Σάββατο, Οκτωβρίου 20, 2007

Τα αρχεία των εφημερίδων

«Ως αρχείο ορίζεται το σύνολο των τεκμηρίων, το οποίο έχει δεχθεί ή παραγάγει ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του». Από αυτό τον ορισμό της έννοιας αρχείο, αντιλαμβανόμαστε ότι το τελευταίο παράγεται φυσικά, μέσω των καθημερινών μας δραστηριοτήτων. Ως εκ τούτου, θα έπρεπε η πρόσβαση σε αυτό (τουλάχιστον στο κομμάτι το οποίο δεν έχει χαρακτηριστεί απόρρητο για ιατρικούς ή άλλους λόγους) να είναι ελεύθερη για το κοινό.

Αφορμή για αυτές τις σκέψεις είναι ο τρόπος διαχείρισης των αρχείων τους (ενεργών ή ιστορικών) από μερικές από τις σημαντικότερες εφημερίδες του κόσμου. Οι "New York Times" αποφάσισαν από τα μέσα Σεπτεμβρίου να διαθέτουν δωρεάν το μεγαλύτερο κομμάτι του ιστορικού τους αρχείου, μέσω του διαδικτύου. Μέχρι πρότινος, όποιος ήθελε να έχει πρόσβαση στο υλικό αυτό έπρεπε να πληρώνει ετήσια συνδρομή 50 δολαρίων. Φυσικά, η απόφαση αυτή ελήφθη μετά από οικονομικές μελέτες. Όπως εξηγεί η Vivian Schiller , γενική διευθύντρια του διαδικτυακού τόπου της εφημερίδας (http://www.nyt.com/) «απελευθερώνοντας εκατομμύρια νέα ντοκουμέντα, σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή μας ανάπτυξη, θα δημιουργηθεί ένα νέο ρεύμα εσόδων, που θα υπερβεί κατά πολύ τα έσοδα από συνδρομές». Το παράδειγμα των "NYT" πιθανότατα θα ακολουθήσουν και η "Wall Street Journal" καθώς και οι "Financial Times".

Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, όπως μας ενημερώνει ο βρετανικός "Guardian", και ο "Economist" αποφάσισε να κάνει τα αρχεία του προσβάσιμα στο κοινό. Με μια, όμως, βασική διαφορά: στις 600.000 σελίδες του αρχείου του περιοδικού θα έχουν πρόσβαση μόνον όσοι γίνουν συνδρομητές στην αντίστοιχη υπηρεσία. Το ίδιο σχεδιάζουν να κάνουν και οι εφημερίδες "Guardian" και "Observer".

Είναι εμφανές ότι οι εφημερίδες και τα περιοδικά έχουν χωριστεί σε αυτές που πιστεύουν ότι τα έσοδα από τις διαφημίσεις θα είναι πολύ περισσότερα από αυτά των συνδρομών στις αντίστοιχες υπηρεσίες και σε αυτές που πιστεύουν ότι η μεγιστοποίηση των κερδών τους θα γίνει μέσω των συνδρομητικών υπηρεσιών. Κάπου στη μέση υπάρχει και ο αναγνώστης, αυτός που η καθημερινότητα του έχει γίνει είδηση στις σελίδες των εφημερίδων. Και θέλει να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο υλικό αυτό.

Οι αρχειονόμοι για να δείξουν τη σημασία της διατήρησης ακέραιων των αρχείων χρησιμοποιούν μια παροιμοιώδη φράση, η οποία αντίκειται σε ένα από τα βασικότερα αξιώματα των μαθηματικών. Λένε ότι «το όλον είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του». Αν λοιπόν λείπει έστω και ένα κομμάτι του πάζλ, δε θα καταφέρουμε να εξαντλήσουμε ποτέ την πληροφόρησή μας πάνω σε αυτό που διαβάζουμε...

Δ. Τζ.

Info: Ανδρέας Μπάγιας «Αρχειονομία: Βασικές Έννοιες και Αρχές», Αθήνα 2005, Εκδόσεις Κριτική

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2007

Περί δημοσιογραφίας


Όταν κάποιος ρωτήσει ένα τελειόφοιτο Λυκείου για το τι θέλει να σπουδάσει, η απάντηση που παίρνει πιο συχνά (μετά ίσως από Νομική και Ιατρική) είναι δημοσιογραφία. Στα αλήθεια, όμως, πόσοι από εκείνους που θέλουν να σπουδάσουν Δημοσιογραφία ή -για να το θέσω πιο ευρύτερα- που θέλουν να δουλέψουν ως δημοσιογράφοι, μπορούν να αιτιολογήσουν πειστικά την απάντησή τους;

Παρατηρώ συχνά ότι πολλοί από όσους θέλουν να σπουδάσουν δημοσιογραφία, θεωρούν ότι τα πράγματα είναι πολύ απλά: ότι πρόκειται για μια «εύκολη» δουλειά, με καλές προσβάσεις και πολλές γνωριμίες. Άλλοι θέλουν να δουλέψουν στο χώρο των media μόνο και μόνο για να βγουν στο «γυαλί». Άλλοι για να έχουν την ευκαιρία να πίνουν καφέ με τον τάδε ή το δείνα πολιτικό στο Da Cappo.

Τα πράγματα ασφαλώς και δεν είναι έτσι. Από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, η δημοσιογραφία είναι ένα σχετικά κορεσμένο επάγγελμα, με δύσκολο (έως απάνθρωπο, ορισμένες φορές) ωράριο και όχι θέλει πολύ όρεξη, επιμονή και υπομονή. Είναι μια δουλειά, που όπως μου είπε κάποιος «πρέπει να έχεις κατά νουν ότι μπορεί να κάνεις πολύ καιρό να δεις τους φίλους σου».

Φυσικά, όσα προανέφερα δεν αφορούν κατ' ανάγκην αποκλειστικά το χώρο των ΜΜΕ, αλλά μπορούν να αναχθούν και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Πολλά είναι τα επαγγέλματα που άλλη είναι η βιτρίνα και άλλο το... «υπόγειο». Αυτό που συμβαίνει με τη δημοσιογραφία είναι, ίσως, μια ακόμα απόδειξη της αποθέωσης της εικόνας και του θεαθήναι έναντι της ουσίας των πραγμάτων...

Δ. Τζ.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2007

Παραδομένος στις ορέξεις των media…

Σκίτσο του Αντρέα Πετρουλάκη («Καθημερινή» 11।10.2007)

Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ως δημόσιο πρόσωπο έχει πολλές συμπάθειες και πολλές αντιπάθειες. Παρόλαυτα, αυτές τις μέρες της σκληρής δοκιμασίας του, σχεδόν όλοι οι Έλληνες πολίτες είναι κοντά του, ασχέτως αν τον συμπαθούν ή όχι, αν είναι θρήσκοι κοκ.

Σε αυτή, λοιπόν, τη δυσκολότερη περίοδο της ζωής του, τα ΜΜΕ πραγματικά «κανιβαλίζουν» πάνω απ’ το κρεβάτι του. Εκπομπές με ειδήμονες και μη, δελτία «ειδήσεων» και πάσης φύσεως talk shows, παραβιάζουν κάθε είδους έννοια του ιατρικού απορρήτου (η έννοια της ιδιωτικότητας έχει χαθεί προ πολλού για τα media) και «αποφαίνονται» για το «μέλλον» του εν είδει ιατρικού τηλε-συμβουλίου. Όμως, οι μεγαλοδημοσιογράφοι και οι τηλε-μαϊντανοί δεν είναι μόνοι σ’ αυτό τους το εγχείρημα. Συνεπικουρούνται και από ανώτατους ιεράρχες, άσπονδους (ή μη) φίλους του κ. Χριστόδουλου.

Φυσικά αυτή δεν είναι η πρώτη, ούτε προφανώς και η τελευταία φορά που τα ΜΜΕ εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο πόνο. Κάποιοι άλλοι υπενθυμίζουν ότι ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος επέτρεψε την είσοδο των τηλεοπτικών συνεργείων στους ναούς, ως εκ τούτου το «σενάριο» που ζούμε σήμερα ήταν προδιαγεγραμμένο.

Όπως και να έχει το θέμα, είναι τουλάχιστον λυπηρό να βλέπεις σχεδόν σε όλα τα κανάλια συζητήσεις οι οποίες πέρα από το ότι δεν οδηγούν πουθενά και θίγουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, είναι και προσβλητικές για το επάγγελμα (ή λειτούργημα) της δημοσιογραφίας. Ευτυχώς, για μια ακόμα φορά, η πλειονότητα των έντυπων μέσων (δηλ. των εφημερίδων) κρατούν τη σημαία της δημοσιογραφικής αξιοπρέπειας σχετικά ψηλά…

Δ. Τζ.

Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2007

Η φθίνουσα ποιότητα της ενημέρωσης

Σε παλαιότερη συνέντευξή του στην «Καθημερινή» ο πρώην Πρόεδρος του Συνασπισμού κ. Νίκος Κωνσταντόπουλος σημείωνε μεταξύ άλλων ότι «η δημοκρατία μας μεταβάλλεται σε μιντιοκρατία». Μ’ αυτή του τη δήλωση ο κ. Κωνσταντόπουλος υπονοούσε τη σταδιακή μετατροπή των ΜΜΕ από φορείς ενημέρωσης σε αυτόκλητους αντικαταστάτες της εκτελεστικής (ενίοτε και της δικαστικής) εξουσίας. Αυτή η μεταβολή στο ρόλο των Μέσων είναι, σαφώς, αλληλένδετη και με τη φθίνουσα ποιότητα της ενημέρωσης.
Στο σημείωμα αυτό θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τρεις βασικές –κατά τη γνώμη μας– συνιστώσες του όλου θέματος: την τηλεοπτική «ζούγκλα», καθώς και την ποιοτική υποβάθμιση των εντύπων, σε συνάρτηση με την επίδραση που ασκεί το επιχειρηματικό συμφέρον πάνω στο μέσο.

Οι τηλεοπτικές «κοκορομαχίες» είναι κάτι το οποίο πουλάει. Για το λόγο αυτό οι καναλάρχες και οι υπεύθυνοι προγράμματος των καναλιών τις έχουν αναγάγει σε ναυαρχίδα του προγράμματος τους. Το σκηνικό γνωστό: υπουργοί βρισκόμενοι σε αμηχανία, αμύνονται απέναντι στον παρουσιαστή – αφέντη, ο οποίος δε διστάζει να κουνάει επιδεικτικά το δάκτυλο στους πολιτικούς του πάνελ. Ο παρουσιαστής – αφέντης συνηθίζει να «λέει τα πράγματα με τ’ όνομα τους», να τα «χώνει σε όλους», θέλοντας με την –υποτιθέμενη– αντικειμενικότητα του να εντυπωσιάσει το αποχαυνωμένο και μπουχτισμένο κοινό.

Άλλες εκπομπές της τηλοψίας, προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Χρησιμοποιώντας κρυφές κάμερες μεταδίδουν αμφιβόλου εγκυρότητας και ίσως μεμονωμένα περιστατικά, τα οποία (αν και ενδείξεις) βαφτίζουν «αποδείξεις», αγνοώντας το αντιδεοντολογικό και το νομικό κομμάτι του θέματος. «Πάνω απ’ όλα είναι η ενημέρωση του πολίτη» σημειώνουν βαυκαλιζόμενοι οι επίδοξοι δικαστές. Άλλοι συνάδελφοί τους –με υλικό το οποίο έχει αποκτηθεί παρανόμως– εκβιάζουν υψηλά ιστάμενους πολίτες κι αν δεν πάρουν το αντάλλαγμα που ‘θέλουν «βγάζουν τ’ άπλυτά τους στη φόρα» και γίνονται ήρωες (ορισμένες, μάλιστα, φορές και εκδότες).

Η τηλεοπτική είναι, δυστυχώς, μόνον μια πτυχή της ενημερωτικής ευτέλειας που μας κατακλύζει καθημερινά. Δυστυχώς υπάρχει και οι έντυπη. Στα πλαίσια του υγιούς(;) ανταγωνισμού τα έντυπα (κυρίως, δε, οι εφημερίδες) προχωρούν σε πάμπολλες –αμφιβόλου ποιότητας και αισθητικής, σ’ ορισμένες περιπτώσεις– «προσφορές». DVD, όχι πάντα κατάλληλα, μουσικά CD, VCD με… συμβουλές πλαστικής χειρουργικής, δωρεάν SMS και γενικότερα υλικό κατά κανόνα όχι έντυπο. Κάπως έτσι τα έντυπα ΜΜΕ εκμαυλίζονται, μεταβάλλουν τον ρόλο ύπαρξής τους. Ρόλος ο οποίος έχει να κάνει με την ποιοτικότερη και βαθύτερη ενημέρωση, απ’ αυτήν που η εντυπωσιοθηρική τηλεόραση προσφέρει.
Μια διαφήμιση κυριακάτικης εφημερίδας στην τηλεόραση θα σας πείσει. Αυτό που προβάλλεται δε είναι έντυπο, άλλα κάτι που δεν αποτελεί φύσει και θέσει μέρος της εφημερίδας.


Κάπου στη μέση όλων όσων προαναφέραμε βρίσκεται και το επιχειρηματικό συμφέρον. Ορισμένοι ιδιοκτήτες μέσων χρησιμοποιούν αθέμιτα τη δύναμη των μέσων τους για να ρίξουν λάσπη σε αντιπάλους τους, να προωθήσουν πολιτικούς τους «φίλους», ακόμα και για να εκβιάσουν την εκάστοτε πολιτική τάξη, σε περίπτωση που τυγχάνει είναι και εργολήπτες. Δημιουργούν, επίσης, εταιρίες φαντάσματα για να μην πληρώνουν τις εισφορές τους στα ασφαλιστικά ταμεία. Τα ζητήματα που ανακύπτουν πολλά: δεοντολογικά, νομικά, σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν να κάνουν ακόμα και με την ποιότητα της δημοκρατίας, εφόσον ο υγιής ανταγωνισμός νοθεύεται.

Για όλα τα παραπάνω, όμως, τι κάνει άραγε η Συντεταγμένη Πολιτεία; Αν όχι τίποτα, τουλάχιστον πολύ λίγα! Προωθεί νομοθετικά πλαίσια είτε με «παραθυράκια», είτε αξιόλογα, τα οποία στη συνέχεια –και για αδιευκρίνιστους λόγους– παίρνει πίσω. Αφήνει το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο μετέωρο (16 χρόνια ιδιωτικής τηλεόρασης και τα κανάλια λειτουργούν ακόμα σε καθεστώς… «προσωρινής αδειοδότησης»). Δεν δίνει στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) το κύρος και τις αρμοδιότητες που πρέπει. Όλα τα παραπάνω συνεπάγονται ή ελλιπή πολιτική βούληση ή συμβιβασμό με τα συμφέροντα. Ειλικρινά, δεν ξέρω ποιο απ’ τα δύο είναι πιο τραγικό…

Βεβαίως και οι ευθύνες των πολιτών είναι εξίσου σημαντικές. Ας μην παραβλέπουμε ότι εκείνοι είναι αυτοί οι οποίοι σε τελική ανάλυση επικροτούν αδιαφανείς, κακόγουστες, προσβλητικές στην κοινή νοημοσύνη μιντιακές προσπάθειες μέσω είτε της τηλεθέασης, είτε της αναγνωσιμότητας. Ο χαρακτηρισμός «τζάμπα θέαμα» για την τηλεόραση, είναι μια εύκολη μεν, φθηνή δε δικαιολογία για την παρακολούθηση προγραμμάτων χαμηλής ποιότητας. Δεν αναιρεί, επ’ ουδενί, τις ευθύνες των πολιτών.

Για την προαναφερθείσα κατάσταση στα μέσα ευθυνόμαστε λίγο πολύ όλοι: οι εκδότες, οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί, οι πολίτες. Ως εκ τούτου, οι λύσεις σ’ αυτό το μείζονος σημασίας πρόβλημα προϋποθέτουν τη συμμετοχή όλων, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο αν αναλογιστούμε πόσα συμφέροντα υπάρχουν στη μέση. Έτσι το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης πέφτει αναπόφευκτα στο κράτος, το ποίο οφείλει να προστατέψει τον αδύναμο πολίτη απ’ τις αυθαιρεσίες του επιχειρηματία των media.
Και κάτι ακόμα, το οποίο νομίζουμε ότι περιγράφει εύγλωττα το διαμορφωθέν σκηνικό στα ΜΜΕ: Κάποτε λέγαμε ότι τα μέσα ανήκουν στο κοινό τους. Σήμερα αυτή η συνθήκη τείνει να μεταβληθεί. Από δω και στο εξής τα μέσα ανήκουν στους εκδότες τους...

Δ. Τζ.