Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2013

Πως οι απεργίες πλήττουν τον τουρισμό

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κόστος των απεργιών στην πραγματική οικονομία ακόμα και αν δεν μπορεί να προσδιοριστεί σε απόλυτους αριθμούς, είναι πάντως πολύ μεγάλο. Δεν είναι μόνο ότι διακόπτεται η παραγωγική διαδικασία, «το προϊόν που προσφέρεται είναι μειωμένο και κατ' επέκταση η "χώρα γίνεται φτωχότερη"» («Καθημερινή», 3.2.12). Είναι και ότι επιτείνεται το παραγωγικό κενό (output gap) δηλαδή η διαφορά του δυνητικού προϊόντος με αυτό που παράγεται, την ίδια ώρα που ζημιογόνες ΔΕΚΟ αυξάνουν τα ελλείμματα τους (π.χ. η περίπτωση των συγκοινωνιών κατά τη διάρκεια των απεργιών).  

Στο παρόν κείμενο θα σταθώ στην επίδραση των απεργιακών κινητοποιήσεων σε ένα συγκεκριμένο αλλά πολύ σημαντικό (σύμφωνα με το ΙΟΒΕ αποτελεί το 15% του ΑΕΠ) κομμάτι της οικονομίας, τον τουρισμό.  

Είναι προφανές ότι οι πάσης φύσεως απεργίες που κόβουν την πόλη (ή τη χώρα) στα δύο, πλήττουν εκτός από τον κοινωνικό ιστό και τις παρεχόμενες υπηρεσίες στους επισκέπτες της πόλης. Αν, δε, λάβουμε υπόψη μας ότι το κυριότερο εργαλείο του τουριστικού μάρκετινγκ είναι τα κοινωνικά δίκτυα και οι ιστοσελίδες καταγραφής ταξιδιωτικών εμπειριών όπως το tripadvisor, αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος της ζημιάς που μπορεί να υποστεί το τουριστικό προϊόν μιας χώρας από την παρατεταμένη αναμπουμπούλα σε δρόμους και λιμάνια. Κι αυτό γιατί είναι αδύνατο να φιλτράρεις το «word of mouth marketing» και να περιορίσεις τις αρνητικές κριτικές. Ακόμα χειρότερα: σύμφωνα, με την επιστήμη της Διοίκησης, μία αρνητική κριτική επηρεάζει πολλαπλάσιους χρήστες απ' όσους επηρεάζει μια θετική κριτική.  

Συχνά γίνεται λόγος περί μάρκετινγκ και εθνικής στρατηγικής στον τουρισμό και πολλοί αναφέρουν το επιτυχημένο μοντέλο που ακολουθεί η Τουρκία, αντιδιαστέλλοντας το με το ελληνικό πρότυπο του «βλέποντας και κάνοντας». Πράγματι, η επιτυχία της γείτονος χώρας οφείλεται εν πολλοίς στη δυναμική, σταθερή και άκρως επαγγελματική προσέγγιση που ακολουθεί σε θέματα μάρκετινγκ, η οποία φυσικά συνδυάζεται και με ένα πολύ μεγάλο μπάτζετ. Όμως αυτή είναι η μισή αλήθεια. Κι αυτό γιατί υπάρχει και το εξίσου σημαντικό κομμάτι της κουλτούρας και νοοτροπίας ενός λαού. Διότι όσο καλή στρατηγική και αν χαράξεις και όσο πιστά και αν την τηρήσεις, δε θα έχει κανένα αποτέλεσμα αν οι τουρίστες φεύγουν δυσαρεστημένοι επειδή π.χ. τη μια ημέρα δεν κυκλοφορούσε το μετρό και τα λεωφορεία, την άλλη μέρα που είχαν σχεδιάσει να επισκεφτούν κάποιο ελληνικό νησί έπεσαν πάνω στην απεργία της ΠΝΟ ή όταν επέστρεφαν στο αεροδρόμιο ο ταξιτζής τους «έκλεψε».  

Να μην παρεξηγηθούμε: η απεργία προφανώς και είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε πολίτη που θεωρεί ότι θίγονται τα εργασιακά του δικαιώματα. Αλλά αυτό ισχύει στο βαθμό που ο τρόπος διεκδίκησης των αιτημάτων δεν στρέφεται κατά της κοινωνίας (όπως δυστυχώς είθισται στη χώρα μας), επιβαρύνοντας την καθημερινότητα των υπολοίπων πολιτών. Ειδάλλως βρίσκεσαι στη δυσάρεστη θέση ως επαγγελματίας να δικαιολογείσαι για πράγματα για τα οποία δε φταις και δεν μπορείς καν να τα επηρεάσεις.  

Για να κάνω πιο συγκεκριμένα τα παραπάνω θα κλείσω με μια προσωπική ιστορία. Όλοι όσοι έχουν κάποια σχέση με τον τουριστικό κλάδο θα έχουν να αναφέρουν κάποιο παρόμοιο περιστατικό σαν αυτό: Η κινέζα τουρίστρια που πλήρωσε για να έρθει στη χώρα μας με σκοπό να επισκεφτεί τα νησιά και τις τελευταίες μέρες «ζει το μύθο της» εγκλωβισμένη μεταξύ της Κορίνθου, του Πειραιά και του... Mall. Στην κυριολεξία τραβάει τα μαλλιά της κάθε πρωί που μαθαίνει ότι δεν υπάρχουν πλοία. Τρέμω και μόνο στη σκέψη του τι θα γράψει και τι θα πει για τη χώρα μας όταν γυρίσει πίσω στην πατρίδα της... 

Δημοσιεύτηκε στη Lifo στις 6.2.2012

Τρίτη, Φεβρουαρίου 05, 2013

Συνδικαλιστές εναντίον κοινωνίας

Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε η κυβέρνηση το θέμα των απεργιών στο Μετρό και ειδικότερα η απόφαση της επίταξης των εργαζομένων προκάλεσαν ποικίλες αντιδράσεις. Διακεκριμένοι καθηγητές Εργατικού Δικαίου υποστήριξαν πως η Συντεταγμένη Πολιτεία κινήθηκε στα όρια της νομιμότητας. Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Ι. Ληξουριώτη, η κυβέρνηση αντί να χρησιμοποιήσει το μέτρο της «αναγκαστικής εργασίας», θα έπρεπε να εφαρμόσει το άρθρο 14 του νόμου 1264/1982 και να προχωρήσει σε απολύσεις και αγωγές κατά των εργαζομένων για διαφυγόντα κέρδη.

Νομικά η προσέγγιση αυτή είναι προφανέστατα ορθή, ωστόσο όταν σύσσωμη η αντιπολίτευση και το… ένα τρίτο της συγκυβέρνησης είναι στα κάγκελα και σιγοντάρουν τους συνδικαλιστές, πιθανολογούμε ότι πολιτικά μια τέτοια απόφαση δεν θα μπορούσε να σταθεί και θα προκαλούσε πολλαπλάσιους κραδασμούς από όσους προξένησε η επιλογή της επίταξης.

Κι έστω, για την οικονομία της συζήτησης να δεχθούμε την επιχειρηματολογία των συνδικαλιστών ότι η επίταξη είναι «ακραίο μέτρο» (πιο ακραίο, άραγε, από τις απολύσεις που προβλέπει ο νόμος;). Το να κρατάς όμηρο ολόκληρη την κοινωνία, το να μη συμμορφώνεσαι με δικαστικές αποφάσεις, το να θες να εξαιρεθείς από το ενιαίο μισθολόγιο επειδή έχεις τη δύναμη και τα μέσα να εκβιάζεις και το να κάνεις κατάληψη στο αμαξοστάσιο τι είναι; Επαναστατικό δικαίωμα;

Ας σοβαρευτούμε. Η αλήθεια είναι ότι η συμπεριφορά των εργαζομένων στο Μετρό δεν είναι κάτι το καινοφανές. Πρόκειται για την πιο ξεκάθαρη απεικόνιση της νοοτροπίας που μας οδήγησε στη χρεοκοπία: της κοσμοθεωρίας σύμφωνα με την οποία ο καθένας κοιτάζει το προσωπικό του συμφέρον αδιαφορώντας με τον πλέον εμφατικό τρόπο για το αν οι επιλογές του επηρεάζουν την υπόλοιπη κοινωνία.

Το πόσο πολύ έχει διαβρώσει η συγκεκριμένη προσέγγιση τον κοινωνικό ιστό αποδεικνύεται τόσο από το γεγονός ότι έχει οικουμενική εφαρμογή, όσο και από τα καταστροφικά αποτελέσματά της σε μακροοικονομικό και σε κοινωνικό επίπεδο· αφορά τις κυβερνήσεις που εξυπηρετούσαν την εκλογική τους πελατεία γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τις μεσοπρόθεσμες συνέπειες των «παροχών», τον ελεύθερο επαγγελματία που δεν κόβει αποδείξεις για να γλιτώσει την καταβολή φόρων,  μέχρι τις κοινωνικές ομάδες που εκβιάζουν για να μην αλλάξει τίποτα (όχι μόνο τώρα, αλλά από την εποχή που «λεφτά υπήρχαν» και μοιράζονταν αφειδώς σε όποιον είχε κάποιο μέσο πίεσης).  Είναι, με άλλα λόγια, η ατομικιστική λογική του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» και τα αποτελέσματά της είναι πλέον εμφανή παντού γύρω μας.

Αυτή η λογική αντικατοπτρίζεται ευκρινέστατα στον λόγο του γενικού γραμματέα του Σωματείου των εργαζομένων στο Μετρό (Ρ/Σ ΣΚΑΪ): "Είμαστε μια χαρά, αντέχουμε, καλό κουράγιο". Πρόκειται για την πιο ακραία έκφανση κυνισμού, σεχταρισμού και περιχαράκωσης μιας κοινωνικής ομάδας εις βάρος του συνόλου. Προσέξετε: Ο κ. Τσακός δεν ένιωσε καν την ανάγκη έστω να προσποιηθεί ότι συμπάσχει με την κοινωνία που αγκομαχούσε επί εννέα μέρες στους δρόμους ή να ζητήσει τουλάχιστον μια συγγνώμη.

Δυστυχώς έπειτα από τρία μνημόνια, μια κοινωνικο-οικονομική κατάρρευση και τη χρεοκοπία του μοντέλου ανάπτυξης με «δανεικά», τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει στο πεδίο από το οποίο κρίνεται κατά κανόνα το μέλλον ενός έθνους: τη νοοτροπία. Ακόμα νομίζουμε ότι βρισκόμαστε στο 2008. Τουλάχιστον αυτό δείχνουν οι πρακτικές μας.

Δημοσιεύτηκε στο protagon στις 27.01.2012

Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2012

Φτιάξε τον μύθο σου στην Ελλάδα

Σ’ αυτή τη χώρα έχουμε μάθει να ζούμε με μύθους. Αυτοί παίρνουν την μορφή είτε μιας εξιδανικευμένης εικόνας του Ελληνισμού, είτε «προσαρμόζουν» την πραγματικότητα για να χωρέσει στα «δικά μας» καλούπια. Φυσικά η κάθε χώρα έχει ανάγκη να φτιάξει τον δικό της εθνικό μύθο, αυτή τη «ζωογόνο για την κοινωνία δύναμη» που αποτελεί η «μυθολογική συγκρότηση της πολιτισμικής βάσης του (σ.σ. καλώς εννοούμενου) πατριωτισμού» (καθ. Γιώργος Πρεβελάκης, «Η Καθημερινή», 20.05.2012). Όμως εδώ δεν μιλάμε για αυτήν την συγκολλητική ουσία που ενώνει τον πληθυσμό σχηματοποιώντας θεμελιώδεις καταστάσεις και γεγονότα έτσι ώστε να είναι πιο κατανοητά και περισσότερο θελκτικά στα μάτια του μέσου πολίτη. Μιλάμε για την πλήρη διαστροφή της πραγματικότητας, όπου ένα γεγονός παίρνει την εντελώς αντίστροφη ερμηνεία από αυτή που υποδεικνύει η ορθολογική συλλογιστική.

Αδιαμφισβήτητα ο δημοφιλέστερος μύθος των τελευταίων ετών είναι ότι το μνημόνιο φταίει για όλα τα δεινά της χώρας. Όμως το μνημόνιο δεν ήταν το πρόβλημα, ήταν η λύση που μας προτάθηκε για να (προσπαθήσουμε να) λύσουμε το πρόβλημα του τεράστιου δημόσιου χρέους. Κακή, άδικη, πρόχειρη αλλά λύση. Υποστηρίζοντας ότι το μνημόνιο ήταν το πρόβλημα αναιρούμε κάθε σχέση αιτιότητας. Και κάπως έτσι, αντί να δούμε τι κάναμε εμείς λάθος και να προσπαθήσουμε να το διορθώσουμε (σπάταλο κράτος, διαφθορά, κομματοκρατία κλπ.), ξοδεύαμε –κοινωνία και κόμματα– πολύτιμο χρόνο για να βρούμε τι έκαναν λάθος οι άλλοι. Προφάσεις εν αμαρτίες.

Παρεμφερής με τον πρώτο μύθο και με παρόμοια συλλογιστική: Φταίει το μοντέλο της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής ανάπτυξης, αυτό κατέρρευσε με την κρίση. Αλήθεια; Μα ο φιλελευθερισμός σαν πολιτική ιδεολογία δεν ήταν ποτέ δημοφιλής στην Ελλάδα. Έπειτα, η ελληνική οικονομία, κατά βάση κρατικοδίαιτη, συγκεντρωτική και επιδοτούμενη, με ένα κράτος που ήταν πανταχού παρών και που φρόντιζε να «ρυθμίζει» τα πάντα (ακόμα και σήμερα μιλάμε για κλειστά επαγγέλματα!) μάλλον μοιάζει περισσότερο με το σοβιετικό μοντέλο παρά με μια δυτικού τύπου φιλελεύθερη οικονομία της αγοράς.

Ένα άλλο ευρέως διαδεδομένο πλην όμως επίπλαστο σύνθημα ήταν το «λεφτά υπάρχουν». Στην αρχή θα μας δάνειζαν οι Κινέζοι, οι Καταριανοί και οι Ρώσοι. Μετά, πονηροί όντας, σκεφτήκαμε για μια στιγμή να καταγγείλουμε τη δανειακή σύμβαση, αφού «ούτως ή άλλως θα μας δώσουν τα λεφτά». Όταν οι παραπάνω πηγές χρηματοδότησης μας τελείωσαν στραφήκαμε στα 600 δισ. των Ελλήνων του εξωτερικού...   

Ας το παραδεχτούμε: είμαστε ένας αρκετά ευκολόπιστος λαός που δρα περισσότερο με το συναίσθημα παρά με τη λογική. Ο συναισθηματισμός αυτός δεν είναι de facto κάτι κακό, κάθε άλλο. Όμως σε περιόδους έντονης συναισθηματικής φόρτισης μπορούμε να πιστέψουμε το οτιδήποτε αρκεί να μας το πασάρουν με ένα fancy περιτύλιγμα. Εδώ πιστεύαμε ότι τα οστά του γέροντα μοσχοβολούσαν και ότι το νερό του Καματερού είναι θαυματουργό, δεν θα πιστεύαμε ότι για την κρίση μας φταίει κάποιος άλλος;

Ο αμερικανός δικηγόρος Λουις Νάιζερ είχε πει κάποτε ότι «οι άνθρωποι μπορούν να πιστέψουν τα πάντα, αρκεί να τους τα ψιθυρίσεις». Μου φαίνεται ότι δεν απέχει πολύ αυτή η προσέγγιση από την (νέο)ελληνική πραγματικότητα. Η αναλογία είναι εμφανής: αυτά που συζητάμε χαμηλόφωνα και με μια δόση συστολής και επιφύλαξης στις καφετέριες, στις πλατείες, στα blogs και στα τηλεπαράθυρα, αποκτούν στη συνέχεια μια ευρύτερη δυναμική, εύπεπτα, απλοϊκά και ευεξήγητα καθώς είναι. Κι άντε μετά να βγάλεις άκρη.

Δημοσιεύτηκε στο protagon στις 7.10.2012

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 28, 2012

Το άλλο δίδαγμα από την υπόθεση του «Γέροντα Παστίτσιου»


Σε προηγούμενο άρθρο μου στο «Βήμα» είχα επιχειρηματολογήσει κατά της δίωξης του «Γέροντα Παστίτσιου». Μπορεί η συγκεκριμένη ιστοσελίδα να μου φάνηκε ανόητη και κακόγουστη, μπορεί κάποιους να ενόχλησε το περιεχόμενό της, ωστόσο δε θεωρώ ότι είναι λύση η ποινικοποίηση των απόψεων κάποιου στο όνομα μιας θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Κι αυτό γιατί έτσι ανοίγει ένας φαύλος κύκλος λογοκρισίας και δημιουργείται κακό προηγούμενο.

Βέβαια αν και χύθηκε πολύ μελάνι και καταναλώθηκε πολύ φαιά ουσία για την ανάλυση του εν λόγω θέματος, νομίζω ότι μας διέφυγε μια πολύ κρίσιμη παράμετρος. Κατανοώ την ομόθυμη καταδίκη του περιστατικού και προφανώς είμαι απερίφραστα κατά τέτοιων μορφών λογοκρισίας. Ωστόσο αδυνατώ να παρακολουθήσω την επίθεση στην συντεταγμένη Πολιτεία. Η Πολιτεία ενήργησε σύννομα. Το κράτος χρησιμοποίησε την κρατική βία (δίωξη και σύλληψη) για να εφαρμόσει τον νόμο. Κακό, αυταρχικό, παράλογο, αντιφιλελεύθερο (για κάποιους και αντισυνταγματικό) αλλά νόμο.

Οι όποιες συγκρίσεις με τα όσα έγιναν στον αραβικό κόσμο είναι τουλάχιστον άστοχες. Μπορεί η λογική να είναι εν μέρει παρόμοια, όμως τα μεγέθη είναι εντελώς διαφορετικά. Θαρρώ λοιπόν πως βλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Ναι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε την υπόθεση η Πολιτεία είναι παράλογος, πλην όμως νόμιμος. Βέβαια το ότι ένας τέτοιος νόμος υπάρχει και συχνά πυκνά εφαρμόζεται θα έπρεπε να μας λέει πολλά περισσότερα από τη δίωξη καθαυτή.

Ουσιαστικά στη διάταξη περί «βλασφημίας και καθύβρισης θρησκευμάτων» αντικατοπτρίζονται παγιωμένες νοοτροπίες δεκαετιών μιας αρκετά συντηρητικής κοινωνίας η οποία θέλει το κράτος να ρυθμίζει τα πάντα. Ακόμα και να την προστατεύει από τις «κακές επιρροές». Είναι ο καθρέφτης μιας θρησκόληπτης και δογματικής κοινωνίας που δεν διανοείται να ακούσει κακή κουβέντα για τα ιερά και τα όσιά της. Αν τα παραπάνω έχουν μια βάση λογικής, τότε η υπόθεση του Παστίτσιου είναι μια καλή αφορμή να ρίξουμε μια ματιά σε απαρχαιωμένες διατάξεις του ποινικού κώδικα και να τις αναθεωρήσουμε. Το βασικότερο όμως είναι να δούμε τι έχει πάει στραβά στην κοινωνία μας.

Να προσπαθήσουμε να αποβάλλουμε τον φανατισμό και τον δογματισμό που μας χαρακτηρίζει ως λαό και να δείχνουμε περισσότερη ανοχή στην διαφορετική άποψη, ακόμα και αν αυτή είναι «αιρετική». Φυσικά, όσα προανέφερα είναι κατά βάση θέμα παιδείας και κουλτούρας και θέλουν δουλειά, χρόνο, διάλογο και υπομονή. Το σχήμα που περιγράφω είναι αρκετά θεωρητικό οπότε πρέπει να αναζητήσουμε πρακτικούς τρόπους για να αλλάξουμε αυτές τις νοοτροπίες (π.χ. αλλαγή νομοθετικού πλαισίου, αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα).

Τουλάχιστον αν αντιληφθούμε ότι εκεί ακριβώς –στη νοοτροπία μας– βρίσκεται το πρόβλημα μπορούμε να κάνουμε κάτι, ακόμα και αν δεν αποκτήσουμε κεντροευρωπαϊκές συνήθειες. Αν όμως για μια ακόμα φορά σταθούμε στην «κακή και αυταρχική Πολιτεία» οι μεν, στον «βλάσφημο 27χρονο» οι δε, θα ξαναβρούμε το πρόβλημα μπροστά μας με την πρώτη ευκαιρία.

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 28.09.2012

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 25, 2012

Ο φαύλος κύκλος της λογοκρισίας


Κάθε φορά που εμφανίζεται στη δημόσια σφαίρα κάποιο περιστατικό περιορισμού της ελευθερίας του λόγου ή ποινικοποίησης (εντός ή εκτός εισαγωγικών) των απόψεων κάποιου παριστάνουμε τους έκπληκτους! Έτσι συνέβη και στην περίπτωση του «Γέροντα Παστίτσιου», της σατιρικής σελίδας στο facebook της οποίας ο διαχειριστής συνελήφθη για «βλασφημία» και «καθύβριση θρησκευμάτων».

Βέβαια αν κάποιος παρακολουθεί έστω περιστασιακά την επικαιρότητα μόνο έκπληκτος δεν πρέπει να δηλώνει. Ξεχάσαμε κιόλας τον ντόρο που έγινε με τον αποκλεισμό της κ. Βούλας Παπαχρήστου από τους Ολυμπιακούς Αγώνες για ένα ανόητο tweet; Σάμπως έχει περάσει πολύς καιρός από την διαγραφή του δημοσιογράφου κ. Πάσχου Μανδραβέλη από τα μητρώα της ΕΣΗΕΑ, επειδή «τόλμησε» να ισχυρισθεί ότι δεν έλειψε σε κανέναν η ΕΡΤ κατά τη διάρκεια της απεργίας των δημοσιογράφων; Ή μήπως δεν είναι πρόσφατη η συλλογή υπογραφών και ο συνακόλουθος ντόρος για να σταματήσει να προβάλλεται το τουρκικό σίριαλ για τον Σουλεϊμάν;

Η αλήθεια είναι ότι σε αυτήν την χώρα ο δημόσιος διάλογος ξεχειλίζει από υποκρισία ενώ η μνήμη μας είναι αρκούντως επιλεκτική. Στην ουσία υπάρχει μια πολύ μικρή μερίδα φιλελεύθερων ανθρώπων που υποστηρίζει την απόλυτη ελευθερία της έκφρασης χωρίς αστερίσκους και προαπαιτούμενα και μια μεγάλη πλειοψηφία που χρησιμοποιεί τον όρο κατά το δοκούν ανάλογα με το θέμα που είναι υπό συζήτηση. Έτσι, άνθρωποι που διαρρήγνυαν τα ιμάτια τους για να αποκλειστεί η αθλήτρια του τριπλούν από τους Ο.Α. επειδή αναδημοσίευσε ένα ηλίθιο ανέκδοτο –που με αρκετά λογικά άλματα μπορεί να χαρακτηριστεί ρατσιστικό–, τώρα ομιλούν για την ελευθερία της έκφρασης του «Παστίτσιου». Και αντίστροφα: όσοι ζητούσαν να μην τιμωρηθεί η κ. Παπαχρήστου γιατί κάτι τέτοιο θα συνιστούσε λογοκρισία, τώρα θέλουν να μπει φυλακή ο «υβριστής του γέροντα».

Πλην όμως η ελευθερία του λόγου δεν είναι κάτι σχετικό, για να την προσαρμόζουμε σε μια προκρούστεια κλίνη ανάλογα με τις ιδεολογικές μας πεποιθήσεις. Αν κάτι που είπε ή έγραψε κάποιος δεν μας αρέσει αρκεί η αποδοκιμασία του. Αντιθέτως, η οποιασδήποτε μορφής λογοκρισία ή ποινικοποίηση (άτυπη ή μη) δημιουργεί κακό προηγούμενο. Πάντα υπάρχουν κάποιοι που ενοχλούνται από το λόγο κάποιων άλλων. Όπως για μερικούς ήταν προσβλητικό το χιούμορ της κ. Παπαχρήστου, για κάποιους άλλους είναι ανεπίτρεπτο το να κοροϊδεύεις έναν νεκρό μοναχό κοκ.

Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο υπερασπιζόμουνα από αυτές εδώ τις στήλες την ελευθερία της κ. Παπαχρήστου να εκφράζει την άποψη της ακόμα και αν διαφωνούσα κάθετα μαζί της. Γι' αυτό υποστήριζα ότι δεν πρέπει να διακοπεί η προβολή του «Σουλεϊμάν» ακόμα και αν δεν είμαι «φαν». Είναι απλό: όταν ξεσηκώνονται οι «ευαίσθητοι συνδικαλιστές» για το κείμενο του κ. Μανδραβέλη, είναι αναμενόμενο να ξεσηκωθούν οι «ευαίσθητοι αριστεροί» για το χαζό tweet της αθλήτριας ή οι «ευαίσθητοι ελληνορθόδοξοι πατριώτες» για τον Παστίτσιο και τον Σουλεϊμάν.

Είναι φαύλος κύκλος. Χειρότερα: αυτή η «σχετικοποίηση» των κανόνων του τι είναι αποδεκτό και τι όχι ανάλογα με την περίπτωση μας κάνει να μην αντιλαμβανόμαστε καν ότι δημιουργούμε προηγούμενο που δικαιολογεί πράξεις λογοκρισίας.

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 25.09.2012

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 15, 2012

Περί διαφημίσεων και άλλων δαιμονίων

Η τελευταία διαφήμιση της Άμστελ προκάλεσε ποικίλα σχόλια και συζητήσεις, εξαιτίας και της απόφασης του Συμβουλίου Ελέγχου Επικοινωνίας που την έκρινε «παραπλανητική ως προς τα βασικά της μηνύματα που προβάλλουν τον ελληνικό της χαρακτήρα και τη σύνδεση με την ελληνική παράδοση». Σύμφωνα με το τηλεοπτικό σποτ, η γνωστή μπύρα οφείλει το όνομα της στον… «ΑΜ-οιράκη ΣΤΕΛ-ιο» και όχι στον ομώνυμο ποταμό που διασχίζει το Άμστερνταμ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συχνά τα διαφημιστικά σποτ βρίσκονται στη «γκρίζα» περιοχή μεταξύ αλήθειας, αληθοφάνειας και αποσιώπησης. Το τελευταίο είναι σημαντικό: η αποσιώπηση μπορεί δυνητικά να εκλάβει χαρακτήρα παραπλάνησης των καταναλωτών. Και επειδή κάποιος κάποτε είχε πει ότι «τα πιο σοβαρά πράγματα τα είπαμε στα αστεία» (και) η συγκεκριμένη διαφήμιση χρησιμοποιεί ως όχημα το χιούμορ. Είναι λογικό: κάθε προσπάθεια να ειπωθεί κάτι αντίστοιχο στα σοβαρά θα είχε τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Προφανώς χρειάζεται στοιχειώδης άγνοια της πραγματικότητας για να θεωρήσει κάποιος ότι η συγκεκριμένη μπύρα είναι ελληνική. Από την άλλη θα ήταν λάθος να μην εντάξουμε το συγκεκριμένο σποτ στο γενικότερο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο.

Σύμφωνα με πρόσφατη πανελλαδική διαπανεπιστημιακή έρευνα, το τελευταίο διάστημα «παρατηρείται στροφή των Ελλήνων καταναλωτών προς τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα, κυρίως τρόφιμα, με βασικό κίνητρο αυτής της επιλογής τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας και την καταπολέμηση της ανεργίας» («Η Καθημερινή», 12.08.2012). Υπό αυτό το πρίσμα, είναι αναμενόμενο οι εταιρείες να προσαρμόζουν αναλόγως τη στρατηγική τους. Ακόμα και οι πολυεθνικές, εύλογα επιδιώκουν να υπερτονίσουν τα «ελληνικά» χαρακτηριστικά των προϊόντων τους (πρώτες ύλες, δημιουργία θέσεων εργασίας, χρόνια παρουσίας στην Ελλάδα κοκ).

Δεν πρέπει τέλος να παραβλέψουμε ότι η διαφήμιση της Άμστελ δεν κάνει τίποτα άλλο από το να εφαρμόζει τον «χρυσό» κανόνα του Μάρκετινγκ, σύμφωνα με τον οποίο επιτυχημένη είναι μια διαφήμιση όταν ακούγεται και συζητιέται –πιθανότατα αυτός ήταν ο στόχος της, να προκαλέσει αντιδράσεις και να συζητηθεί έτσι ώστε το μήνυμά της να αποκτήσει πολλαπλάσια ισχύ.

Η αλήθεια είναι ότι το θέμα της διαφήμισης είναι εξαιρετικά πολύπλοκο και τα όρια αλήθειας και επιλεκτικής παρουσίασης των γεγονότων – παραπλάνησης είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα. Ο αρμόδιος φορέας (ΣΕΕ) τοποθετήθηκε και, προφανώς, η εταιρεία θα προσαρμόσει αναλόγως την επικοινωνιακή της στρατηγική. Αυτό που έχει περισσότερο σημασία για εμάς τους υπόλοιπους σε μια τόσο δύσκολη συγκυρία είναι πολυεθνικές εταιρίες όπως η μητρική εταιρεία της Άμστελ να παραμείνουν στην ελληνική αγορά, αφού αναμφίβολα με την παρουσία τους συνεισφέρουν στην εθνική Οικονομία…

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 29.08.2012

Σύγχυση ρόλων

Η υπόθεση με την κακοποίηση της νεαρής κοπέλας στην Πάρο βγάζει στην επιφάνεια ουκ ολίγες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας. Ενδεχομένως να αποτελεί και ένα πολύ καλό μάθημα, ένα ‘case study’ για τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε σοβαρά ζητήματα σε αυτήν τη χώρα, αν και έχουμε πολλές φορές αποδείξει ότι αρνούμαστε να διδαχθούμε από τα παθήματά μας. Καταρχάς η αστυνομία λειτουργώντας με επαγγελματισμό έκανε πολύ σωστά τη δουλειά της, συλλαμβάνοντας τον (κατ’ ομολογία) δράστη του περιστατικού. Αν και το αναμενόμενο δεν είναι πρωτοφανές, είναι πάντως άξιο αναφοράς σε μια χώρα που σε μεγάλο βαθμό το ευρύτερο δημόσιο υπολειτουργεί.

Πλην όμως από εδώ και πέρα αρχίζουν τα… δυσάρεστα. Μέλη της Χρυσής Αυγής επιχείρησαν να προπηλακίσουν τον κατηγορούμενο, εισερχόμενοι στο πλοίο και σπάζοντας το τζάμι του οχήματος της αστυνομίας που τον μετέφερε. Φυσικά το περιστατικό είχε σαφές ιδεολογικοπολιτικό πρόσημο, αντίστοιχου βεληνεκούς με τα χάπενινγκ του ΠΑΜΕ (στα ίδιο λιμάνι) αλλά στο άλλο άκρο του πολιτικού χάρτη, ωστόσο δεν έχω αμφιβολία ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας μας θα επικροτούσε ψελλίζοντας ότι «και λίγα του έκαναν». Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι αν οι ρόλοι του θύτη και του θύματος ήταν αντεστραμμένοι οι οπαδοί της Χ.Α. θα αποθέωναν τον δράστη! Φαίνεται ότι δυσκολευόμαστε να αντιμετωπίσουμε έλλογα τα σοβαρά περιστατικά και κατακλυζόμαστε από συναισθηματισμό, προκαταλήψεις και σύγχυση μεταξύ των ρολών της Πολιτείας και ημών των υπολοίπων. Ναι, εφόσον αποδειχτεί ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι ένοχος να τιμωρηθεί όσο αυστηρότερα γίνεται!

Όμως δεν είναι επιτρεπτό σε ένα δημοκρατικό κράτος να υποκαθιστούμε τη Δικαιοσύνη: ο φυσικός δικαστής αρκεί. Και αν δε μπορούμε να αναμένουμε κάτι διαφορετικό από περιθωριακές ομάδες, δε γίνεται να είμαστε επιεικείς με τον κανιβαλισμό των ΜΜΕ. Αν και υπάρχουν πολλά «αλλά» στο αν έπρεπε να αποτυπωθεί σε ρεπορτάζ με κάθε λεπτομέρεια η κατάθεση του δράστη, δε θα σταθώ τόσο σε αυτό. Όμως, ο γεμάτος στερεότυπα, «οργή», υπερβολές και γενικεύσεις δημοσιογραφικός λόγος είναι επικίνδυνος: δίνει πάτημα στους «μελανοχιτώνες» να κάνουν τα δικά τους, επιτείνει τη σύγχυση των πολιτών σε σχέση με το ποιος είναι ο ρόλος ενός εκάστου και ακόμα εκθέτει ακόμα περισσότερο το άτυχο κοριτσάκι και τους οικείους της. Συμπτωματικά, την ίδια ώρα που συνέβαιναν όλα αυτά σε διάφορες γωνίες της Ελλάδας τοπικοί άρχοντες αρνούνται να εφαρμόσουν τις αποφάσεις της Πολιτείας για την (προσωρινή) μεταφορά λαθρομεταναστών σε ανενεργά στρατόπεδα και σχολές της αστυνομίας, απειλώντας μας ότι θα γίνει της… Κερατέας.

Η δε αντιπολίτευση –τη μοναδική φορά που η Πολιτεία έδειξε να κάνει κάτι για το ακανθώδες ζήτημα της λαθρομετανάστευσης– βρήκε ευκαιρία να δείξει το «αντι-ρατσιστικό» της πρόσωπο, αρκούμενη σε αφορισμούς αντί να αντιπροτείνει κάτι άλλο ρεαλιστικό, αποτελεσματικό και που να καλύπτει και τις δικές τις ενστάσεις και την ανάγκη των πολιτών για περισσότερη ασφάλεια. Κοινωνία, πολιτικά κόμματα, ΜΜΕ σε σύγχυση ρόλων. Ο επαρχιώτικος πρωτογονισμός μας δυστυχώς στέκει ακόμα εδώ. Και γι’ αυτό δε φταίει κανένας «κακός Πακιστανός», κανένας Σόιμπλε και κανένα ΔΝΤ. Φταίει το ότι δεν εμπιστευόμαστε τους (έστω λειψούς) θεσμούς μας και που αντί να προσπαθούμε να τους εμπλουτίσουμε ψάχνουμε αφορμές να τους σαμποτάρουμε…

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 10.08.2012

Δουλειά δεν είχε ο διάβολος...

«Να ανακαλέσει τώρα την κ. Βούλα Παπαχρήστου από τους Ολυμπιακούς Αγώνες (…) δεν μπορεί να εκπροσωπεί την Ελλάδα στο Λονδίνο» πρόσταξε μέσω ανακοίνωσης η ΔΗΜΑΡ. Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις φορές η αθλήτρια τέθηκε εκτός αγώνων με απόφαση του επικεφαλής της ΕΟΕ κ. Ισίδωρου Κούβελου, ο δε ΣΕΓΑΣ την παρέπεμψε στην Δικαστική Επιτροπή της Ομοσπονδίας!

Το σχόλιο της κ. Παπαχρήστου περί του αριθμού των Αφρικανών στην Ελλάδα και των κουνουπιών του Δυτικού Νείλου που «θα τρώνε σπιτικό φαγητό» ήταν ατυχέστατο, χαζό και για κάποιους ρατσιστικό (εγώ πάντως στέκομαι στο ανόητο της υπόθεσης: περισσότερο από κρούσμα ρατσισμού μου φαίνεται πως ήταν κρούσμα ανοησίας). Μάλλον μας έπεσε βαριά η διαδικασία εξεύρεσης των μέτρων 11.6 δισ. ευρώ! Σα να μην είχαν με τίποτα σοβαρότερο να ασχοληθούν ΜΜΕ, πολιτικά κόμματα και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις με περισσή αυστηρότητα και σοβαροφάνεια επιτέθηκαν στην αθλήτρια και ζήτησαν «την κεφαλή της επί πίνακι». Ενώ θα αρκούσε η αποδοκιμασία του περιεχομένου των όσων έγραψε.

Αντιθέτως, η απόφαση του αποκλεισμού της από τους Ο.Α. είναι άστοχη αν όχι εξίσου ατυχής με το σχόλιό της. Η κ. Παπαχρήστου δε θα εκπροσωπούσε τη χώρα σε πολιτικό επίπεδο στο Λονδίνο, δε θα συνδιαλεγόταν με τον κ. Ντέιβιντ Κάμερον για το θέμα της λαθρομετανάστευσης στην Ελλάδα ή με την αρμόδια Ευρωπαία επίτροπο. Θα εκπροσωπούσε τη χώρα στο άθλημά της και μόνο. Κοινώς, οι απόψεις της (θα έπρεπε να) μας είναι αδιάφορες (πολλώ δε μάλλον όταν ζήτησε δημόσια συγνώμη).

Αυτή η πρεμούρα και οι αποφάσεις της ΕΟΕ και του ΣΕΓΑΣ καταδεικνύουν και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την ελευθερία της έκφρασης στην Ελλάδα. Για έναν αθλητή η απαγόρευση της συμμετοχής του σε διεθνείς αγώνες για κάποιες δηλώσεις του είναι το αντίστοιχο της ποινικοποίησης των απόψεων κάποιου (κάτι που εμείς οι υποτίθεται «ευαίσθητοι» σε τέτοια ζητήματα Έλληνες θα καταδικάζαμε πάραυτα). Διαφωνώ κάθετα με το tweet της κ. Παπαχρήστου αλλά ακόμα περισσότερο διαφωνώ με τον εξίσου ρηχό, επικοινωνιακό και ενυπωσιοθηρικό τρόπο που το αντιμετωπίσαμε…

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 25.07.12

Διχασμένοι ως Eλληνες

Η αλήθεια είναι ότι είμαστε ένας λαός με πολύ περίεργη ψυχοσύνθεση, γεμάτοι αντιφάσεις και αντιθέσεις. Σε ένα πρώτο επίπεδο αυτό γίνεται εύκολα εμφανές: Κάποιος τρίτος (ξένος) που μας παρατηρεί δυσκολεύεται να μας χαρακτηρίσει ως αμιγώς «Δυτικούς» (κάθε άλλο θα έλεγα), αλλά επίσης ούτε αποκλειστικά ως «Βαλκάνιους» ή «Ανατολίτες».

Είμαστε λίγο απ’ όλα τα παραπάνω, ή απλώς Έλληνες. Η ελληνική ιδιαιτερότητα έχει ασφαλώς θετικές και αρνητικές πτυχές. Είναι στα υπέρ μας ότι είμαστε πολιτικοποιημένοι και έχουμε σαφείς απόψεις. Από την άλλη πλευρά είναι τουλάχιστον παράδοξο να έχουμε την τάση να εκφράζουμε άποψη επί παντός επιστητού, ενώ έχουμε ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά αναγνωσιμότητας (ακόμα και εφημερίδων) στον δυτικό κόσμο. Τελικά αυτή η πολιτικοποίηση είναι ρηχή.

Έπειτα, σε ιστορικό επίπεδο ο διπολισμός είναι βαθύτατα χαραγμένος στο DNA μας. Στη σύγχρονη ελληνική ιστορία πάντα υπήρχε ένα κίνημα με πρώτο συνθετικό το «αντί» (από την εποχή της Επανάστασης έως τον Βενιζέλο και από τον Εμφύλιο μέχρι το Μνημόνιο). Σαν λαός πάντα προτιμούσαμε τις αντιθέσεις από τις συνθέσεις (προς επίρρωση αυτού ρίξτε μια ματιά στη σύγχρονη πολιτική ιστορία μας). Φράσεις όπως «κυβέρνηση συνεργασίας» μας ήταν άγνωστες μέχρι πριν ένα δύο χρόνια (εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες κεντροευρωπαϊκές χώρες), ενώ ο «συμβιβασμός» στην πολιτική μας κουλτούρα έχει περίπου την έννοια της προδοσίας.

Το χειρότερο είναι ότι σε μεγάλο βαθμό είμαστε κάθετοι και κατηγορηματικοί σε ότι έχει να κάνει με την ορθότητα των απόψεων μας: δεν γίνεται η αλήθεια να είναι κάπου στη μέση, εν ολίγοις συνήθως δεν προσπαθούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια δια της σωκρατικής μεθόδου αλλά βέβαιοι για την ορθότητα των ισχυρισμών μας επιδιώκουμε να επιβληθούμε στο συνομιλητή μας.

Αν αυτός ο «φανατισμός» συνδυαστεί με άλλα στοιχεία που μας χαρακτηρίζουν όπως τη ροπή προς την συνομοσιολογία, την εύκολη θυματοποίηση ή την έλλειψη ανεκτικότητας και σεβασμού προς τον άλλον (βλ. World Values Survey) οδηγούμαστε σε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, που σε συνθήκες κρίσης (όπως σήμερα) γίνεται άκρως διχαστικό και εν τέλει επικίνδυνο για την κοινωνική συνοχή.

Είναι πάντως παρήγορο ότι σαν λαός έχουμε οξυμένο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Παρά τις διαφορές μας βγήκαμε αλώβητοι από κρίσεις ανάλογες με τη σημερινή ή ακόμα εντονότερες - Μικρασιατική καταστροφή, Εμφύλιος, δικτατορία κοκ. (ρίξτε μια ματιά σε μια άκρως ενδιαφέρουσα εκπομπή των Νέων Φακέλων επ’ αυτού).

Όπως είχε πει (αν θυμάμαι καλά) ο καθηγητής στη Σορβόννη Γ. Προκοπάκης, μπορεί να μην μπορούμε να αναπτύξουμε μια κουλτούρα συνεννόησης για μεγάλο χρονικό διάστημα, ωστόσο για περιορισμένο χρόνο και για συγκεκριμένους επιτακτικούς στόχους πάντα βρίσκουμε τον τρόπο να τα καταφέρουμε.      

Αυτός ο λαός, βαθύτατα μπερδεμένος, διχασμένος αλλά ταυτόχρονα εξουθενωμένος σε όλα τα επίπεδα από την ένταση της κρίσης καλείται να ψηφίσει για δεύτερη φορά μέσα σε ενάμιση μήνα. Ξέρει, αντιλαμβάνεται ή έστω υποψιάζεται ότι το παλιό κυρίαρχο μοντέλο κρατικοδίαιτης – ρουσφετολογικής ανάπτυξης έχει χρεοκοπήσει, αλλά παραμένει ακόμα σε μεγάλο βαθμό στη φάση της άρνησης. Η κατάσταση αυτή μου θυμίζει σε εκπληκτικό βαθμό την διαδικασία επεξεργασίας του πένθους όπως την περιγράφει ο Αργεντινός ψυχαναλυτής Χόρχε Μπουκάϊ στο βιβλίο του «Ο δρόμος των δακρύων». «Κατά την εσωτερική επεξεργασία της απώλειας», λέει ο Μπουκάϊ, «γίνεται μέσα μας μια μάχη, ένας αγώνας μεταξύ δύο δυνάμεων. 

Η πλευρά του εαυτού μας που συμβιβάζεται με την πραγματικότητα και αποδέχεται την απώλεια, συγκρούεται με την άλλη μου πλευρά, που δεν είναι διατεθειμένη να αφήσει αυτό που δεν υπάρχει πια και θέλει να το κρατήσει». Μένει να φανεί αν το εκκρεμές γύρει προς την κατεύθυνση της αποδοχής ή της άρνησης

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 15.06.2012

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2009

Η βία στα γήπεδα και οι ανεύθυνοι / υπεύθυνοι

Δίχως υπερβολή τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια, με την ανάληψη των καθηκόντων του ο εκάστοτε υφυπουργός Αθλητισμού φτιάχνει και έναν νόμο για την «πάταξη της βίας στα γήπεδα». Νόμος που είτε θα είναι λειψός, είτε θα εφαρμοστεί πλημμελώς, άρα δε θα αποδώσει τα αναμενόμενα. Και αν με τόση ευκολία ψηφίζουμε νόμους, θα περίμενε κανείς ότι οι αρμόδιοι φορείς θα έκαναν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να αποφευχθούν τα επεισόδια, δίνοντας βάση στην πρόληψη, στην οποία ο κάθε νόμος μόνο εν μέρει μπορεί να συνεισφέρει.

Ευσεβείς πόθοι! Για μια ακόμα φορά την περασμένη Κυριακή αποδείχθηκε ότι το πρόβλημα της βίας στα γήπεδα δεν έχει να κάνει (μόνο) με τους νόμους και (ή) την επιλεκτική εφαρμογή τους, αλλά κυρίως εστιάζεται στην έλλειψη βούλησης από την πλευρά των υπευθύνων, έτσι ώστε να αποφευχθούν τα επεισόδια όταν αυτό είναι εφικτό. Διότι στην προκειμένη περίπτωση τα πράγματα ήταν απλά: Στο κλειστό γυμναστήριο του ΟΑΚΑ αγωνιζόταν στις 16.30 η ομάδα βόλεϊ του Παναθηναϊκού, ενώ στις 20.00 στο Ολυμπιακό Στάδιο έπαιζε η ποδοσφαιρική ΑΕΚ. Μάλιστα η διοίκηση της ΠΑΕ ΑΕΚ με ανακοίνωση της προς όλους τους αρμόδιους φορείς στις 19/3 (δηλαδή τρεις μέρες πριν τη διεξαγωγή των αγώνων) έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου: «Η εκδήλωση επεισοδίων, παρά τις όποιες προσπάθειές μας, διαφαίνεται αναπόφευκτη, λόγω της παράλληλης και σχεδόν ταυτόχρονης με τον ποδοσφαιρικό αγώνα διεξαγωγής των αγώνων του FINAL– 4 του Κυπέλλου Συνομοσπονδίας Βόλεϊ.

»Η αποχώρηση των θεατών του βόλεϊ και η παράλληλη προσέλευση των φιλάθλων μας για τον αγώνα ποδοσφαίρου με τον Λεβαδειακό, συμπίπτει χρονικά και θα οξύνει την ένταση, κυρίως στον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο του Ολυμπιακού Σταδίου, στους χώρους στάθμευσης, στα μέσα μαζικής μεταφοράς που εξυπηρετούν το Ολυμπιακό Στάδιο, κλπ. Παρακαλούμε όπως ληφθούν υπ’ όψιν σας οι ανωτέρω επισημάνσεις μας και όπως ενεργήσετε ανάλογα».

Οι επισημάνσεις της ΠΑΕ ΑΕΚ, καθώς και το αίτημα του υφυπουργού Αθλητισμού κ. Γιάννη Ιωαννίδη για αλλαγή ημέρας διεξαγωγής του ποδοσφαιρικού αγώνα δεν συγκίνησαν τους επικεφαλείς της διοργανώτριας αρχής Superleague, οι οποίοι κρύφτηκαν πίσω από «λόγους αρχής και δεσμευτικές αποφάσεις του Δ.Σ. της Σούπερ Λίγκα» που δεν επέτρεπαν «κάποια μεμονωμένη αλλαγή στο αγωνιστικό πρόγραμμα».

Το χειρότερο είναι ότι για μια ακόμη φορά τα τελευταία χρόνια δυσάρεστα γεγονότα που ήταν εφικτό να μην συμβούν συνέβησαν μόνο και μόνο λόγω ανεπαρκούς συντονισμού και έλλειψης βούλησης των αρμοδίων παραγόντων.

Το ζήτημα τίθεται στις σωστές του διαστάσεις στην παρακάτω ανακοίνωση: «Παρότι κατά τη φετινή αγωνιστική περίοδο έχουμε συχνά γίνει μάρτυρες επεισοδίων, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί με σωστότερο σχεδιασμό, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις τα επεισόδια έχουν ουσιαστικά προαναγγελθεί, θεωρούμε απαραίτητο, για μία ακόμη φορά, να τονίσουμε την αναγκαιότητα για καλύτερη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων φορέων, ιδίως όσων έχουν την ευθύνη διαχείρισης αθλητικών εκδηλώσεων. Η πρόληψη και η σωστή και έγκαιρη συνεργασία αποτελούν μονόδρομο στην ανεύρεση λύσεων που θα διασφαλίσουν την ομαλή διεξαγωγή όλων των αθλητικών αναμετρήσεων».

Λεπτομέρεια: Μαντέψτε ποιοι είναι εκείνοι που μιλάνε για «σωστότερο σχεδιασμό», «καλύτερη συνεργασία» των εμπλεκόμενων φορέων, «πρόληψη» κοκ; Όσο περίεργο και αν ακούγεται πρόκειται για ανακοίνωση της διοργανώτριας αρχής του πρωταθλήματος! Εκείνοι που ένιπταν τα χείρας τους την ώρα των αποφάσεων, τώρα επιμερίζουν ευθύνες δίχως ίχνος αυτοκριτικής, ηθικολογούν και αρκούνται σε ευχολόγια. Με τέτοια νοοτροπία είναι σίγουρο ότι θα ξαναζήσουμε γεγονότα σαν αυτά της περασμένης Κυριακής. Και αυτό γιατί ο στρουθοκαμηλισμός και η αποποίηση των ευθυνών ήταν πάντοτε η εύκολη λύση, με βραχυπρόθεσμα όμως αποτελέσματα…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 28.03.2009

Κυριακή, Μαρτίου 08, 2009

Ο παραλογισμός των «εξτρεμιστών»

Μέσα στην αναμπουμπούλα του περασμένου Δεκεμβρίου ενδεχομένως υπήρξαν και κάποια θετικά στοιχεία: στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι μαθητές που κατέβηκαν στους δρόμους, αν και δεν είχαν συγκεκριμένα αιτήματα, πάντως ούτε έσπαγαν, ούτε έκαιγαν. Διαμαρτύρονταν πολιτισμένα. Δυστυχώς, όμως, στους δρόμους της Αθήνας εκείνο το διάστημα οι «μπαχαλάκηδες» βρήκαν την αφορμή που επιζητούσαν, την «νομιμοποιητική» βάση για να εξωτερικεύσουν την «οργή» τους προκαλώντας χάος και αναρχία.

Στα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου πρέπει να αναζητηθούν και οι ρίζες των «Συμμοριών Συνείδησης» καθώς και των «Εξτρεμιστών Περάματος», των δύο οργανώσεων που ανέλαβαν την ευθύνη (και) για την πυρπόληση συρμών του ηλεκτρικού, την περασμένη Τρίτη στον σταθμό της Κηφισιάς. Με μια ανακοίνωση περίπου 800(!) λέξεων οι δύο οργανώσεις μας νουθετούν ηθικολογώντας ακατάπαυστα και κοκορευόμενες ότι αποτελούν απειλή για ολόκληρη την κοινωνία! «Όλα αυτά τα ωραία μας κάνουν να ζούμε» λένε αναφερόμενοι στις «δράσεις» τους πριν (μας) απειλήσουν ευθέως ότι «η ασφάλεια στις μεταφορές πλέον θα είναι αμφίβολη». Φυσικά δεν αρμενίζουν στραβά, αλλά ο γιαλός είναι στραβός: «Δεν είχαμε κανέναν ενδοιασμό να σαμποτάρουμε την διαδρομή όσων συμφιλιώνονται με την αποστειρωμένη μετακίνηση από και προς τις δουλειές τους, από και προς τα σπίτια τους, από και προς την διασκέδασή τους» σημειώνουν.

Δε θα υπήρχε λόγος να ανησυχούμε, αν επρόκειτο για πέντε – δέκα τρελούς. Όμως, τον τελευταίο καιρό οι τρομοκρατικές επιθέσεις σε δημόσια κτίρια, αστυνομικά τμήματα (εσχάτως και σε μέσα μεταφοράς, ακόμα και σε βιβλιοπωλείο την περασμένη Πέμπτη!) αυξάνονται και πληθύνονται. Επιθέσεις δίχως λογική, από ανθρώπους που έχουν μπολιαστεί με μίσος για την «άδικη κοινωνία», την «βία της εξουσίας» και άλλα συναφή. Με άλλα λόγια αυτό που παρατηρείται το τελευταίο διάστημα είναι μια γενικευμένη ανομία, η οποία θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια, χωρίς κανείς να αναλαμβάνει τις ευθύνες των πράξεων του. Διότι η ανώνυμη επιστολή στην χ εφημερίδα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί στα σοβαρά ανάληψη ευθύνης.

«Η ασέβεια προωθεί την ελευθερία» έγραψε κάποτε ο Μαρκ Τουέϊν, αλλά αν ζούσε σήμερα είναι βέβαιο ότι θα καταδίκαζε τα συγκεκριμένα περιστατικά. Η «ασέβεια» του Τουέϊν βρίσκεται μετά βεβαιότητος εγγύτερα στην πολιτική ανυπακοή του Τζον Ρολς παρά στη φθορά δημόσιας περιουσίας μετά αποκριάτικων μασκών. Πράγματι, ο μεγάλος φιλόσοφος του Δικαίου σημείωνε ότι όταν κάποιοι πολίτες νιώθουν ότι ο νόμος προσβάλλει τα δικαιώματά τους, οφείλουν να τον παραβούν. Μόνο που αυτό πρέπει να γίνει υπό τρεις προϋποθέσεις: «1ον η παραβίαση του νόμου να μην εμπεριέχει βία, 2ον να γίνεται δημόσια (δηλαδή και χωρίς κουκούλες), 3ον οι παραβάτες να πληρώνουν το τίμημα της παράβασης. Το τελευταίο είναι κρίσιμο. Πρώτον, πιστοποιεί ότι οι παραβάτες δεν εξυπηρετούν ίδιον όφελος παραβαίνοντας το νόμο και δεύτερον μεγιστοποιείται το αποτέλεσμα της πολιτικής ανυπακοής. Είτε επικοινωνιακά είτε διά της νομολογίας που εκδίδει κάποιο δικαστήριο» (Πάσχος Μανδραβέλης, «Η Καθημερινή» 21.12.2008). Εν προκειμένω η παράβαση του νόμου 1ον είναι βίαιη, αφού ασκήθηκε ψυχολογική και σωματική βία σε υπαλλήλους των ΗΣΑΠ, 2ον έγινε με κουκούλες (έστω αποκριάτικες μάσκες, για να είμαστε και στο κλίμα των ημερών) και 3ον οι παραβάτες δεν είχαν καμιά διάθεση να «πληρώσουν το τίμημα της παράβασης». Άρα δεν πρόκειται για πολιτική ανυπακοή, αλλά για εγκληματική βία.

Το πιθανότερο είναι ότι αυτού του είδους η βία θα έχει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα και μικρό έως μηδαμινό αντίκτυπο στη ζωή μας: δε θα σταματήσουμε να μετακινούμαστε με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, θα συνεχίζουμε να ψωνίζουμε από βιβλιοπωλεία και θα πηγαίνουμε στα αστυνομικά τμήματα για να διεκπεραιώσουμε υποθέσεις μας. Ωστόσο, η λογική που κρύβεται πίσω από πράξεις σαν και αυτές είναι δυνάμει επικίνδυνη, όσο βρίσκει ανθρώπους που επιδιώκουν (κατά δήλωση τους) με «θράσος, τρέλα και μίσος» την πραγμάτωση «λυσσασμένου αντάρτικου πόλης». Είναι δε βέβαιο ότι η Κωνσταντίνα Κούνεβα, στην οποία γίνεται αναφορά στην ανακοίνωση των δύο οργανώσεων, δε θα την ενέκρινε: είναι η βία που ασκήθηκε στην ίδια, από την ανάποδη, με την ίδια αφετηρία: τον παραλογισμό.

Δ. Τζ.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 08, 2009

Το Facebook, οι «φιλίες» και η πραγματικότητα

Το πιθανότερο είναι ότι όταν –τον Φεβρουάριο του 2004– ο τότε φοιτητής του «Harvard» Μάρκ Ζούκερμπεργκ έβαζε το θεμέλιο λίθο του Facebook δεν φανταζόταν τι θα επακολουθούσε. Αρχικά, η γνωστή σελίδα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούσε μια μορφή (διαδικτυακής) επικοινωνίας μεταξύ των μελών του φημισμένου πανεπιστημίου. Σήμερα αριθμεί περίπου 150.000.000 μέλη απ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη.

Ο τρόπος λειτουργίας του Facebook είναι λίγο πολύ γνωστός: Ο χρήστης της υπηρεσίας έχει τη δυνατότητα να φτιάξει το προφίλ του, «ανεβάζοντας» προσωπικές πληροφορίες καθώς και φωτογραφίες και από εκεί και πέρα αρχίζει η αναζήτηση φίλων και γνωστών, οι διαδικτυακές συζητήσεις και η εγγραφή σε θεματικά γκρουπ.

Οι Έλληνες χρήστες του διαδικτύου (και όχι μόνο αυτοί) είναι κατά μιαν έννοια εθισμένοι με το Facebook. Τα στοιχεία έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών για το προφίλ των Ελλήνων χρηστών του κοινωνικού δικτύου είναι αποκαλυπτικά: Το 85% όσων διατηρούν προφίλ στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα (υπολογίζονται σε 1.000.000), την επισκέπτονται σε καθημερινή βάση. Μάλιστα ένας στους δύο (50%) αφιερώνει πάνω από 15 – 30 λεπτά σε κάθε επίσκεψή του. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το ότι το 42% των χρηστών θεωρεί το Facebook απαραίτητο ή πολύ απαραίτητο.

Για ποιους λόγους, όμως, χρησιμοποιούμε την συγκεκριμένη πλατφόρμα; Κυρίως για να βρούμε παλιούς φίλους, αλλά και για να μαθαίνουμε νέα φίλων και γνωστών (η λεγόμενη κοινωνική κριτική ή επί το λαϊκότερο κουτσομπολιό).

Ενδεχομένως όλο αυτό να μοιάζει παιδαριώδες και αφελές στους μεγαλύτερους, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Η διείσδυση του Facebook σε τόσο πλατιά στρώματα της κοινωνίας δείχνει την ανάγκη μιας γενιάς για επικοινωνία (έστω εξ αποστάσεως) και επαναπροσέγγιση. Αποτελεί μια αφορμή για συζητήσεις, χαβαλέ και μια ευκαιρία για φευγαλέες ματιές σε προσωπικές στιγμές. Μόνο που εδώ δεν κρυφοκοιτάζουμε από την κλειδαρότρυπα, αφού ο «φίλος» μας ανοίγει από μόνος του την κουρτίνα της προσωπικής του ζωής.

Όμως κατά πόσον οι «φιλίες» που αναπτύσσονται στο Facebook είναι αληθινές; Η αμερικάνικη εταιρία Burger King σε συνεργασία με μια διαφημιστική εταιρία έκανε ένα πρωτότυπο πείραμα: όποιος χρήστης του Facebook διέγραφε δέκα «φίλους» του κέρδιζε ένα χάμπουργκερ. Δεν εξέπληξε κανέναν ότι για ένα χάμπουργκερ χάλασαν παραπάνω από 230.000 ιντερνετικές «φιλίες». Κι αν η εταιρία είχε ως απώτερο σκοπό να διαφημιστεί, κάπως έτσι αποδείχθηκε (σύμφωνα με τον Μπράιαν Γκις, αντιπρόεδρο του τμήματος Μάρκετινγκ της διαφημιστικής εταιρίας) ότι στο Facebook «σημασία δεν έχει η ποιότητα αλλά η ποσότητα των φίλων».

Στο ερώτημα αν πρέπει να ανησυχούμε για την ολοένα και αυξανόμενη διείσδυση του Facebook η απάντηση είναι όχι. Το Facebook δεν ήρθε για να υποκαταστήσει την πραγματική επαφή. Το αντίθετο: πρόκειται για ένα παράλληλο διαδικτυακό (συχνά παραπλανητικό) σύμπαν, όπου κάνουμε «φιλίες» ακόμα και με αγνώστους μόνο και μόνο για να δείχνουμε δημοφιλείς. Μας διασκεδάζει και γεμίζει ευχάριστα τον ελεύθερο χρόνο μας, αλλά ως εκεί. Η (αληθινή) ζωή είναι αλλού…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 08.02.2009

Κυριακή, Ιανουαρίου 04, 2009

Ο παραλογισμός του ΠΑΜΕ

Το είδαμε λοιπόν και αυτό! Μέλη του ΠΑΜΕ (συνδικαλιστική οργάνωση του ΚΚΕ) έφτασαν στο σημείο να κλείσουν τις εισόδους καταστημάτων στο κέντρο της πόλης, ακόμα και να προπηλακίσουν πολίτες που θέλησαν να κάνουν τα ψώνια τους! Αυτά συνέβησαν –μεταξύ άλλων– την περασμένη Κυριακή. Μια μέρα που υπό κανονικές συνθήκες τα εμπορικά καταστήματα θα ήταν κλειστά. Όμως, μετά από αίτημα αρκετών καταστηματαρχών και έχοντας υπόψη τη ζημιά που προκάλεσαν στην αγορά οι πορείες και (κυρίως) τα επεισόδια των προηγούμενων εβδομάδων, η Νομαρχία αποφάσισε να δώσει το «πράσινο φως» για να παραμείνουν ανοικτά κατ’ εξαίρεση.

Όπως φάνηκε αυτή η απόφαση δεν άρεσε σε κάποιους. Θεμιτό. Ωστόσο από το να διαφωνείς με μια απόφαση της Πολιτείας μέχρι να φτάνεις στο σημείο που είδαμε από τηλεοράσεως υπάρχει τεράστια διαφορά. Η εικόνα ήταν αστεία μέσα στην τραγικότητά της: Οι συνδικαλιστές χτυπούσαν όσους ήθελαν να ψωνίσουν, έδιναν διορία στους καταστηματάρχες για να κατεβάσουν ρολά, και αν οι υπεύθυνοι των καταστημάτων δεν υπάκουαν, τότε εκείνοι απλώς έφραζαν την είσοδο.

Η παρεμπόδιση λειτουργίας των καταστημάτων είναι κίνηση εντελώς αντιδημοκρατική. Αυτό είναι το ένα θέμα. Διότι αν άκουσε κανείς τα επιχειρήματα των μελών του ΠΑΜΕ θα κατάλαβε και τον παραλογισμό, ο οποίος οδήγησε στις συγκεκριμένες ενέργειες. Ακούσαμε, λοιπόν, ότι «καταστρατηγείται η αργία της Κυριακής». Από πού, όμως, πηγάζει αυτό; Έθεσε κανείς θέμα να ανοίγουν τα καταστήματα Κυριακές; Παρά τα κροκοδείλια δάκρυα που χύθηκαν για τους υπάλληλους που δούλεψαν την περασμένη Κυριακή, όπως έγινε γνωστό το ημερομίσθιο τους για τη συγκεκριμένη ημέρα προσαυξήθηκε κατά 75%. Και συν τοις άλλοις θα έχουν μια επιπλέον μέρα άδεια τον Ιανουάριο –το αυτονόητο δηλαδή εφόσον δούλεψαν σε ημέρα αργίας.

Το παράλογο της υπόθεσης είναι ότι οι ίδιοι άνθρωποι που επιχείρησαν να κλείσουν τα μαγαζιά την Κυριακή είναι εκείνοι που καταγγέλλουν συχνά – πυκνά το «θάνατο του εμποράκου». Η ευαισθησία τους λοιπόν είναι εντελώς επιλεκτική, αντίθετη στο νόμο και τελικά ανεξήγητη με βάση την κοινή λογική. Παλαιότερα τα έβαζαν με τις «πολυεθνικές που κλέβουν τη δουλειά των μικρών επαγγελματιών». Την περασμένη εβδομάδα ήταν η σειρά (και) του «εμποράκου» του κέντρου της Αθήνας…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 04.01.2009

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 29, 2008

Η «επαναστατική γυμναστική» και η ισχύς των νόμων

Τελικά φαίνεται πως σε αυτή τη χώρα έχουμε χάσει εντελώς την αίσθηση του μέτρου. Δεν εξηγείται αλλιώς! Τις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες για την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου διαδέχτηκαν οι καταστροφές και οι μολότοφ. Δεν μείναμε όμως εκεί. Ακολούθησαν αρκετά δείγματα αυτού που συνοπτικά ονομάζουμε «επαναστατική γυμναστική».

Εν αρχή ήταν οι βανδαλισμοί σε μνημεία στο κέντρο της πόλης. Εντάξει! Ας πούμε ότι αυτά εντάσσονται στο πεδίο δράσης των «μπαχαλάκηδων», οπότε δε μπορούμε να τα κρίνουμε με βάση την κοινή λογική. Δυστυχώς, όμως, ακολούθησαν και άλλα τέτοια «επαναστατικά» και μάλιστα από ανθρώπους χωρίς κουκούλες! Από τα γιαούρτια στον δημοσιογράφο του ΣΚΑΪ και τα μελομακάρονα στον δήμαρχο Θεσσαλονίκης, μέχρι την κατάληψη στούντιο ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών και τη διακοπή παράστασης Εθνικού Θεάτρου. Χειρότερα: κάποιοι τα έβαλαν ακόμα και με το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Δήμου Αθηναίων μπροστά στα απορημένα μάτια των μικρών παιδιών!

Το πρόβλημα εν προκειμένω εντοπίζεται στην λανθασμένη αντίληψη που έχουμε για τα δικαιώματα μας. Είθισται σε περιπτώσεις αναταραχών (μετά από πορείες, επεισόδια κλπ.) να νομιμοποιούνται «επαναστατικώ δικαίω» οι κάθε είδους παρανομίες. Αν δε εφαρμοζόταν ο νόμος και λ.χ. ο κύριος που μαύριζε τον Ρήγα Φεραίο στην οδό Πανεπιστημίου ή εκείνος που έγραφε συνθήματα στο κτίριο της Ακαδημίας συλλαμβάνονταν θα ακούγαμε τα μύρια όσα. Άσχετα αν η φθορά δημόσιας περιουσίας είναι ποινικό αδίκημα.

Να δεχθούμε την άποψη ορισμένων ότι σημασία δεν έχει η πράξη αυτή καθ’ αυτή αλλά ο συμβολισμός της. Ποιος όμως ορίζει που τελειώνει η «επανάσταση» (έστω η «συμβολική αντίδραση») και που αρχίζει η κοινή λογική (εφαρμογή του νόμου); Μήπως με το να δικαιολογείς βανδαλισμούς και παράνομες ενέργειες ανοίγεις τον ασκό του Αιόλου και πιθανώς στο μέλλον να δικαιολογήσεις και άλλα χειρότερα που θα συμβούν για «συμβολικούς λόγους»; Και σε τελική ανάλυση για ποιον λόγο υπάρχουν οι νόμοι αν διαλέγουμε ποιους θα τηρήσουμε και ποιους όχι ανάλογα με το κατά πόσον ταιριάζουν με τα πιστεύω μας;

Ας μην γελιόμαστε. Υπάρχουν κάποιοι κώδικες συμπεριφοράς που μας επιτρέπουν να συμβιώνουμε. Η γραπτή τους εκδοχή είναι οι νόμοι. Καλώς ή κακώς οι νόμοι ισχύουν για όλους και πρέπει να εφαρμόζονται από όλους. Όποιοι παρανομούν πρέπει να έχουν και τις ανάλογες συνέπειες. Τουλάχιστον έτσι είθισται να συμβαίνει στις δημοκρατίες.

Δ. Τζ.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2008

Χώρα σε αφασία

Ο θάνατος του Αλέξη είναι χωρίς αμφιβολία ένα τραγικό γεγονός. Προφανώς τίποτα δε συγκρίνεται με την ανθρώπινη απώλεια. Όμως, γίνεται να παραλύει ολόκληρη η χώρα επειδή ένας (πιθανόν παράφρονας) αστυνομικός σκότωσε έναν πολίτη; Είναι δυνατόν η δολοφονία ενός ανθρώπου να βγάζει από εκατοντάδες πολίτες τα πιο ζωώδη ένστικτά τους;

Ας μη γελιόμαστε: δεν πρόκειται για περιστατικό «κρατικής βίας» (όπως πολλοί βιάστηκαν να πουν προκειμένου να δικαιολογήσουν τα όσα αδικαιολόγητα επακολούθησαν), αλλά για κρούσμα ηλιθιότητας του ενός. Οι γνωστοί «μπαχαλάκηδες» βρήκαν την αφορμή που επιζητούσαν για να βάλουν νομιμοποιητικό μανδύα στις πράξεις τους.

Το εύρος της καταστροφής είναι αδιανόητα μεγάλο. Η Αθήνα και αρκετές πόλεις της περιφέρειας θύμιζαν εμπόλεμη ζώνη. Επί τέσσερις ημέρες εκατοντάδες «αγανακτισμένοι πολίτες» κατέβαζαν βιτρίνες, κατέστρεφαν περιουσίες, έσπαγαν, έκαιγαν, πλιατσικολογούσαν. Είναι απίστευτο, αλλά η «οργή» των «αντιεξουσιαστών» κατέστρεψε μνημεία που ακόμα και ο Γερμανός κατακτητής σεβάστηκε (ρίξτε μια ματιά στο κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης).

Δυστυχώς το θέμα δεν είναι μόνο η μανία όσων συμμετείχαν στους βανδαλισμούς, που έλλογο ον δεν μπορεί να διανοηθεί. Είναι –σε δεύτερο έστω πλάνο– και η πρόχειρη και εν πολλοίς λαϊκιστική διαχείριση της υπόθεσης από την πλευρά των πολιτικών μας ταγών. Η μεν κυβέρνηση επέδειξε ανεπάρκεια χειρισμών και προφανώς χρεώνεται την αδυναμία της αστυνομίας να κάνει τη δουλειά της. Η δε αξιωματική αντιπολίτευση τη μια μίλαγε για εθνική συναίνεση και την άλλη –με τα επεισόδια σε πλήρη εξέλιξη– ζητούσε «εδώ και τώρα εκλογές». Το κερασάκι στην τούρτα ήταν στάση του προέδρου της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κ. Αλαβάνος ανέφερε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι το κόμμα του είναι μεν «κατηγορηματικά αντίθετο με τη βία», αλλά «δεν δέχεται να μηδενίζεται η νεολαία, ακόμη και ο νέος που σηκώνει μία πέτρα αρκεί να μην το κάνει εξ επαγγέλματος»!

Την ίδια ώρα χιλιάδες μαθητές διαδήλωναν κάνοντας τη δική τους επανάσταση (ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν) με αφορμή ένα τυχαίο (και ομόφωνα καταδικαστέο) περιστατικό. Ονειρεύονται έναν διαφορετικό κόσμο, ακούμε, αλλά η διεκδικητικότητα τους δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο διακύβευμα. «Να σταματήσουν να σκοτώνουν οι μπάτσοι παιδιά» φωνάζει το πλήθος. Μα ήταν απλώς ένας τρελός!

Αυτή είναι η εικόνα μιας χώρας σε πλήρη αφασία. Η εικόνα μιας κοινωνίας που έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και σκιαμαχεί με τον ίδιο της τον εαυτό. Την περιγράφει ακόμα καλύτερα η «International Herald Tribune»: «Το γεγονός ότι ο θάνατος ενός εφήβου, που σίγουρα είναι τραγικός, μπορεί να γονατίσει μια ολόκληρη χώρα, αποκαλύπτει τη βαθιά πολιτική, κοινωνική και οικονομική αναταραχή στην Ελλάδα, μία πυριτιδαποθήκη μεταμφιεσμένη σε λειτουργική δημοκρατία της μεσαίας τάξης».

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 14.12.2008

Κυριακή, Οκτωβρίου 26, 2008

Η δημόσια συζήτηση για τη θρησκεία

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο επίκεντρο των προεκλογικών συζητήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται τα ζητήματα της οικονομίας. Δε γινόταν διαφορετικά: σε μια τόσο άσχημη οικονομικά συγκυρία, όλα τα υπόλοιπα περνούν σε δεύτερο πλάνο. Πλην όμως –με τον έναν ή τον άλλο τρόπο– στο προσκήνιο βρίσκονται (και) τα θέματα που σχετίζονται με τη θρησκεία. Λίγο οι σχέσεις του Μπαράκ Ομπάμα με τον ριζοσπάστη πάστορα Τζερεμάϊα Ράιτ, κάτι η θρησκοληψία της υποψήφιας αντιπροέδρου Σάρα Πέιλιν (η οποία «συγκινεί» με τις θέσεις τις εκατομμύρια πολίτες) έχουν αναζωπυρώσει τις συζητήσεις περί θρησκείας στην Αμερική.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντοτε έτσι. Αν για παράδειγμα ζούσε σήμερα ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ και άκουγε την κ. Πέιλιν να αποδίδει στη θεία βούληση το φαινόμενο του θερμοκηπίου καθώς και την εισβολή στο Ιράκ, τον δε πάστορά της να διακηρύσσει ότι «προβλέπει αναταραχή στις χώρες που οι άνθρωποι μάχονται το Χριστό», σίγουρα θα αισθανόταν πολύ περίεργα. Ο ίδιος είχε τόσο ελάχιστη θρησκευτική ανατροφή, γράφει ο Τζέφρι Γουίτκροφτ στον «Guardian», ώστε χρειάστηκε να βαπτιστεί πριν εισέλθει στον Λευκό Οίκο.

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο της βρετανικής εφημερίδας ενδεχομένως ο τρόπος που αντιλαμβάνονται Ευρωπαίοι και Αμερικανοί την θρησκεία να είναι σήμερα το μεγαλύτερο χάσμα στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο Μίτ Ρόμνεϊ, ο μορμόνος υποψήφιος για το χρίσμα τον Ρεπουμπλικανών, μίλαγε σε άδειους ναούς στην Ευρώπη, ενώ ο Τόνι Μπλερ αποτέλεσε την παραφωνία μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών με την επίσημη διακήρυξη της πίστης του.

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού οι περί θρησκείας προβληματισμοί έχουν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Η Βρετανική Ένωση Ανθρωπιστών μαζεύει χρήματα (μέσω δωρεών και με τη στήριξη του συγγραφέα Ρίτσαρντ Ντόκινς) για να χρηματοδοτήσει ένα –αν μη τι άλλο– πρωτότυπο εγχείρημα: με τις 11.000 λίρες που φιλοδοξεί να συγκεντρώσει σκοπεύει να τοποθετήσει διαφημίσεις σε λονδρέζικα λεωφορεία, με σλόγκαν «Πιθανώς δεν υπάρχει Θεός. Τώρα σταματήστε να ανησυχείτε και χαρείτε τη ζωή σας». Στο όλο εγχείρημα περιλαμβάνεται και η δημιουργία site, όπου οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να αναζητούν περισσότερες πληροφορίες για την αθεΐα, καθώς και γκρούπ στην ηλεκτρονική σελίδα κοινωνικών επαφών Facebook.

Όμως τι οδήγησε μια μερίδα κόσμου σε αυτό το σημείο αντίδρασης έναντι της θρησκευτικής πίστης; Όπως γράφει –στην ηλεκτρονική έκδοση του «Guardian»– η δημοσιογράφος Άριαν Σερίν, πολλά από τα διαφημιστικά μηνύματα θρησκευτικού περιεχομένου τα οποία αναρτήθηκαν στα μέσα μαζικής μεταφοράς παρέπεμπαν σε διευθύνσεις στο Διαδίκτυο, που «υπόσχονταν» στους μη χριστιανούς μια αιώνια βασανισμένη ζωή στην κόλαση. Σύμφωνα μάλιστα με μια νέα διαφήμιση, η αποτυχία κάποιου να πιστέψει στον Θεό, τον καταδικάζει στην κόλαση. Αυτές οι διαφημίσεις, αναφέρει η Σερίν, μπορούν να επηρεάσουν όσους είναι ευάλωτοι.

Το στίγμα του εν λόγω εγχειρήματος δίνει με τον καλύτερο τρόπο ο Ρίτσαρντ Ντόκινς, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και συγγραφέας του πολυδιαβασμένου (και «αιρετικού») βιβλίου «Η περί Θεού αυταπάτη». Σύμφωνα με τον Ντόκινς η συγκεκριμένη εκστρατεία θα κάνει τον κόσμο να σκεφτεί. Και η σκέψη είναι ανάθεμα για τη θρησκεία.

Άσχετα από το ύφος των συζητήσεων και τις διαφορές στην προσέγγιση μεταξύ Ευρωπαίων και Αμερικανών, πιστών ή άθεων, ένα είναι σίγουρο: η θρησκεία αποτελεί ακόμα και σήμερα σημείο τριβής για εκατομμύρια ανθρώπους ανά την υφήλιο. Ίσως αυτό είχε στον νου του ο Γιάννης Τσαρούχης όταν έλεγε κάποτε ότι η εκκλησία είναι το μοναδικό θέατρο που παίζει επί 2.000 χρόνια το ίδιο έργο και έχει πάντα κόσμο…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 26.10.2008

Τρίτη, Οκτωβρίου 14, 2008

Μαθήματα ποδοσφαιρικού πολιτισμού

Πριν από λίγες ημέρες, με αφορμή μια έκθεση, βρεθήκαμε στην Γερμανία, στην πόλη της Κολωνίας. Έτσι, μας δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε έναν αγώνα του γερμανικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, που θεωρείται απ’ τα καλύτερα στον κόσμο, αφού η τοπική ομάδα θα έδινε εντός έδρας αγώνα με την ομάδα της Σάλκε.

Αν και επρόκειτο για τοπικό ντέρμπυ, από νωρίς το απόγευμα της ημέρας του αγώνα οι φίλαθλοι των δύο ομάδων –προς έκπληξη μας– έκαναν βόλτες στην πόλη και στον σταθμό των τρένων, φορώντας μπλούζες και κασκόλ και τραγουδώντας για την ομάδα τους, χωρίς να συμβεί κανένα παρατράγουδο. Δυσκολευόμαστε να φανταστούμε αντίστοιχη εικόνα στους δρόμους ελληνικής πόλης.

Λίγες ώρες αργότερα, οι φίλαθλοι επιβιβάζονταν στον υπόγειο και εν συνεχεία στο τραμ με κατεύθυνση το γήπεδο. Σε αντίστοιχο αγώνα του ελληνικού πρωταθλήματος, π.χ. στο Ολυμπιακό Στάδιο, οι οπαδοί της μιας ομάδας θα χρησιμοποιούσαν τον ηλεκτρικό, ενώ της άλλης θα προσέρχονταν στο στάδιο με λεωφορεία, έτσι ώστε να αποφευχθούν τα επεισόδια. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν όλοι μαζί, στο ίδιο βαγόνι και τους ένωναν πολλά, σίγουρα περισσότερα απ’ όσα τους χώριζαν: η αγάπη τους όχι μόνο για την ομάδα τους, αλλά και για το άθλημα, η αίσθηση ότι συμμετέχουν σε μια γιορτή και το –απαραίτητο– μπουκάλι μπύρας ανά χείρας.

Η ίδια εικόνα και στο γήπεδο. Ο περισσότερος κόσμος βρισκόταν εκεί από νωρίς για λουκάνικα, μπύρες και… ποδοσφαιρικές συζητήσεις στα μαγαζιά πέριξ του «Rhein Energie Stadion». Ο αγώνας ξεκίνησε αφότου ένα ροκ συγκρότημα είχε σήκωσε όλο το στάδιο στο πόδι. Οι οπαδοί των δύο ομάδων ανακατεμένοι στις κερκίδες φώναζαν για την ομάδα τους, τραγουδούσαν, χωρίς να εκτοξεύουν μπουκάλια, δίχως να μουρμουρίζουν συνεχώς για τα σφυρίγματα του διαιτητή. Και όταν το παιχνίδι τελείωσε, έφυγαν όλοι ήσυχα και πολιτισμένα. Με λίγα λόγια είχαν μια συμπεριφορά που απέχει έτη φωτός από αυτή που χαρακτηρίζει το μέσο έλληνα οπαδό. Ο τελευταίος αντιμετωπίζει το παιχνίδι ως τον νυν υπέρ πάντων αγών όπου η ομάδα του ΠΡΕΠΕΙ ό,τι κι αν γίνει να κερδίσει. Ο γερμανός φίλαθλος αισθάνεται ότι είναι ένας εκλεκτός καλεσμένος σε μια ποδοσφαιρική γιορτή και δεν περνάει καν από το μυαλό του η σκέψη να την χαλάσει.

Ήταν ένα πολιτισμικό σοκ το οποίο ξεπεράσαμε με την επιστροφή μας στην Ελλάδα. Ανοίγοντας την τηλεόραση αντικρίσαμε ένα οικείο θέαμα: το ντέρμπυ της Θεσσαλονίκης είχε διακοπεί για μερικά λεπτά επειδή οπαδοί των γηπεδούχων πέταγαν ό,τι βρισκόταν εύκαιρο στους ποδοσφαιριστές της αντίπαλης ομάδας.

Όσοι από εσάς βρεθείτε κάποια στιγμή στην Γερμανία μη χάσετε την ευκαιρία να παρακολουθήσετε έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Θα πάρετε μερικά δωρεάν μαθήματα ποδοσφαιρικού savoir vivre από έναν λαό που λατρεύει το άθλημα, ακριβώς γιατί το βλέπει ως γιορτή και όχι ως πόλεμο...

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 15.10.2008

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2008

Ο πρωταθλητισμός, το ντόπινγκ και οι χορηγοί

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στα νούμερα που ακούγονται τις τελευταίες ημέρες στο παγκόσμιο αθλητικό στερέωμα θα τον πιάσει ίλιγγος. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, λοιπόν, έσπασαν 43 παγκόσμια ρεκόρ. Ο κολυμβητής Μάικλ Φελπς, καταρρίπτοντας το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, πέτυχε το… ακατόρθωτο, να συγκεντρώσει δηλαδή 8 χρυσά ολυμπιακά μετάλλια, σε μια μόνο διοργάνωση. Στον στίβο ο Ουσέιν Μπολτ έκανε τα 100 μέτρα σε χρόνο 9.69’’ και –λίγες ώρες αργότερα– έκανε νέο παγκόσμιο ρεκόρ στα 200 μέτρα. Στον χώρο του ποδοσφαίρου η Ρεάλ Μαδρίτης προσφέρει 52 εκατομμύρια ευρώ για να εντάξει στους κόλπους της τον Νταβίντ Βίγια, ενώ ο Ριβάλντο αφήνει τη χώρα μας, επειδή ομάδα από το Ουζμπεκιστάν του προσφέρει συνολικά απολαβές 10 εκατομμυρίων ευρώ για δύο χρόνια.

Απίστευτες επιδόσεις και πολύ χρήμα. Σε αυτά τα δύο στοιχεία φαίνεται ότι στηρίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα του (πρωτ)αθλητισμού. Το σχήμα είναι απλό: Τα χρήματα τροφοδοτούν τις επιδόσεις, αλλά η κάνουλα κλείνει όταν ο αθλητής σταματήσει να φέρνει στους χορηγούς του (ή στην ομάδα του) τα αναμενόμενα ποσά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η επιτυχία γίνεται αυτοσκοπός για τον αθλητή. Θα κάνει τα πάντα για να επιτύχει. Θα θέσει σε κίνδυνο ακόμα και την υγεία του.

Αναπόφευκτα φτάνουμε στον ρόλο των υπηρεσιών ελέγχου του ντόπινγκ, οι οποίες καλούνται να προστατεύσουν το κύρος του αθλητισμού καθώς και τα ιδανικά του ευ αγωνίζεσθαι. Σε παγκόσμιο επίπεδο αρμόδια για τους ελέγχους είναι η Διεθνής Αρχή Καταπολέμησης Ντόπινγκ (WADA) και σε εθνικό οι αντίστοιχες Αρχές της κάθε χώρας. Μόνο που στη χώρα μας όχι μόνο δεν φαίνεται να υπάρχουν σοβαροί ελεγκτικοί μηχανισμοί, αλλά η ίδια η Πολιτεία είναι αυτή που χωρίς υπερβολή οδηγεί τους αθλητές στη χρήση αναβολικών ουσιών. Το ισχύον νομικό πλαίσιο –που όπως είπε ο υφυπουργός Αθλητισμού θα αλλάξει σύντομα– προβλέπει για τους ολυμπιονίκες (1η – 8η θέση) πριμ που φτάνουν το ποσό των 190.000 ευρώ, βαθμό αξιωματικού στον στρατό, άδεια πρακτορείου ΠΡΟΠΟ, και εισαγωγή σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ! («Η Καθημερινή» 24.08.2008). Το δέλεαρ είναι αδιαμφισβήτητα πολύ μεγάλο για ένα νεαρό αθλητή και είναι δύσκολο να αντισταθεί στις «σειρήνες» των αναβολικών. Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί την ατομική ευθύνη του τελευταίου. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του.

Ποια είναι, λοιπόν, η λύση στο πρόβλημα του ντόπινγκ; Όχι βέβαια η επιστροφή στον ερασιτεχνικό αθλητισμό! Και οι αθλητές επαγγελματίες είναι και πρέπει να βγάζουν τα προς το ζην. Λύση δεν είναι ούτε καν ο εξοστρακισμός των χορηγών από τον αθλητισμό. Το πρόβλημα δεν είναι οι χορηγίες, αλλά η νοοτροπία. Άρα η μάχη δεν θα κερδηθεί μέσω παράλογων απαγορεύσεων. Το ζήτημα είναι να καλλιεργηθεί στους πολίτες μια κουλτούρα η οποία να ευνοεί τον μαζικό αθλητισμό και όχι τον –με οποιοδήποτε κόστος– πρωταθλητισμό. Για να συμβεί, όμως, αυτό δεν χρειάζονται νέα νομοσχέδια, αλλά κυρίως όραμα. Ένα όραμα το οποίο οφείλει η πολιτική και αθλητική ηγεσία να μεταδώσει στην κοινωνία. Πρέπει επίσης η Αρχή Καταπολέμησης του Ντόπινγκ να πάρει πιο σοβαρά το ρόλο της. Πρέπει, με λίγα λόγια, να καταδικάσουμε όλοι νοοτροπίες του τύπου «ντοπέ είναι μόνο όποιος πιάνεται» και εκείνους που τις πρεσβεύουν…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 31.08.2008

Πέμπτη, Αυγούστου 28, 2008

Μισή ώρα σε ένα ταξί

Μόλις είχα αποβιβαστεί από το πλοίο στο λιμάνι του Πειραιά επιστρέφοντας από τις καλοκαιρινές διακοπές και αναζητούσα –όπως και οι περισσότεροι– ταξί για να κατευθυνθώ στον προορισμό μου. Δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα να βρεις ταξί αργά τη νύχτα, στα μέσα Αυγούστου, στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας. Με προσεγγίζει ένας οδηγός ταξί από την παρακείμενη πιάτσα και με ρωτάει που πηγαίνω. Αν και παράλογη η ερώτηση –ο οδηγός οφείλει να σε πάει όπου του ζητήσεις– τελικά κατευθύνομαι προς το ταξί. Ο οδηγός με αφήνει εκεί και φεύγει. Έξω από το όχημα περιμένει ήδη μια κυρία, η οποία πηγαίνει σχετικά κοντά σε μένα. Μετά από περίπου δέκα λεπτά ο ταξιτζής ξαναεμφανίζεται με άλλες δύο κοπέλες –ευτυχώς πηγαίνουμε στο ίδιο μέρος– και (επιτέλους) ξεκινάμε!

Είμαστε στην αριστερή λωρίδα, λίγα μόλις μέτρα από το λιμάνι και ετοιμαζόμαστε να στρίψουμε αριστερά. Το ίδιο θέλει να κάνει και ο οδηγός που βρίσκεται μπροστά μας, στη μεσαία λωρίδα. Έχει βγάλει εγκαίρως φλας, ωστόσο ο οδηγός δε τον έχει δει. Γλιτώνουμε το τρακάρισμα, όχι όμως και τον καβγά. Τα δύο οχήματα σταματούν στη μέση του δρόμου και οι οδηγοί διαπληκτίζονται λεκτικά. Ευτυχώς ήμασταν τέσσερις μέσα στο ταξί, «διότι αν ήμουν άδειος θα κατέβαινα και θα…».

Ξεπερνάμε κι αυτόν τον σκόπελο. Μέχρι το τέλος της διαδρομής δεν υπήρξε κάποιο άλλο απρόοπτο. Πέρα από τα «αυτονόητα». Ο (επαγγελματίας) οδηγός δεν ήταν συνεπής στην εφαρμογή του ΚΟΚ: δύο – τρεις φορές έβγαλε φλας σε ολόκληρη τη διαδρομή, ενώ για bluetooth ούτε λόγος. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι δεν έκοψε απόδειξη, ούτε βέβαια μας υποχρέωσε να φορέσουμε ζώνη ασφαλείας.

Το συγκεκριμένο περιστατικό θα μπορούσε να είναι φανταστικό, ωστόσο είναι πέρα για πέρα αληθινό. Φοβάμαι, δε, ότι δεν είναι καθόλου μεμονωμένο. Ο καθένας μας θα μπορούσε να διηγηθεί κάποια παρόμοια εμπειρία σε ταξί. Κακοί επαγγελματίες υπάρχουν παντού, ωστόσο στον κλάδο των αυτοκινητιστών δεν είναι λίγοι.

Όσο φταίνε οι κακοί επαγγελματίες, άλλο τόσο φταίμε κι εμείς που τους δίνουμε το δικαίωμα να συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος. Δε θα διαφωνήσω. Ακόμα κι έτσι, όμως, οι ευθύνες των συγκεκριμένων ανθρώπων είναι μεγάλες. Με τις ενέργειες τους ζημιώνουν έναν ολόκληρο κλάδο, καθώς ευνοούν τη δημιουργία στερεοτύπων και την παγίωση μιας καθόλου κολακευτικής εικόνας για τους οδηγούς ταξί στα μάτια του μέσου πολίτη.

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 22.08.2008

Παρασκευή, Αυγούστου 22, 2008

Τι είδους τουρισμό θέλουμε;

Το θλιβερό περιστατικό με τον νεαρό Αυστραλό που ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου πριν από δύο εβδομάδες στη Μύκονο θα πρέπει να μας προβληματίσει. «Μπράβους» μπορείς να συναντήσεις παντού στον κόσμο. Ωστόσο εδώ δεν μιλάμε απλώς για ένα «μεμονωμένο περιστατικό», όπως ειπώθηκε από πολιτικούς παράγοντες. Οι μεθυσμένοι (συχνά Βρετανοί) τουρίστες και οι «πορτιέρηδες» που δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους είναι, δυστυχώς, ο κανόνας σε πολλά ελληνικά νησιά.

Αν οι νεαροί Βρετανοί έρχονται στη χώρα μας αναζητώντας «ήλιο, σεξ και ηδονιστική νυχτερινή ζωή» –όπως αναφέρει η εφημερίδα «Guardian»– κάποιοι τους δίνουν την αντίστοιχη δυνατότητα. Το κυρίαρχο ελληνικό τουριστικό μοντέλο προσδιορίζεται στην ορολογία του τουρισμού με δύο λέξεις: «all inclusive». Δηλαδή, ο τουρίστας αγοράζει από την χώρα του ένα πακέτο διακοπών στο οποίο είναι (σχεδόν) όλα προπληρωμένα εντός του ξενοδοχείου. Αν και το μοντέλο αυτό αφορά πιο πολύ οικογένειες με παιδιά, ωστόσο φαίνεται πως υπάρχουν αντίστοιχα πακέτα και για τους νεαρούς τουρίστες. Με μια διαφορά: στην τιμή πολλές φορές συμπεριλαμβάνεται ξενάγηση, όχι στα αξιοθέατα αλλά στα club (sic) του νησιού και κατανάλωση συγκεκριμένης ποσότητας αλκοόλ. Εναλλακτικά προσφέρεται απεριόριστη κατανάλωση αλκοόλ με λίγα μόνο ευρώ.

Όμως όταν σπέρνεις ανέμους αργά ή γρήγορά θα θερίσεις θύελλες. Καταρχάς το μοντέλο αυτό είναι «άσχημο»: Αποτρέπει μια σημαντική μερίδα τουριστών να επισκεφτούν δημοφιλείς ελληνικούς προορισμούς, επειδή δεν αισθάνονται καθόλου ασφαλείς. Τα στοιχεία που δημοσιεύει η βρετανική εφημερίδα σοκάρουν και αποκαλύπτουν το μέγεθος του προβλήματος: το 2006 1.000 Βρετανοί εισήλθαν σε κάποιο νοσοκομείο στη χώρα μας, ενώ αναφέρθηκαν στην αστυνομία 39 περιπτώσεις βιασμού. Μάλιστα, το περασμένο καλοκαίρι μέσα σε μια μόλις εβδομάδα υπήρξαν τρεις θάνατοι, τρεις περιπτώσεις σοβαρού τραυματισμού, τρεις βιασμοί και εννέα συλλήψεις βρετανών πολιτών, κι όλα αυτά μόνο στην περιοχή Λαγανάς στη Ζάκυνθο!

Το συγκεκριμένο μοντέλο εκτός του ότι λειτουργεί αποτρεπτικά για χιλιάδες τουρίστες, αποδεικνύεται και μη προσοδοφόρο. Αν και –όπως ανέφερε ο υπουργός Τουριστικής Ανάπτυξης– οι αφίξεις τουριστών στη χώρα μας το φετινό καλοκαίρι φαίνονται αυξημένες σε σχέση με πέρυσι, ωστόσο δεν παρουσιάζεται η αντίστοιχη αύξηση στα έσοδα (οι αφίξεις αυξάνονται κατά 6% και οι τουριστικές εισπράξεις μόλις κατά 2,5%). Είναι λογικό: οι τουρίστες που επιλέγουν τα συγκεκριμένα πακέτα διακοπών (μεταξύ των οποίων και αρκετοί νεαροί Βρετανοί) δεν ξοδεύουν παρά ελάχιστα χρήματα στον προορισμό τους. Έτσι η αύξηση του τουρισμού είναι άνευ αντικρίσματος, αφού δεν εμφανίζεται στην οικονομία. Με λίγα λόγια ο τουρισμός δεν αυξάνεται ούτε ποιοτικά, αλλά τελικώς ούτε και ποσοτικά.

Πρέπει, λοιπόν, να αναζητήσουμε ένα καινούργιο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης; Κατά τη γνώμη μας ναι. Με τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης η χώρα μας έχει να χάσει πολλά στον τομέα του τουρισμού: τόσο σε επίπεδο εντυπώσεων, όσο και στο πεδίο της οικονομίας. Πόσω μάλλον όταν αυτά τα δύο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα…

Δ. Τζ.