Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Φεβρουαρίου 05, 2013

Η άλλη εξεταστική για το μνημόνιο

Έχουν ένα δίκαιο οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης που ζήτησαν τη διενέργεια εξεταστικής επιτροπής με αντικείμενο τη διερεύνηση των συνθηκών που οδήγησαν στο μνημόνιο. Μόνο που ζητούν να γίνει εξεταστική για λάθος πράγματα, έχοντας ήδη έτοιμες τις απαντήσεις στα ερωτήματα που σκοπεύουν να θέσουν. Όπως ανέφερε ο πρόεδρος του Σύριζα στόχος της διενέργειας εξεταστικής επιτροπής είναι να «καθίσουν (σ.σ. οι υπεύθυνοι) στο εδώλιο της δικαιοσύνης» ειδάλλως «θα τους κρίνει η Ιστορία». «Σας στέλνουμε στο σκαμνί του κατηγορουμένου» υπερθεμάτισε ο κ. Πάνος Καμένος.  

Όμως η εμπειρία έχει δείξει ότι τέτοιες επιτροπές, με τον τρόπο που διεξάγονται, δεν μας κάνουν σχεδόν ποτέ σοφότερους. Στην ουσία πρόκειται για μια ακόμα μορφή ευτελισμού της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, αποκλειστικά και μόνο για το «θεαθήναι». Εξυπηρετούν (μικρο)πολιτικές σκοπιμότητες, παράγουν υλικό ικανό να γεμίσει τις στήλες των παραπολιτικών, αποτελούν εν τέλει θρίαμβο της παραπολιτικής έναντι της πολιτικής. Επί της ουσίας μηδέν.  

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που (θα έπρεπε να) απασχολούν την κοινή γνώμη και μια πιθανή εξεταστική επιτροπή είναι αυτό που έθεσε, σωστά, ο κ. Τσίπρας: «Γιατί ενώ η ελληνική οικονομία σημείωνε εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 1994 ως το 2007, το χρέος μας αντί να μειώνεται πολλαπλασιάστηκε;». Το λάθος του είναι ότι υπαινισσόμενος ποινικές ευθύνες προκαταλαμβάνει την απάντηση, ενώ ο σκοπός της εξεταστικής είναι ακριβώς αυτός: η αναζήτηση της αλήθειας μέσα από καταθέσεις των άμεσα εμπλεκομένων, εμπειρογνωμόνων κοκ.  

Όμως πέρα από τις συνωμοσίες, τα περί «τοκογλυφίας» και την εκ των υστέρων «επιφοίτηση» του πρώην εκπροσώπου της Ελλάδας στο ΔΝΤ κ. Παν. Ρουμελιώτη την οποία επικαλείται ο Σύριζα, υπάρχει η ίδια πραγματικότητα, αμείλικτη σε όποιον δεν θέλει να κλείσει τα μάτια.  

Αναρωτηθήκαμε, άραγε, γιατί δεν επιχειρήσαμε ποτέ σοβαρά να εκσυγχρονίσουμε την δημόσια διοίκηση της χώρας, να μειώσουμε τις εστίες διαφθοράς και την φοροδιαφυγή, να εξαλείψουμε το πελατειακό κράτος; Μήπως τελικά όλοι «βολευόμασταν» από την αναξιοπιστία του κράτους, το οποίο βλέπαμε πάντα ως «εχθρό» και ψάχναμε αφορμές για να του τη «φέρουμε»;  

Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί όσοι σήμερα εμφανίζονται ως κατήγοροι, όχι μόνο δεν προσπάθησαν ποτέ να βελτιώσουν τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, αλλά μπλόκαραν ή χλεύαζαν κάθε σοβαρή προσπάθεια μεταρρύθμισης; Ακούσαμε π.χ. ποτέ να κριτικάρει η αριστερά τα παράλογα επιδόματα τύπου «έγκαιρης προσέλευσης στην εργασία» αντί να πλειοδοτεί σε παροχές;  

Αν λοιπόν στο ερώτημα του πώς φτάσαμε ως εδώ η απάντηση είναι «ο δικομματισμός και ο ΓΑΠ», τότε –παρότι δεν τρέφω καμιά συμπάθεια για τον πρώην πρωθυπουργό– όχι, διαφωνώ. Φυσικά και οι ευθύνες που βαραίνουν όσους κυβέρνησαν τα τελευταία τριάντα χρόνια είναι καταφανώς μεγαλύτερες απ' όλους τους άλλους, αλλά σάμπως και εμείς με την ψήφο και την καθημερινή μας πρακτική δεν επιδοκιμάσαμε αυτό το παρασιτικό μοντέλο (υπ)ανάπτυξης «αλά ελληνικά»; Το κυρίαρχο αίτημα της κοινωνίας ήταν «περισσότερη διαφάνεια» ή μήπως «περισσότεροι διορισμοί»; Εννοείται το ότι οι πολιτικοί ταγοί έκαναν τα χατίρια τις κοινωνίας επ' ουδενί δεν τους αθωώνει.  

Αυτό που μας οδήγησε, λοιπόν, στο μνημόνιο, ήταν ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα που στην ουσία αποτελούσε αντανάκλαση των «θέλω» της ίδιας της κοινωνίας. Τα χρόνια της ευμάρειας τα πράγματα ήταν απλά: Ακόμα και η καταφανής έλλειψη στρατηγικού σχεδίου (αυτό το βαθυστόχαστο που ακούμε εσχάτως περί «εθνικής αφήγησης»), φτιασιδώνονταν με παχιά λόγια, κρύβοντας το πρόβλημα κάτω από το χαλί και θρέφοντας το. Με δανεικά.

Δημοσιεύτηκε στη Lifo στις 1.12.2012

Ξεφυλλίζοντας την «Αυγή»

Ξεφύλλιζα σήμερα την «Αυγή», προσπαθώντας να αποκτήσω μια πιο συγκεκριμένη εικόνα για το πως αντιμετωπίζει ο Σύριζα τις αποφάσεις του χθεσινού Eurogroup. Για να είμαι ειλικρινής δεν εντυπωσιάστηκα απ' όσα διάβασα. Η εφημερίδα είναι (ημι)επίσημο όργανο του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, οπότε δεν περίμενα να βρω καμιά ιδιαίτερα κριτική προσέγγιση των όσων διημείφθησαν στις Βρυξέλλες. Εν τούτοις, ένα φυλλομέτρημα ήταν περισσότερο αποκαλυπτικό απ' ότι ανέμενα, αρκετό για να μου φανερώσει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν στην Κουμουνδούρου για πλείστες όσες πτυχές της διακυβέρνησης.

Το διάβαζα ξανά και ξανά για να πεισθώ ότι δε με γελούν τα μάτια μου. Η αξιωματική αντιπολίτευση επικαλείται το... ΔΝΤ και την κ. Λαγκάρντ η οποία «επέμενε σε λύσεις που θα καθιστούσαν το ελληνικό χρέος "βιώσιμο"». Ωδή στην διευθύντρια του ΔΝΤ; Επίκληση στην αυθεντία; Θα μπορούσε. Όμως η αξιοπιστία του Ταμείου έχει δεχθεί τόσα χτυπήματα από τον Σύριζα που είναι αστείο και ρητορικά αδιανόητο να χρησιμοποιείται τώρα ως αυθεντία.  

«Λυκοφιλίες» θα πει κάποιος, στο μοτίβο του γνωστού σλόγκαν «ο εχθρός του εχθρού μου...». Προσπάθησα να είμαι επιφυλακτικός, αλλά θέλοντας και μη έπεσα πάνω σε άρθρο του πρώην (προ 3-4 μηνών) υφυπουργού Εργασίας της ΝΔ κ. Ν. Νικολόπουλου. Ναι, στην «Αυγή»! «Γνωρίζω ότι υπάρχει προκατάληψη στη χώρα μας με τις ΗΠΑ και το ΔΝΤ και τα όργανα και τους εκφραστές του καπιταλισμού...» αναφέρει μεταξύ άλλων ο ανεξάρτητος βουλευτής. Καλό. Η εθνικοπατριωτική δεξιά εναντίον του... καπιταλισμού, οιονεί σύμμαχος της μαρξιστικής αριστεράς. Όλα μαζί στο αντιμνημονιακό μπλέντερ. 

Συνεχίζοντας το ξεφύλλισμα έπεσα πάνω σε μια συνέντευξη της κ. Ν. Βαλαβάνη. Η βουλευτίνα του Σύριζα σημειώνει: «Πρέπει να βάλουμε με καθοριστικό τρόπο το θέμα της αναθεώρησης των ιδρυτικών(!) συνθηκών και όχι μόνο της τελευταίας περιόδου, της νέας φάσης της ολοκλήρωσης». Με άλλα λόγια, θα γίνει ο Σύριζα κυβέρνηση και ως εκ θαύματος όλη η Ευρώπη θα χορεύει σε αριστερούς ρυθμούς και θα αναγκαστεί να αναθεωρήσει ακόμα και τις ιδρυτικές συνθήκες της! Πώς το είχε πει ο κ. Αλέξης Τσίπρας; «Βάλτε τα μολύβια κάτω...».   Το τελειωτικό χτύπημα έρχεται με την ανακοίνωση του κόμματος για τους συνδικαλιστές που συνελήφθησαν «για τα γεγονότα (sic) έξω από τη ΔΕΘ» (αναφέρεται στην επίθεση στον Γερμανό πρόξενο). «Δηλώνουμε ότι θα αντισταθούμε στην προσπάθεια ποινικοποίησης των λαϊκών αγώνων καθώς και την περιστολή του δικαιώματος στη διαδήλωση και τη διαμαρτυρία». Μάλιστα! «Ποινικοποίηση των αγώνων» η δίωξη όσων άσκησαν σωματική βία στον πρόξενο; Δηλαδή το δικαίωμα στη διαδήλωση εξισώνεται με το δικαίωμα στην αυτοδικία.  

Βέβαια τα παραπάνω μάλλον δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν και τόσο πολύ. Στην Ελλάδα είμαστε συνηθισμένοι στον λαϊκισμό, τον ανορθολογισμό, τις ρητορικές πιρουέτες και τα λεκτικά άλματα –και φυσικά όχι μόνο από την αριστερά. Το ότι η «πατριωτική» δεξιά του κ. Καμένου φλερτάρει με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι επίσης λίγο πολύ γνωστό (αν και πολιτικά δυσεξήγητο). Ο Σύριζα μας έχει προϊδεάσει και για τις ανεδαφικές του επιδιώξεις –πώς αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί την απίθανη ιδέα της κ. Βαλαβάνη;

Πράγματι, όλα αυτά λίγο πολύ τα ξέραμε. Όπως ξέραμε ότι ο Σύριζα έχει την τάση να αγκαλιάζει κάθε μορφής «επαναστάτη», ακόμα κι όταν αυτός μετέρχεται φασίζουσες ή βίαιες μεθόδους. Δεν προξενούν λοιπόν έκπληξη τα γεγονότα καθ' αυτά. Αυτό που προξενεί τρόμο, είναι το κολάζ, η ένωση των κομματιών του πάζλ, φόρα παρτίδα στο έντυπο του κόμματος –προφανώς χωρίς να είναι αυτή η πρόθεση της εφημερίδας. Αυτό που εκπλήσσει είναι ο κυνισμός με τον οποίο ο Σύριζα μας τρίβει στα μούτρα τον ξεπερασμένο, οπισθοδρομικό, έκδηλα ανεδαφικό και παρωχημένο τρόπο με τον οποίο προτίθεται να κυβερνήσει τη χώρα αύριο.

Δημοσιεύτηκε στη Lifo στις 28.11.2012

Η καπηλεία της μνήμης


Πάντα υποδεχόμουν τον τριήμερο εορτασμό του Πολυτεχνείου με ανάμεικτα συναισθήματα και με μια κάποια αμηχανία. Από τη μια ένιωθα δέος μπροστά σε όλα όσα είχαν συμβεί εκείνες τις ιστορικές μέρες. Από την άλλη δε μπορούσα με τίποτα να χωνέψω ότι για να επισκεφτείς το Πολυτεχνείο ανήμερα της επετείου θα έπρεπε να καταθέσεις τα αριστερά σου διαπιστευτήρια ή έστω να κλείσεις τα μάτια και τα αυτιά σου και απαρνηθείς το φιλελεύθερο «εγώ» σου.

Όχι, δεν έχω πάει ποτέ στο Πολυτεχνείο. Εντούτοις σαν άτομο τρέφω απέραντο σεβασμό στους ανθρώπους που έπαιξαν τη ζωή τους κορώνα γράμματα για να μπορούμε εμείς σήμερα να μιλάμε ελεύθερα -ακόμα και να χαρακτηρίζουμε μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση «χούντα».

Τιμώ, θυμάμαι, συλλογίζομαι. Όμως αρνούμαι να συμμετάσχω σε αυτό το κομματικοποιημένο πανηγυράκι όπου η επέτειος της 17ης Νοεμβρίου εορτάζεται με μπουνιές για το ποιος θα κρατήσει την αιματοβαμμένη σημαία και με φραπέδες ενάντια σ’ όσους δεν είναι όσο «επαναστάτες» θα θέλαμε. Ενδεχομένως να ήθελα να συμμετάσχω στην πορεία μνήμης, αλλά δυσκολεύομαι να αντιληφθώ γιατί για να συμβεί αυτό θα πρέπει να ανεμίζω λάβαρα με σφυροδρέπανα, λες και όλοι όσοι αντιτάχθηκαν τότε στην δικτατορία είχαν κάρτα μέλους του Κόμματος.

Με άλλα λόγια αρνούμαι να πάρω μέρος σε μια εκδήλωση στην οποία ελάχιστοι θυμούνται για ποιο λόγο βρίσκονται εκεί και οι περισσότεροι κάνουν απίστευτα λεκτικά και νοητικά άλματα διαστρέφοντας κατά βούληση το «νόημα» του Πολυτεχνείου, φωνάζοντας συνθήματα για τη «χούντα του μνημονίου και της Μέρκελ», κομματικοποιώντας εν τέλει μια εκδήλωση που θα έπρεπε να συσπειρώνει ευρύτερες της αριστεράς μάζες.

Η μνήμη, σύμφωνα με τον Κικέρωνα είναι το θησαυροφυλάκιο και ο φύλακας όλων των πραγμάτων. Όμως όταν αυτή διαστρέφεται και γίνεται αντικείμενο καπηλείας, αλλοίωσης και αυθαίρετης προσαρμογής στη σημερινή πραγματικότητα  τότε μάλλον ισχύει αυτό που έλεγε ο αμερικανός ηθοποιός Josh Billings: «Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μπερδεύουν τη φαντασία με τη μνήμη τους».

Δημοσιεύτηκε στο protagon στις 20.11.2012

Το παράδειγμα της Cosco


«Αν υλοποιηθούν τα σχέδια της κυβέρνησης για την πλήρη ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, η Ελλάδα θα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία τα μεγαλύτερα λιμάνια, το σύνολο των μεγάλων αεροδρομίων, οι τηλεπικοινωνίες, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και άλλοι ζωτικοί τομείς της οικονομίας θα είναι ιδιωτικοί ή και θα ελέγχονται από αντίστοιχους οργανισμούς άλλων χωρών» [...] Αυτή η πολιτική είναι και ξεπερασμένη και αποτυχημένη. Την εφάρμοσαν μόνο στο παρελθόν ακραία νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις όπως της κ. Θάτσερ και του κ. Μητσοτάκη». Θα μπορούσε να είναι απόσπασμα ομιλίας του κ. Αλέξη Τσίπρα. Όμως πρόκειται για αποστροφή του λόγου του κ. Γιώργου Παπανδρέου, τον Απρίλιο του 2008.  

Τέσσερα χρόνια μετά πολύ λίγοι θυμούνται τις οργισμένες αντιδράσεις και τα πύρινα λόγια σύσσωμης της (τότε) αντιπολίτευσης για την έλευση του κινεζικού κολοσσού στον Πειραιά. Βέβαια ο πρώην πρωθυπουργός στην πορεία ανέκρουσε πρύμναν. Το δε μοντέλο που χρησιμοποιείται («εκχώρηση του δικαιώματος μακροχρόνιας εκμετάλλευσης») εξουδετερώνει στην πράξη τους ισχυρισμούς περί απώλειας εθνικής κυριαρχίας: τα «δίκτυα» (δηλαδή οι υποδομές) παραμένουν υπό κρατικό έλεγχο. Πέραν αυτών όμως και τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά.  

Μόλις χθες ανακοινώθηκε η υπογραφή κατ' αρχήν συμφωνίας μεταξύ του προβλήτα ΙΙ της Cosco στον Πειραιά και της Hewlett Packard (HP) για την μεταφορά των προιόντων της τελευταίας στις αγορές τελικού προορισμού, μέσω Πειραιά και ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Το δυνητικό όφελος για τον ΟΛΠ και την εθνική Οικονομία εν γένει είναι τεράστιο αν συνυπολογίσουμε το μέγεθος της HP, τον όγκο των εμπορευμάτων και το θετικό κλίμα που μια τέτοια συμφωνία δημιουργεί για ανάλογες επενδύσεις στο μέλλον.  

Όμως τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι τυχαίο. Σε αντίθεση με τον ακατάσχετο βερμπαλισμό που χαρακτηρίζει τον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, οι αριθμοί είναι ο λιγότερο υποκειμενικός και πλέον ακριβής τρόπος για να προσεγγίσεις την αλήθεια. Το δημόσιο μόνο από την παραχώρηση των σταθμών εισπράττει 2.2 εκατ. ευρώ τον μήνα ενώ έχουν δημιουργηθεί εκατοντάδες νέες θέσεις εργασίας. Η δε Ο.Λ.Π. Α.Ε. παρουσίασε το πρώτο τρίμηνο του 2012 κέρδη 512.000 ευρώ έναντι ζημιών 2,9 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2011. Μαντέψτε ποιος είναι ο αδύναμος κρίκος σ' αυτήν την ιστορία! Ο... ΟΛΠ. Η κερδοφορία του οργανισμού οφείλεται αποκλειστικά στα εξαιρετικά αποτελέσματα της Cosco, αφού η προβλήτα που διαχειρίζεται ο ίδιος είναι προβληματική και «επιβαρύνεται με δάνεια δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ» (Capital.gr, 30.05.2012).  

Αφού λοιπόν κατά κοινή ομολογία το μοντέλο της αλα ελληνικά «κρατικής επιχειρηματικότητας» έχει πλήρως αποτύχει ενώ το παράδειγμα της Cosco μας δείχνει το δρόμο, γιατί να μη το χρησιμοποιήσουμε ως πρότυπο; Σε τελική ανάλυση δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε και την πυρίτιδα. Μια ειδικευμένη επιχείρηση μπορεί να κάνει πολύ  πιο αποτελεσματικά μια δουλειά από το κράτος – επιχειρηματία που δεν χρησιμοποιεί καμία από τις αρχές της Διοίκησης στη λειτουργία του. Με αυτόν τον τρόπο και το κράτος εισπράττει επιπλέον έσοδα και η δουλειά γίνεται καλύτερα.  

Το μοντέλο «συμβάσεων εκμετάλλευσης» είναι ευρέως διαδεδομένο στο σύγχρονο δυτικό κόσμο ενώ το ίδιο ισχύει με το outsourcing. Κατά μιαν έννοια αυτός είναι και ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος να διορθωθούν πλείστες όσες στρεβλώσεις στη δημόσια διοίκηση και στη λειτουργία του κράτους εν γένει.  

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, δηλωτικό της πολυπλοκότητας και της αναποτελεσματικότητας του ελληνικού τρόπου λειτουργίας: Για να ανανεώσεις το δίπλωμα οδήγησης πρέπει να συνδιαλλαγείς με 3-4 διαφορετικούς φορείς του δημοσίου. Πρέπει να παραλάβεις μια βεβαίωση από το αστυνομικό τμήμα, να πληρώσεις γραμμάτια και παράβολα στην εφορία και την Εθνική Τράπεζα και ύστερα να καταθέσεις όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά στα ΚΕΠ ή στο υπουργείο Μεταφορών. Έπειτα θα περιμένεις έναν με ενάμιση μήνα για να παραλάβεις το δίπλωμα από την αρμόδια υπηρεσία. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα απασχολήσεις 4-5 δημοσίους υπαλλήλους, όταν αυτή η δουλειά θα μπορούσε να γίνει σε ένα μόνο σημείο, από έναν υπάλληλο και χωρίς να σπαταλούνται άσκοπα εργατοώρες. Υπάρχει καμιά αμφιβολία για το ποιος από τους δύο τρόπους είναι αποτελεσματικότερος και (μας) κοστίζει λιγότερο;

Δημοσιεύτηκε στη Lifo στις 16.11.2012

Στιγμιότυπα μιας συνεδρίασης

Η αλήθεια είναι ότι δε γίναμε καθόλου σοφότεροι από την συζήτηση της περασμένης Τετάρτης στη Βουλή. Όσοι από περιέργεια, διαστροφή ή επαγγελματική υποχρέωση παρακολούθησαν την κοινοβουλευτική διαδικασία για το μεσοπρόθεσμο μάλλον θα εκνευρίστηκαν και θα απόρησαν με το επίπεδο των πολιτικών μας ταγών.  

Σταχυολογώ μερικά στιγμιότυπα που μου έκαναν εντύπωση ή τέλος πάντων τα βρήκα ενδιαφέροντα μέσα στην παραδοξότητά τους:

- Τον κυνισμό του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΚΚΕ κ. Παφίλη που συνοψίζεται σε μια φράση, δηλωτική του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζει η αριστερά την «αστική δημοκρατία»: «Εσείς όσο κι αν αποφασίσατε ότι είναι συνταγματικό (σ.σ. το νομοσχέδιο), θα το καταργήσει ο λαός στην πράξη». Με άλλα λόγια, το ΚΚΕ σέβεται τους θεσμούς, αλλά όποτε το βολεύει. Υπέρτατος θεσμός είναι «το δίκιο του...». – Την άγνοια του κ. Τσίπρα για τα στοιχειώδη: χαρακτήρισε την καταχρεωμένη Αγροτική «υγιή τράπεζα» που παραχωρήθηκε χαριστικά στην «χρεοκοπημένη Πειραιώς».

- Τα άλλα ντ' άλλων του κ. Καμμένου που σπατάλησε τη λίγη ώρα που είχε στη διάθεσή του για να αναπτύξει τις θέσεις του για το μεσοπρόθεσμο, μιλώντας για τη Θράκη και το... Σκοπιανό.

- Την προχειρότητα και τον ερασιτεχνισμό του ΥΠ. ΟΙΚ. που θυμήθηκε να εισάγει στο νομοσχέδιο τη ρύθμιση για τα μισθολογικά των υπαλλήλων της Βουλής την τελευταία στιγμή.

- Τέλος, την κλασσική μάχη της «ατάκας» (ποιος χρησιμοποίησε το πιο καλό ευφυολόγημα για να την «πει» στον άλλον). Κραυγές, νεύματα, απειλές, σημαίες που υψώνονταν. Συμπεριφορές δημοτικού σχολείου.

Επίσης, για μια ακόμα φορά ακούσαμε από την αντιπολίτευση (αλλά και από μερίδα της συμπολίτευσης) για ποιους λόγους είναι «κακό» το μνημόνιο. Πάλι, όμως, δεν ακούσαμε την εναλλακτική. Που θα βρούμε τα λεφτά που (έστω και μέσω αιματηρών περικοπών) μας χορηγούν οι ευρωπαίοι εταίροι μας; Ποιο είναι το «plan b», 2.5 χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, ακόμα δεν έχουμε μάθει.

Ακούω και διαβάζω διάφορα στα κοινωνικά δίκτυα τα τελευταία εικοσιτετράωρα για τους «άχρηστους» βουλευτές μας. Βέβαια μας διαφεύγει μια μικρή λεπτομέρεια: αυτούς εμείς τους εκλέξαμε, ανανεώνοντας τη Βουλή σε ποσοστό 50% σε σχέση με το 2009. Διώξαμε τους «κακούς» και «διεφθαρμένους» και φέραμε στη θέση τους άλλους, οι οποίοι πάλι δε μας κάνουν!  

Ας κοιταχτούμε λίγο μεταξύ μας. Σε τελική ανάλυση, η Βουλή είναι μικρογραφία της κοινωνίας μας. Σάμπως τον ιδιότυπο ορισμό του νόμου του κ. Παφίλη δε τον βλέπουμε να παίρνει σάρκα και οστά σε άπειρες εκφάνσεις της καθημερινής μας ζωής; Η άγνοια για τα βασικά του κ. Τσίπρα, ο εκτός θέματος λόγος και η ροπή στη συνομωσιολογία του κ. Καμένου δεν αντανακλούν δικές μας συμπεριφορές; Η προχειρότητα του κ. Στουρνάρα και οι άναρθρες κραυγές των βουλευτών μας δεν χαρακτηρίζουν τον μέσο έλληνα;  


Πριν λοιπόν ξαναμουτζώσουμε τη Βουλή από το πάνω μέρος της πλατείας και προτού αρχίσουμε να τραγουδούμε ρυθμικά «να καεί, να καεί το...», ας κοιταχτούμε στον καθρέφτη.

Δημοσιεύτηκε στη Lifo στις 10.11.2012 

Μετά την ψηφοφορία

Είναι εκπληκτικό! Απέχουμε λίγες μόνο ώρες από την κρίσιμη ψηφοφορία στη Βουλή και δεν έχουμε συζητήσει καθόλου για την ταμπακιέρα. Ακόμα και την ύστατη ώρα ο δημόσιος διάλογος συνεχίζει να γίνεται επί του φανταστικού. Έτσι το ένα κόμμα έθετε μέχρι πρότινος βέτο για το... επίδομα γάμου, ο μικρότερος κυβερνητικός εταίρος προσανατολίζεται να δηλώσει παρών με αφορμή ένα ήσσονος σημασίας ζήτημα, ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση υπερασπίζεται τα συνδικαλιστικά ρετιρέ του δημοσίου. Η δε κυβέρνηση, δεν μας έχει εξηγήσει ακόμα τι ακριβώς διακυβεύεται στην ψηφοφορία της Τετάρτης.  

Την ίδια ώρα, βέβαια, η πραγματικότητα –με την οποία σχεδόν κανείς σ' αυτή τη χώρα δεν ασχολείται– είναι αμείλικτη: γερμανική φαρμακευτική εταιρεία ανακοίνωσε ότι σταματάει να προμηθεύει με αντικαρκινικά φάρμακα τα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία λόγω οφειλών, η ανεργία συνεχίζει να καλπάζει, το κράτος χρωστάει σε ιδιώτες 8.3 δισ. ευρώ, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμά του έχουν σχεδόν στερέψει. Και το χειρότερο: δεν ξέρουμε καν αν θα πάρουμε τη δόση.  

Πρακτικά, δύο είναι τα τινά που μπορούν να συμβούν μετά την ψηφοφορία και θα προσπαθήσω να τα περιγράψω με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποστασιοποίηση και νηφαλιότητα. Σενάριο πρώτο: το σ/ν του ΥΠ.ΟΙΚ. υπερψηφίζεται, «ξεκλειδώνει» η δόση των 31.5 δις και με βάση όλα όσα έχουμε ακούσει ότι θα ακολουθήσουν (επιμήκυνση, κούρεμα κλπ.) μπορούμε να δούμε έστω αμυδρά, έστω και με επιφυλάξεις κάποια ακτίδα φωτός στην άκρη του τούνελ.

Σενάριο δεύτερο: το νομοσχέδιο καταψηφίζεται, η χώρα οδεύει σε εκλογές ξοδεύοντας μερικές ακόμα δεκάδες εκατομμύρια ευρώ (από αυτά που δεν έχει), το κλίμα αποσταθεροποίησης που ζήσαμε μεταξύ Μαΐου – Ιουνίου επιστρέφει και οι επενδυτές φεύγουν άρον άρον από την Ελλάδα. Εύλογα συμπεραίνει κανείς ότι η δόση του δανείου δε θα εκταμιευτεί και έτσι το δημόσιο θα κηρύξει άμεσα στάση πληρωμών. Πριν καν το καταλάβουμε θα έχουμε γυρίσει στη δραχμή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το (ήδη συμπιεσμένο) βιοτικό μας επίπεδο.  

Στα παραπάνω συνυπολογίστε και κάτι που μου επισήμανε μια φίλη μου, που μόνο «μνημονιακή» δε μπορεί χαρακτηριστεί. Αν επαληθευθεί το πρώτο σενάριο, θα συνεχίσουμε να έχουμε την αρωγή και την «πίεση» των Ευρωπαίων εταίρων μας έτσι ώστε να προχωρήσουν οι αναγκαίες αλλαγές στη διοικητική δομή της χώρας και στο πρότυπο οικονομικής ανάπτυξης. Αν όχι, αν δηλαδή γυρίσουμε στη δραχμή και αρχίζουμε να κόβουμε χρήμα στην Αγία Παρασκευή, πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι σε λίγα χρόνια δε θα αρχίσουμε πάλι τα ίδια; Αν δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ έρθει στη εξουσία οι διορισμοί θα γίνονται μέσω του... e-gov και του προγράμματος «διαύγεια» και δε θα γεμίσουμε με «ροζ» παιδιά και με τεράστια ελλείμματα σε χρόνο dt; Καλώς ή κακώς έχουμε μάθει να λειτουργούμε μόνο υπό πίεση. Καλό θα ήταν αυτό να αλλάξει και να σταθούμε κάποια στιγμή μόνοι μας στα πόδια μας, αλλά αυτό δε γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη.

Πάντως –αν αυτό έχει κάποια σημασία– πιστεύω ότι μια μεγάλη μερίδα του κόσμου που έχει επίγνωση της πραγματικότητας ενδόμυχα προσδοκά (έστω και με βαριά καρδιά) να περάσουν τα μέτρα και να μην πετάξουμε ό, τι έχουμε πετύχει τα τελευταία χρόνια. Εξάλλου και η αντιπολίτευση δε νομίζω ότι έχει κανένα λόγο να θέλει εκλογές εδώ και τώρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ούτως ή άλλως δηλώνει ανέτοιμος να κυβερνήσει. Τουλάχιστον σε αυτό το σημείο που τα δύσκολα δεν είναι ακόμα πίσω μας, είναι απείρως ευκολότερο πολιτικά να βρίσκεσαι στην αντιπολίτευση, να κριτικάρεις τους πάντες και τα πάντα και να υπόσχεσαι μαγικές λύσεις εξόδου από την κρίση από το να κυβερνάς.  

Το μόνο που εύχομαι εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα είναι την ώρα της ψηφοφορίας οι βουλευτές να έχουν κατά νουν μια ρήση του καναδού οικονομολόγου Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ. «Η πολιτική, έλεγε ο Γκαλμπρέιθ, δεν είναι η τέχνη του εφικτού, είναι η επιλογή ανάμεσα στο καταστροφικό και το δυσάρεστό». Αν αυτό δεν συμβεί φοβάμαι ότι θα δούμε τις διαφορές αυτών των δύο όχι στη θεωρία αλλά στην πράξη. Τότε όμως θα είναι αργά. 

Δημοσιεύτηκε στη Lifo στις 6.11.12

Η λίστα της ανευθυνότητας

Αν εξετάσουμε την υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ με βάση την κυρίαρχη στην Ελλάδα θεώρηση τα πράγματα είναι απλά: έχουμε να κάνουμε με μερικούς «διαφθαρμένους» πολιτικούς που έπαιζαν την κολοκυθιά με ένα ηλεκτρονικό αρχείο μεγάλης σπουδαιότητας για να καλύψουν Έλληνες «φοροφυγάδες», ενώ ο «γενναίος» δημοσιογράφος που έφερε στην επιφάνεια τα ονόματα της λίστας διώχθηκε ποινικά από τη Δικαιοσύνη.  Όμως είναι έτσι τα πράγματα; Μάλλον όχι έτσι ακριβώς.

Η συγκεκριμένη ανάλυση είναι υπεραπλουστευτική και «μπάζει». Προσεγγίζει το θέμα αποκλειστικά με ηθικούς όρους (το καλό που αντιμάχεται το κακό). Μόνο που αυτή η «σχηματοποίηση» ναι μεν βοηθάει στο να βρούμε θύματα και να κατασκευάσουμε ήρωες –ιδίως το πρώτο έχει γίνει αυτοσκοπός και πάντως όχι εντελώς άδικα– πλην όμως κάπως έτσι χάνουμε την ουσία. Αδυνατούμε να δούμε πτυχές της ιστορίας που είναι χρήσιμες για να ενώσουμε όλα τα κομμάτια του πάζλ και να βγάλουμε ένα λογικό συμπέρασμα. Αν το κάνουμε αυτό θα δούμε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση αντικατοπτρίζονται πλείστες όσες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.

Σύμφωνα με τον νόμο του Μέρφι «το να κρατάς αρχείο είναι απόδειξη ότι δουλεύεις». Η απουσία οποιασδήποτε επίσημης διαδικασίας στην προκειμένη περίπτωση είναι απόδειξη του ότι δε δουλεύει σχεδόν τίποτα σωστά στο ευρύτερο δημόσιο. Σε ποια σοβαρή χώρα η παράδοση ένα τόσο σημαντικού (έστω σε επίπεδο «εντυπώσεων») αρχείου θα γινόταν ανεπίσημα, πέρα από κάθε υπηρεσιακή διαδικασία και χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου; Δεν είναι μόνο θέμα εντυπώσεων αλλά και ουσίας: αν είχαμε τη στοιχειώδη διοικητική οργάνωση και σοβαρότητα θα ήταν απείρως δυσκολότερο να αλλάζει ένα usb χέρια εν κρυπτώ χωρίς κανείς να αναλαμβάνει την ευθύνη.        

Η αλήθεια είναι ότι με όσα έχουμε ακούσει ως τώρα είναι πολύ πιθανό η λίστα  (ως προϊόν υποκλοπής) να μην μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, τουλάχιστον πρωτογενώς· για να φορολογηθούν οι καταθέσεις δεν αρκεί ο «τσαμπουκάς» της ελληνικής πλευράς αλλά απαιτείται η σύναψη διακρατικής συμφωνίας με την Ελβετία, διαδικασία που απαιτεί χρόνο και διαπραγμάτευση. Ωστόσο ο χειρισμός της υπόθεσης από δύο διαδοχικούς υπουργούς δίνει αφορμές για κακόπιστη κριτική. Όμως ακριβώς επειδή είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί να αξιοποιηθεί η λίστα και επειδή οι δικαστικές αρχές έχουν ήδη τα στοιχεία και προχωρούν τις έρευνες, η κίνηση Βαξεβάνη έχει μόνο επικοινωνιακή και όχι πρακτική αξία. Ούτως ή άλλως δεν είναι παράνομο να μεταφέρει κανείς χρήματα στο εξωτερικό και σε τελική ανάλυση είναι δουλειά του κράτους να δει αν μπορεί να φορολογήσει τις καταθέσεις. Εξάλλου σάμπως ξέρει κανείς αν η συγκεκριμένη λίστα είναι αυθεντική ή κατασκευασμένη;

Δε θα μπούμε στην ουσία του ζητήματος, αν δηλαδή η δημοσίευση είναι πράξη ποινικά κολάσιμη –αυτή είναι δουλειά της Δικαιοσύνης. Όμως δεν μπορούμε να μη σταθούμε στις λεκτικές πιρουέτες και στις αντιφάσεις του κ. Βαξεβάνη. Ο δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι με αυτή του την ενέργεια προστάτευσε τους καταθέτες (!)  που μέσω της λίστας «κρατούνταν όμηροι εκβιασμών και λασπολογίας». Κάτι σαν αυτόκλητος προστάτης. Έπειτα, στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί την ορθότητα της δημοσίευσης των ονομάτων αυτοανερείται. Λέει: «Επειδή σεβόμαστε (…) το δικαίωμα του καθενός να διατηρεί λογαριασμό γι αυτό και ενσυνείδητα δεν δημοσιεύσαμε (…) τα ποσά που περιέχονται στους εν λόγω λογαριασμούς». Όμως αν τα ποσά που περιέχονται στους λογαριασμούς εμπίπτουν στη σφαίρα των προσωπικών δεδομένων όπως παραδέχεται ο κ. Βαξεβάνης, πώς γίνεται να μην ισχύει το ίδιο και με τα ονόματα των καταθετών;

Δυστυχώς ο τρόπος με τον οποίο διαχειριστήκαν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς την υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ καταδεικνύει την ανευθυνότητα με την οποία προσεγγίζουμε τα σοβαρά ζητήματα σ’ αυτή τη χώρα  –με προχειρότητα, λαϊκιστικές κορώνες, καιροσκοπισμό, υποκρισία και περίσσια «οργή» αντί κοινής λογικής. Μόνο που αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να διαιωνίζεις ένα πρόβλημα και όχι να το λύσεις.

Δημοσιεύτηκε στο protagon στις 2.11.2012

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 20, 2012

«Καλή» και «κακή» βία;

Τις τελευταίες μέρες επανήλθε στο προσκήνιο η συζήτηση περί της «πολιτικής βίας» (ακροδεξιάς ή ακροαριστερής μορφής), με αφορμή την απόφαση του Σύριζα να μην υπερψηφίσει ψήφισμα της Βουλής που καταδικάζει τη βία της Χ.Α. Ακούσαμε πολλά και διάφορα από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και άλλους «στρατευμένους» αριστερούς: Μίλησαν για συμψηφιστική λογική του αστικού κόσμου μέσω της οποίας ευνοείται η Χ.Α(!), για ταξικές συγκρούσεις που «μπορεί να είναι και βίαιες», για πράξεις αντίστασης στην βία των κυρίαρχων ελίτ κλπ.

Παρατηρείται λοιπόν το εξής παράδοξο: Η Αριστερά στην Ελλάδα κάνοντας διάφορα λογικά άλματα φτάνει στο σημείο να αυτοαναιρείται για να υποστηρίξει τις θέσεις της. Έτσι, ξεχειλώνοντας τον ορισμό της βίας, μας μιλάει για τον «βίαιο καπιταλισμό», χαρακτηρίζει ως «βία» αποφάσεις τις συντεταγμένης Πολιτείας κοκ. Από την άλλη, για φαινόμενα που κατά κοινή ομολογία έχουν άμεσο φυσικό αποτέλεσμα στους παθόντες, όπως π.χ. το χτίσιμο ενός καθηγητή στο γραφείο του, η απαγόρευση σε τουρίστες να εξέλθουν από το πλοίο, ή το λιντσάρισμα βουλευτών δε λέει κουβέντα ή μάλλον με τη στάση της δείχνει να τα επικροτεί.

Λένε: μα είναι ίδια η βία της ακροδεξιάς που κυνηγάει μετανάστες με τις «πράξεις αντίστασης» της Αριστεράς; Ουσιαστικά πρόκειται το γνωστό εύρημα περί «καλής» και «κακής» βίας. Όμως γιατί πρέπει να διαλέξουμε σώνει και καλά κάποια αποδεκτή μορφή βίας; Δε μας αρκούν οι διαδικασίες τις αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας; Και όπου αυτές χάσκουν γιατί να τις υπονομεύουμε αντί να προσπαθούμε να τις εμπλουτίσουμε; Το μεγαλύτερο πρόβλημα με το διαχωρισμό της βίας σε «καλή» και «κακή» είναι αφενός ότι δίνει πάτημα στην αντίπερα (ιδεολογικά) όχθη να κάνει τα ίδια, ενώ ταυτόχρονα εθίζει την κοινωνία σε διάφορες μορφές τραμπουκισμού, σε σημείο αυτές οι εκδηλώσεις να θεωρούνται κάτι περίπου «φυσιολογικό».

Ξέρω ότι μπορεί να μου πείτε ότι οι αριστεροί έχουν ένα ανώτερο καλό σκοπό. Βέβαια η «ηθική» υπεροχή του καλού, αγνού και αμόλυντου κομμουνισμού ενταφιάστηκε μαζί με τους εκατομμύρια νεκρούς του Στάλιν. Έπειτα, ακόμα και οι νεοναζί που όλοι καταδικάζουμε πιστεύουν ότι κάνουν το καλό όταν βιαιοπραγούν! Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, επειδή ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει πλείστες όσες δικαιολογίες για να καλύψει τις πράξεις του και να φτάσουμε στο σημείο (δεν απέχουμε και πολύ) κοινωνικές ομάδες να μετέρχονται τη βία εφευρίσκοντας πάντα κάποιον «καλό σκοπό», ο ορισμός της βίας δεν μπορεί να είναι διασταλτικός.

Στην τελική, μέχρι να γίνει η... επανάσταση ισχύουν οι νόμοι της Ελληνικής Δημοκρατίας. Για όλους. Είτε ντύνουν τις πράξεις τους με «προοδευτικό» αμπαλάζ, είτε χρησιμοποιούν τον μανδύα του «πατριωτισμού»…

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 20.09.2012

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 17, 2012

Περί της Χρυσής Αυγής

Για να είμαι ειλικρινής η κατακόρυφη άνοδος της ακροδεξιάς δεν με εκπλήσσει και τόσο πολύ. Πρώτον για ιστορικούς λόγους: έχει πολλάκις αποδειχθεί ότι σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας η κοινωνία στρέφεται σε ακραίες λύσεις (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης). Ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός: ακόμα και αν δεν το είχαμε αντιληφθεί η ακροδεξιά έστω και στην πιο light εκδοχή της είχε εισέλθει καιρό πριν στην κεντρική πολιτική σκηνή μέσω του ΛΑΟΣ. Πριν από 5 χρόνια προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε το «φαινόμενο» ΛΑΟΣ υποστηρίζαμε ενάντια στην κυρίαρχη τότε άποψη ότι «ίσως τελικά δεν πρόκειται μόνο για ψήφο διαμαρτυρίας. Ίσως υπάρχει και κάποιο κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο από πίσω...».

Τελικά αποδεικνύεται ότι το κοινωνικο-πολιτικό υπόβαθρο όντως υπήρχε και η κρίση απλά του έδωσε την ευκαιρία να πάρει μια πιο εξτρεμιστική μορφή. Είναι λογικό: αν θεωρήσεις πως η ακροδεξιά σε εκφράζει πολιτικά, θα έρθει η στιγμή που θα επιλέξεις την «γνήσια» και πιο ριζοσπαστική εκδοχή της. Εξάλλου στα μάτια του μέσου πολίτη η –άγνωστη πριν τις εκλογές– Χρυσή Αυγή εξέφραζε με τον καλύτερο τρόπο την «αντισυστημική» ψήφο. Παράλληλα, το κόμμα του κ. Μιχαλολιάκου φρόντιζε με τις πράξεις του να συντηρεί το μύθο του «φιλολαϊκού» κόμματος κάνοντας αγαθοεργίες και προσφέροντας προστασία στους ηλικιωμένους των γκέτο της Αθήνας, αποποιούμενο την ταμπέλα του νεοναζισμού. Πλην όμως ο έρωτας, ο βήχας και η ιδεολογική τοποθέτηση ενός κομματικού φορέα δεν κρύβονται για πολύ.

Ήταν απλά θέμα χρόνου να βγει στην επιφάνεια ο πραγματικός εαυτός της Χ.Α. Έτσι τα συσσίτια για τους απόρους (Έλληνες) μετατράπηκαν σε πογκρόμ εναντίον μεταναστών και σε γροθιές εναντίον διαφωνούντων βουλευτών. Αυτό το φαινόμενο είναι επικίνδυνο για προφανείς και αυτονόητους λόγους: πέραν του ότι χρησιμοποιεί έκνομες μεθόδους, διαρρηγνύει την ήδη τραυματισμένη κοινωνική συνοχή ενώ παράλληλα ευνοεί κρούσματα ρατσισμού και φυλετισμού, σπέρνοντας ταυτόχρονα τη διχόνοια σε έναν ούτως ή άλλως διχασμένο λαό. Το κακό είναι ότι στην αντιμετώπιση του υπάρχουν τρεις εγγενείς δυσκολίες.

Πρώτον, παρόμοιες πρακτικές βίας και τραμπουκισμού έχουν σε μεγάλο βαθμό «νομιμοποιηθεί» στα μάτια της κοινωνίας. Ουσιαστικά είναι η βία της ακροαριστεράς που έχτιζε καθηγητές στα πανεπιστήμια και προπηλάκιζε τους τουρίστες στα λιμάνια, από την ανάποδη. Δεύτερον, η επιθετική ρητορεία που συχνά χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της Χ.Α. δε βοηθάει• χειρότερα: αν πιστέψουμε τις τελευταίες δημοσκοπήσεις μάλλον ωθεί περισσότερο τον κόσμο στις αγκάλες της. Με την ίδια λογική, μια τυχόν απαγόρευση της Χ.Α. θα της δώσει ακόμα μεγαλύτερη δυναμική.

Τέλος η Χ.Α. πριν καλά καλά το καταλάβουμε έγινε όσο “mainstream” ήταν ο ΛΑΟΣ στα late 00’s. Βλέπεις παντού ανθρώπους που δεν ντρέπονται –κάθε άλλο θα έλεγα– να δηλώσουν δημόσια την προτίμησή τους στο συγκεκριμένο κόμμα. Το πρόβλημα της ακροδεξιάς δε λύνεται με ξόρκια και κατάρες αλλά με πράξεις. Το κράτος οφείλει να κάνει όσο καλύτερα μπορεί τη δουλειά του στο θέμα της παράνομης μετανάστευσης έτσι ώστε να μην αφήνει περιθώρια δράσης στο παρακράτος της Χ.Α. Και όπου οι πράξεις μελών και στελεχών του κόμματος δε συμβαδίζουν με τη νομιμότητα, η Πολιτεία πρέπει να είναι αμείλικτη.

Ταυτόχρονα όλοι όσοι συμμετέχουν στο δημόσιο διάλογο να οφείλουν να εξηγήσουν με ψυχραιμία και νηφαλιότητα γιατί ο φασισμός είναι κάτι κακό. Σε τελική ανάλυση, είναι ζήτημα δημοκρατίας…

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 17.09.2012

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 15, 2012

Τελικά «τα φάγαμε όλοι μαζί»;

Η περιβόητη φράση του κ. Θεόδωρου Πάγκαλου φαίνεται ότι θα ρίχνει βαριά τη σκιά της στο δημόσιο διάλογο για αρκετό καιρό. Με αφορμή την έκδοση του e-book του πρώην αντιπροέδρου αναζωπυρώθηκαν και οι συζητήσεις γύρω από το θέμα, με τους υπέρμαχους και τους πολέμιους της θεωρίας του να διασταυρώνουν τα ξίφη τους. Όμως η αλήθεια είναι κάπου στη μέση.

Πράγματι ενδεχομένως να έχει βάση ο ισχυρισμός ότι «οι πολλοί που κλέβουν από λίγο κάνουν μεγαλύτερη ζημιά από τους λίγους που κλέβουν πολύ». Αλλά για κάθε ιστορία «χαμηλής» διαφθοράς που παρουσιάζει ο κ. Πάγκαλος στο βιβλίο του, υπάρχει και μια ιστορία αδικαιολόγητου πλουτισμού, διορισμών συγγενικών προσώπων και διασπάθισης δημοσίου χρήματος από πολιτικούς.

Προφανώς η διαφθορά και η διαπλοκή είναι σαν το ταγκό: θέλουν δύο. Υπό αυτή την έννοια σαφώς και υπάρχει συνευθύνη μεταξύ πολιτικών και κοινωνίας. Εκτός αυτού, για χρόνια δίναμε με την ψήφο μας μήνυμα ανοχής (αν όχι επιβράβευσης) σε τέτοια φαινόμενα.

Οι κατεξοχήν φορείς των συγκεκριμένων παλαιοκομματικών αντιλήψεων συνήθως επανεκλέγονταν και συνέχιζαν το έργο τους αφού είχαν και τη δικαιολογία ότι «αυτά θέλει ο κόσμος». Δύο στοιχεία ξενίζουν περισσότερο στην ρήση (και την τεκμηρίωσή της) του κ. Πάγκαλου: πρώτον, αυτό το «όλοι μαζί»: Προφανώς και δεν γίνεται ένας υπεύθυνος πολιτικός να γενικεύει σε τόσο μεγάλο βαθμό.

Όχι, δεν συμμετείχαν όλοι σε αυτό το αλισβερίσι. Υπάρχουν και άνθρωποι που πλήρωναν κανονικά τους φόρους τους, δε λάδωναν στην εφορία κοκ. Δεύτερον: ναι μεν «εσείς μας ψηφίζατε και εμείς σας διορίζαμε» αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο βαθμός ευθύνης δεν είναι ο ίδιος, όπως και το όφελος που αποκόμιζε η κάθε πλευρά από αυτή τη «συναλλαγή». Σε τελική ανάλυση ο ρόλος του πολιτικού δεν είναι μόνο να χαϊδεύει τα αυτιά της κοινωνίας και να της κάνει τα χατίρια, αλλά να την καθοδηγεί και να την εκπαιδεύει όταν αυτή εξοκείλει, και όχι να τη διαφθείρει περισσότερο.

Η αλήθεια είναι ότι ο πρώην αντιπρόεδρος αρέσκεται να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και να προκαλεί τα αντανακλαστικά της κοινωνίας γι’ αυτό μιλάει με «τσιτάτα» και αφορισμούς, όπως εδώ, εξομοιώνοντας την ευθύνη των πολιτικών ταγών και της κοινωνίας. Όμως με αυτή του την τακτική, εφόσον το ύφος ενοχλεί, μετατοπίζεται η κουβέντα από το ουσιώδες (διαφθορά) στο επουσιώδες (ύφος του λόγου). Τελικά, ακόμα και αν συμφωνείς με τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του, αυτό το ισοπεδωτικό «όλοι» σε ενοχλεί πολύ...

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 20.08.2012

Λαθρομετανάστευση και «Ξένιος Ζευς»

Η επιχείρηση «Ξένιος Ζευς» με στόχο τον έλεγχο της παράνομης μετανάστευσης έφερε αποτελέσματα. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η ΕΛ.ΑΣ. από την έναρξη της επιχείρησης μέχρι σήμερα συνελήφθησαν 1.555 αλλοδαποί γιατί διέμεναν παράνομα στη χώρα, βεβαιώθηκαν φορολογικές παραβάσεις ενώ μειώθηκαν και οι εισροές παράνομων μεταναστών από την περιοχή του Έβρου («Το Βήμα, 10.8.12).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιχείρηση της αστυνομίας είναι μια πολιτική απόφαση που απαντάει στις ανησυχίες των πολιτών και στο αίσθημα ανασφάλειας και φόβου που τους κατακλύζει λόγω των αυξημένων κρουσμάτων βίας, εν μέρει εξαιτίας και του μεγάλου αριθμού πάμφτωχων παράνομων μεταναστών που διαμένουν στη χώρα. Υπό αυτό το πρίσμα και δεδομένης της (μέχρι τώρα) επιτυχίας της επιχείρησης, ξενίζει η ανακοίνωση δώδεκα βουλευτών του Σύριζα που καταγγέλουν την κυβέρνηση ότι «ποινικοποιεί τη φτώχεια», ενώ μιλάει για «πόλεμο κατά των ξένων φτωχών, επιβράβευση της ρατσιστικής βίας, κρατικής και παρακρατικής, και βέβαια το διασυρμό της χώρας μας διεθνώς».

Το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης είναι αρκούντως σύνθετο και λεπτό και αν σταθούμε σε μια μόνο πτυχή του, το αντιμετωπίζουμε εκουσίως(;) αποσπασματικά και επιδερμικά. Το ένα σκέλος είναι πράγματι το ανθρωπιστικό κομμάτι, αν τηρούνται οι διεθνείς κανόνες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε αυτό έχει δίκιο ο Σύριζα και πρέπει να ακούσουμε την απάντηση της αστυνομίας. Γι’ αυτό όμως που δε λέει λέξη το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι για την εφαρμογή του νόμου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αριθμός των παρανόμως διαμενόντων στη χώρα είναι μεγάλος και προφανώς αναλογικά λίγοι πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης ασύλου. Σε καθαρά πρακτικό επίπεδο η χώρα δείχνει να μην αντέχει τις «καραβίες» των μεταναστών που εισέρχονται καθημερινά παράνομα στην επικράτεια.

Ένα άλλο ζήτημα είναι αυτή καθαυτή η επιχείρηση «Ξένιος Ζεύς». Τα πρώτα στοιχεία είναι πράγματι ενθαρρυντικά, πλην όμως αναρωτιέται κανείς αν πρόκειται για «πυροτέχνημα» επικοινωνιακού χαρακτήρα ή ενέργεια που εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλάνο επίλυσης του ακανθώδους αυτού προβλήματος. Θα έχει διάρκεια η επιχείρηση ή οι έλεγχοι θα τελειώσουν ξαφνικά ένα πρωί; Και για τους λαθρομετανάστες που μεταφέρονται στα «κέντρα προσωρινής παραμονής» υπάρχει κάποιο σχέδιο, δεδομένου ότι πολλές χώρες δεν αποδέχονται τον επαναπατρισμό τους ή θα ακολουθήσουμε το γνωστό μοτίβο του «βλέποντας και κάνοντας»;

Τα ερωτήματα είναι πολλά και για να έχουμε την πλήρη εικόνα του θέματος της λαθρομετανάστευσης πρέπει να συνθέσουμε τα κομμάτια του πάζλ με ψυχραιμία και νηφαλιότητα, παραμερίζοντας προκαταλήψεις και στερεότυπα. Η μόνη βεβαιότητα είναι ότι μετά από δύο δεκαετίες πλήρους αδράνειας από πλευράς πολιτείας πρέπει να γίνει επιτέλους κάτι. Με σεβασμό στους νόμους του κράτους
και τις διεθνείς συμβάσεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 13/08/2012

Γιατί αποτυγχάνουν οι κυβερνήσεις;

Από τον Γκ. Μπράουν και τον Χοσέ Θαπατέρο μέχρι τον Γ. Παπανδρέου και τον Νικολά Σαρκοζί, η πλειονότητα των ηγετών του σύγχρονου κόσμου φεύγουν από την εξουσία με την στάμπα του αποτυχημένου. Γιατί συμβαίνει αυτό; Φταίει η πολυπλοκότητα των προβλημάτων ή μήπως οι αργοί ρυθμοί της δημοκρατίας μας; Φταίει το κράτος με τους περιορισμούς που θέτει στα άτομα; Και ήταν πάντοτε έτσι ή μήπως απλά οι σύγχρονοι ηγέτες αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων;

«Η ανθρώπινη ιστορία μετράει περίπου 6.000 χρόνια αποτυχημένων διακυβερνήσεων» έγραφε 9 χρόνια πριν η Dorothy Anne Seese στον “Federal Observer“. «Οι άνθρωποι δοκίμασαν τα πάντα για να βρουν ένα σύστημα που να “δουλεύει” για την ικανοποίηση του λαού. Κι όμως οι ηγέτες δεν είναι ικανοποιημένοι ποτέ με την συνεχώς αυξανόμενη δύναμή τους ενώ οι πολίτες δεν ικανοποιούνται αν πρέπει να είναι συμμετοχικοί και να εργαστούν για τη διατήρηση των ελευθεριών που έχουν» τονίζει.

Η κυβέρνηση ως προσωποποίηση του (αναγκαίου) κακού

Καταρχάς η έννοια της «εξουσίας» είναι φορτισμένη με αρνητικές συνεκδοχές για τους πολίτες. Σύμφωνα με τον Vincent Ostrom, καθηγητή Πολιτικών Επιστημών στο πανεπιστήμιο της Ιντιάνα, «η φύση της κυβέρνησης περιλαμβάνει τη νόμιμη χρήση της δύναμης (force) στον καθορισμό των ανθρώπινων σχέσεων». Αλλά «η χρήση της δύναμης στις ανθρώπινες σχέσεις είναι εκ φύσεως κάτι κακό».

Για τον Ostrom «τα όργανα του κακού» (δηλ. η νόμιμη χρήση της δύναμης από πλευράς κράτους) είναι η αναγκαία συνθήκη για την πραγματοποίηση του κοινού καλού. Αυτό, δηλαδή, που υποστήριζε ο Hobbes στη θεωρία της κυβερνητικής οργάνωσης. «Χωρίς κανόνες ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κυβερνητικής οργάνωσης οι άνθρωποι θα βρεθούν σε μια κατάσταση πολέμου όπου κάθε άτομο θα αντιμάχεται τους υπόλοιπους».

Με λίγα λόγια οι κοινωνίες αποφάσισαν να εκχωρήσουν το δικαίωμα της νόμιμης χρήσης της δύναμης στο κράτος, το οποίο θεσπίζει κανόνες και φροντίζει για την εφαρμογή τους έτσι ώστε να μην προκύψει χάος στην κοινωνία. Όμως η κυβέρνηση ως φορέας αυτής της εξουσίας, γίνεται de facto αντιδημοφιλής.

Ο John Stossel πάει αυτόν τον συλλογισμό λίγο παραπέρα τονίζοντας παράλληλα την εγγενή αντιφατικότητά του. Τελικά, υποστηρίζει στο τελευταίο του βιβλίο ο φιλελεύθερος δημοσιογράφος, η ανάμειξη του κράτους πέρα από ένα σημείο δε μας είναι απλά δυσάρεστη αλλά κάνει περισσότερο κακό παρά καλό. Πλείστοι όσοι κρατικοί περιορισμοί, λέει ο Stossel (ποινικοποίηση των ναρκωτικών, υψηλές αμυντικές δαπάνες, περιορισμοί στην ελευθερία του λόγου) σε συνδυασμό με ιδέες – ταμπού τις κοινωνίας τις οποίες οι κυβερνήσεις υπηρετούν (π.χ. ότι οι εργατικές ενώσεις προστατεύουν τους εργάτες) οδηγούν μια κυβέρνηση στην αποτυχία. Εν τέλει τα άτομα θα μπορούσαν να χειριστούν καλύτερα τα ζητήματα  τους χωρίς την κρατική παρέμβαση.

Ηγεσία

Αν λοιπόν η ανάμειξη του κράτους είναι λίγο πολύ αποδεκτή στο σύγχρονο κόσμο και απλά διαφωνούμε για το εύρος της, αναπόφευκτα φτάνουμε στον παράγοντα με τη μεγαλύτερη για πολλούς επίδραση στην επιτυχία ή αποτυχία μιας κυβέρνησης: την προσωπικότητα του ηγέτη.

Ένας ηγέτης γίνεται αξιοκαταφρόνητος, αναφέρει ο Machiavelli στον «Ηγεμόνα», όταν «θεωρείται ασταθής, επιπόλαιος, μαλθακός, λιγόψυχος και αναποφάσιστος». Ο ηγέτης πρέπει να υποστηρίζει τις επιλογές του, όχι όμως με δογματισμό. Πρέπει να επιλέγει τους πιο άξιους, για δύο λόγους: Πρώτον, αυτό είναι το πρώτο πεδίο στο οποίο κρίνεται η ευφυΐα του: από το ποιοι τον περιτριγυρίζουν. Και δεύτερον, διότι από την επιλογή των στελεχών εξαρτάται εν πολλοίς η επιτυχία του κυβερνητικού έργου. 

Οι θεσμοί ως «μαξιλαράκι ασφαλείας»

Κι όμως όλο και συχνότερα βλέπουμε ηγέτες που τη μια μέρα χαίρουν υψηλής εκτίμησης και την άλλη καταστρέφονται. Οφείλεται μήπως αυτό στις προσδοκίες που δημιουργούν προεκλογικά, αλλά όντας ανακόλουθοι μετεκλογικά δεν μπορούν να υποστηρίξουν; Μπορεί. Για τον Machiavelli αυτό οφείλεται περισσότερο στην έλλειψη πρόνοιας και προνοητικότητας από την πλευρά των ηγετών. «Τίποτα δεν εμποδίζει τους ανθρώπους όταν οι καιροί είναι ήρεμοι να προνοούν και να φτιάχνουν προχώματα και φράγματα. (…) Η τύχη δείχνει την δύναμή της όπου δεν υπάρχει ικανότητα οργανωμένη να της αντιταχθεί» σημειώνει.

Αυτό το «μαξιλαράκι ασφαλείας» που αναφέρει κωδικοποιημένα ως «πρόνοια» ο Μακιαβέλι, στο σύγχρονο δυτικό κόσμο εμφανίζεται με τη μορφή των θεσμών. Είναι κατά κάποιο τρόπο η θεωρία του Hobbes που αναφέραμε νωρίτερα αλλά κατά τι «εκμοντερνισμένη».

Στο βιβλίο τους «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη» ο οικονομολόγος του ΜΙΤ Ντ. Ατζέμογλου και ο  Πολ. Επιστήμονας του Harvard Τζ. Ρόμπινσον αναφέρονται στους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς που εξασφαλίζουν την κοινωνική δικαιοσύνη και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και της ασφάλειας, δίνοντας παράλληλα ευκαιρίες στους πολίτες να καινοτομήσουν. «Oι χώρες διαπρέπουν όταν δημιουργούν πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς που αποδεσμεύουν, ενισχύουν και προστατεύουν το πλήρες δυναμικό του κάθε πολίτη να καινοτομεί, να επενδύει και να αναπτύσσεται» (creative destruction). Αποτυγχάνουν, όταν αυτοί οι θεσμοί λειτουργούν συγκεντρωτικά, προς όφελος των ολίγων («Τα Νέα», 3/3/12).

Η ανθρώπινη φύση

Συχνά, όμως, τείνουμε να υποτιμούμε το κατά Hobbes παράδοξο της ανθρώπινης φύσης: Οι ανθρώπινες πολιτείες είναι αντικείμενα και οι άνθρωποι είναι ταυτόχρονα το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένες αλλά και οι τεχνίτες που τις δημιουργούν και τις οργανώνουν. Κι όπως αναφέρει ο καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο St. Lawrence, Steven Horwitz συχνά παίρνουμε ως δεδομένο «ότι οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες είναι ανιδιοτελείς και ενδιαφέρονται μόνο για να κάνουν το καλύτερο δυνατό. Στην πραγματικότητα όμως γνωρίζουμε ότι οι πολιτικοί συχνά ενεργούν για το ατομικό τους συμφέρον».

Τελικά δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι βάζουν πολλές φορές το ατομικό πάνω από το γενικό συμφέρον. Συχνά υπάρχουν υστερόβουλα κίνητρα, αλλά ακόμα συχνότερα πρόκειται για αντανακλαστική αντίδραση, τίποτα το παράξενο και κακόβουλο: Οι πολιτικοί, λέει ο Horwitz, όταν αντιληφθούν πόσο δύσκολο και πολύπλοκο είναι να πετύχουν αυτό που ορίζεται ως δημόσιο συμφέρον εξαντλούν την ενέργεια και τη φαντασία τους στην προσπάθεια τους να επανεκλεγούν. Έτσι προχωρούν σε παροχές ενώ κρατούν χαμηλά τη φορολογία και οδηγούνται σε μεγάλα ελλείμματα πιθανότατα χωρίς να έχουν καν αυτήν την πρόθεση.

Για τον Henry Mintzberg, διεθνώς αναγνωρισμένο καθηγητή Μάνατζμεντ στο πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ, σε όλα τα παραπάνω έρχεται να προστεθεί και το γεγονός ότι αξίες τις διοίκησης και του μάνατζμεντ δεν βρίσκουν συχνά εφαρμογή στον χώρο της πολιτικής. Οι τεχνικά όχι παράνομες αθρόες προσλήψεις – αντικαταστάσεις στις οποίες προχωρούν οι εκάστοτε κυβερνήσεις, έχουν ως στόχο τον πολιτικό έλεγχο της δημόσιας διοίκησης. Όμως, τελικά οδηγούν σε μια μεγάλη δυσλειτουργία και στην συνακόλουθη ασυνέχεια του κράτους, που δημιουργεί πάμπολλα προβλήματα λειτουργικότητας στον κρατικό μηχανισμό.

Η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης αντανακλάται και στην πολυπλοκότητα των προβλημάτων που καθορίζουν την μοίρα μιας κυβέρνησης. Στα παραπάνω πρέπει να συνυπολογιστεί και η ανθρώπινη αδυναμία της εύκολης και βιαστικής κριτικής των κακώς κειμένων. Όμως όσο γρήγορα φαίνονται τα άσχημα μιας πολιτικής, τόσο χρόνο θέλουμε για να δούμε τα καλά της. Και βέβαια η δημοκρατία έχει του δικούς της ρυθμούς –διαβουλεύσεις, ανεξάρτητες αρχές κοκ. που τρενάρουν τις διαδικασίες για να εξασφαλίσουν τον εσωτερικό έλεγχο και ενδεχομένως δοκιμάζουν τις αντοχές των πολιτών.

Υπό αυτό το πρίσμα στέκομαι σε μια άλλη αποστροφή του λόγου του Mintzberg, που δίνει έμφαση στο πως διάκεινται οι κοινωνίες απέναντι σ’ αυτό που αντιπροσωπεύει η έννοια της «δημόσιας υπηρεσίας». «Οι κοινωνίες έχουν τις δημόσιες υπηρεσίες που αναμένουν. Αν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι έχουν μια γραφειοκρατική κυβέρνηση έτσι θα είναι! Αν αντιθέτως αναγνωρίζουν τις δημόσιες υπηρεσίες ως κάτι ευγενές θα καταλήξουν να έχουν μια ισχυρή κυβέρνηση».

Στις κοινωνίες όπου οι θεσμοί λειτουργούν όπως πρέπει, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια του κράτους, τον έλεγχο της εξουσίας και την εφαρμογή των κανόνων και που οι πολίτες έχουν μια σχετική επίγνωση του τι είναι εφικτό και τι όχι, η επιτυχία γίνεται πιο εύκολη υπόθεση, έστω και αν δεν βγαίνουν κάθε μέρα Churchill και Roosevelt. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτό που είχε πει κάποτε ο αμερικανός οικονομολόγος John Kenneth Galbraith, ότι «η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, είναι η επιλογή ανάμεσα στο καταστροφικό και το δυσάρεστό». Και τα όρια μεταξύ των δύο πολλές φορές είναι δυσδιάκριτα…

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 31.07.12

Ζητείται κοινή λογική

Τρία μείζονα περιστατικά μονοπώλησαν τον δημόσιο διάλογο την τελευταία εβδομάδα. Η αδιαθεσία του κ. Β. Ράπανου και η παραίτησή του από τη θέση του υπουργού Οικονομικών, το ζήτημα που δημιουργήθηκε με την ασθένεια του πρωθυπουργού και με το ποιος θα τον αντικαταστήσει στη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. και η παραίτηση του υφυπουργού Ναυτιλίας κ. Γ. Βερνίκου.

Ας δούμε τώρα ξεχωριστά αυτά τα τρία γεγονότα και τα ζητήματα τα οποία εγείρονται γύρω από την διαχείρισή τους. Ο πρώην διοικητής της Εθνικής Τράπεζας εμφάνισε πρόβλημα υγείας το οποίο τον είχε ταλαιπωρήσει και παλαιότερα. Αυτά είναι όσα ξέρουμε. Τώρα αν αυτός είναι ο μόνος λόγος που οδήγησε τον κ. Ράπανο στην παραίτηση του από τη θέση του ΥΠ.ΟΙΚ. είναι θέμα το όποιο δε μπορεί να απαντηθεί με κατηγορηματική βεβαιότητα και δια μέσου της έλλογης οδού αλλά μόνο με επίκληση σε υπέρτερες δυνάμεις.

Το μόνο που ξέραμε είναι ότι ο άνθρωπος είχε θέμα με την υγεία του το οποίο πιθανότατα τον οδήγησε (έστω εν μέρει, έστω και ως αφορμή) σε αυτή την απόφαση και πάντως το θέμα θα έπρεπε να κλείσει εκεί αποφεύγοντας εικοτολογίες (από δημοσιογραφικής πλευράς) και μικροπολιτικές προσεγγίσεις (από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης).

Μέχρι να στεγνώσει το μελάνι από τις «αναλύσεις» για τις μύχιες σκέψεις και τα πιθανά είδη ασθενειών από τις οποίες πάσχει ο κ. Ράπανος κυβέρνηση και αντιπολίτευση φρόντισαν να μην μας αφήσουν να πλήξουμε λεπτό με τον τρόπο που διαχειρίστηκαν την υπόθεση της αντικατάστασης του πρωθυπουργού στη Σύνοδο Κορυφής. Στο μεν Μαξίμου έλαβαν έπαιζαν για δύο εικοσιτετράωρα την κολοκυθιά μέχρι να συνειδητοποιήσουν αυτό που ξέρει ένας ενημερωμένος πολίτης, ότι δηλαδή στη Σύνοδο Κορυφής η κάθε χώρα μπορεί να εκπροσωπηθεί μόνο από πρόεδρο της Κυβέρνησης ή αρχηγό κράτους. Ο δε Σύριζα, αντί να εκμεταλλευτεί την κατάσταση για να καταδείξει την αναξιοπιστία της κυβέρνησης ψέλλισε κάτι επαναστατικά και ακατανόητα του στυλ ότι «μας ανάγκασαν οι Ευρωπαίοι να στείλουμε τον κ. Παπούλια».

Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η παραίτηση του υφυπουργού Ναυτιλίας, όχι ως γεγονός καθ’ αυτό (ο κ. Βερνίκος είχε μια καθόλα νόμιμη επιχειρηματική δραστηριότητα, αν και πάντως ασύμβατη με τη θέση του υφυπουργού) αλλά για όσα μας έδειξε. Δηλαδή, την προχειρότητα και τη βιασύνη με την οποία λαμβάνονται συχνά οι αποφάσεις στην Ελλάδα αλλά και την εκκωφαντική άγνοια των πολιτικών μας για τους νόμους που οι ίδιοι ψηφίζουν! Η δε απόφαση να μην οριστεί αντικαταστάτης του κ. Βερνίκου καταδεικνύει ότι η συγκεκριμένη θέση υφυπουργού δεν ήταν τελικά τόσο αναγκαία (κάτι που -με την ίδια λογική- θα μπορούσε να ισχύει και για άλλες θέσεις υφυπουργών).

Αυτά τα τρία φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους περιστατικά οδηγούν σε ορισμένα κοινά συμπεράσματα. Πρώτον, στην απογοητευτική διαπίστωση ότι πολιτικοί και ΜΜΕ συνεχίζουν να προσεγγίζουν μείζονα ζητήματα με εντυπωσιοθηρικό, καιροσκοπικό και μεθοδολογικά αδόκιμο τρόπο. Καμία προσπάθεια λογικής ανάλυσης αποσυνδεδεμένης από οπορτουνιστικές μεθοδεύσεις ή συναισθηματικές εξάρσεις, παντελώς απούσα ή εμπεριστατωμένη, ψύχραιμη και εις βάθος διερεύνηση ως χαρακτηριστικό της λήψης σημαντικών αποφάσεων από τους πολιτικούς μας ταγούς.

Η πολιτικοδημοσιογραφική μας ελίτ δεν είδε, δεν άκουσε και δεν κατάλαβε τίποτα από όσα έχουν συμβεί στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Προκρίνει (ακόμα) τη δημιουργία εντυπώσεων από την παραγωγή και ανάλυση της πολιτικής. Φυσικά δεν είναι εύκολο να αλλάξουν νοοτροπίες δεκαετιών τόσο γρήγορα. Όμως ο πολιτικός χρόνος πλέον είναι τόσο πυκνός που αν αυτό δεν γίνει άμεσα τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά…

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 29.06.2012

Το παράδειγμα της Κύπρου, το Μνημόνιο και το δέον γενέσθαι

Με την είσοδο της Κύπρου στον μηχανισμό στήριξης τελείωσαν και οι τελευταίες αυταπάτες μας… Τώρα που (και) η υπό κομμουνιστική διακυβέρνηση Μεγαλόνησος προσέφυγε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για να καλύψει τις δανειακές τις ανάγκες γίνεται εμφανές και στον κάθε κακοπροαίρετο ότι μαγικές λύσεις ρωσικής, κινεζικής ή… καταριανής προέλευσής δεν υπάρχουν.

Όταν η Κύπρος δεν βρήκε τα 4 δισεκατομμύρια που αναζητούσε από αυτές τις πηγές, είναι τουλάχιστον αστείο να υποστηρίζει κανείς ότι μπορεί να βρει η Ελλάδα τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια που χρειάζεται για να καλύψει πολλαπλάσια χρέη και ελλείμματα. Καλώς ή κακώς, λοιπόν, είμαστε αναγκασμένοι να συνεχίσουμε στις ράγες του Μνημονίου. Κακό, στραβό, άδικο, μα είναι το μόνο ολοκληρωμένο πλάνο χρηματοδότησης που έχει παρουσιαστεί έως αυτή τη στιγμή. Επιδέχεται διορθώσεων; Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, ωστόσο όποιος περιμένει «δραματικές» διαφοροποιήσεις (πέρα από την επιμήκυνση και τα κονδύλια για την ανάπτυξη) θα απογοητευτεί.

Εδώ βέβαια πρέπει να σημειωθεί κάτι ακόμα: είναι άλλη η εικόνα που έχουν στην Ευρώπη για το Μνημόνιο και άλλη αυτή που έχουμε εμείς στην Ελλάδα: κανένας Ευρωπαίος ηγέτης δε ζήτησε περικοπές επί δικαίων και αδίκων. Οι εταίροι μας, μας ζήτησαν να μειώσουμε τα λειτουργικά κόστη του Δημοσίου και οι πολιτικοί μας ταγοί μην έχοντας τα κότσια και τις ικανότητες να αναμετρηθούν με το δημιούργημα τους (λέγε με υπερτροφικό, σπάταλο, ρουσφετολογικό κράτος) έβαλαν το σύνολο της κοινωνίας στην προκρούστεια κλίνη των οριζόντιων περικοπών. Αφού, λοιπόν, το «πεπρωμένο φυγείν αδύνατο» τι πρέπει να κάνουμε;

Πρώτον, έστω και τώρα να επιχειρήσουμε να διαπραγματευτούμε για να πάρουμε ότι περισσότερο μπορούμε. Όχι βέβαια με τον τσαμπουκαλίστικο επαρχιωτισμό του κ. Τσίπρα, αλλά στα πλαίσια του αλληλοσεβασμού που χαρακτηρίζει τη σχέση δύο εταίρων και έχοντας κατά νουν τον άγραφο κανόνα των Οικονομικών που λέει ότι καλώς ή κακώς ο δανειστής έχει μεγαλύτερη ισχύ από τον δανειζόμενο. Δεύτερον, να επιδιώξουμε να φτιάξουμε την εικόνα μας προς τα έξω καθώς το “brand name” της χώρας έχει πληγεί βαθύτατα εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας, του κλίματος αβεβαιότητας και λόγω της αφερεγγυότητας του πολιτικού μας προσωπικού.

Η κακή εικόνα της χώρας έχει αντανάκλαση στα πάντα: από το πώς μας αντιμετωπίζει ο μέσος Ευρωπαίος ηγέτης, μέχρι και τη ροή των κρατήσεων για διακοπές ή δουλειές στην Ελλάδα. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε, τόσο το καλύτερο. Τρίτον, να δούμε την κρίση ως ευκαιρία και να εκμεταλλευτούμε τα παράπλευρα οφέλη που εκπορεύονται από αυτήν. Ήδη πολλές στρεβλώσεις στην αγορά έχουν διορθωθεί και παράλογα υψηλές τιμές έχουν εξορθολογιστεί (πχ. προσφορές σε εισιτήρια σινεμά, εστίαση, πακέτα διακοπών, τιμές καταναλωτικών αγαθών κοκ.) ενώ η αλληλεγγύη είναι εμφανής όσο ποτέ στην πρόσφατη ιστορία μας. Αλλά το κεφάλαιο αυτό (η κρίση ως ευκαιρία) είναι από μόνο το πολύ μεγάλο και θα επανέλθουμε…

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 25.06.12

Πάλι γι' άλλα μιλάμε...

Καταγράφω (ενδεικτικά) μερικά θέματα που απασχόλησαν την επικαιρότητα τις τελευταίες εβδομάδες: οι δηλώσεις της γενικής διευθύντριας του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ περί Ελλάδας, το τηλεοπτικό σποτ της ΝΔ («Γιατί Κύριε;»), οι ατάκες του κ. Αλέξη Τσίπρα στην ευρωπαϊκή περιοδεία του και ο προπηλακισμός της κ. Λιάνας Κανέλλη από τον βουλευτή της Χρυσής Αυγής κ. Ηλ. Κασιδιάρη.

Κανείς δεν αντιλέγει ότι το σποτ της ΝΔ ήταν αιρετικό και για πολλούς κακόγουστο (αν και πάντως μια από τις βασικές αρχές του μάρκετινγκ επιτυγχάνεται, καθώς το σποτ αυτό συζητείται). Σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος έκανε το αυτονόητο, καταδίκασε τις γροθιές και τα μπουγελώματα του κ. Κασιδιάρη, ενώ οι δηλώσεις Λαγκάρντ και οι ατάκες Τσίπρα προκάλεσαν ποικίλα σχόλια και αντιδράσεις.

Μα, στα αλήθεια λίγες μέρες πριν από τις κρισιμότερες εκλογές των τελευταίων δεκαετιών αυτά είναι τα μείζονα ζητήματα που πρέπει να απασχολούν την κοινή γνώμη; Αν καταδεικνύουν κάτι τα προαναφερθέντα περιστατικά, αυτό είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται ο δημόσιος διάλογος στη χώρα μας: με όρους «επικοινωνίας» και με διαγωνισμό κραυγών και ατάκας με φόντο τα τηλεοπτικά πλατό. Και κυρίως με μια πλήρη αδυναμία των περισσότερων ΜΜΕ, των πολιτικών μας ταγών και κατ’ επέκταση της ίδιας της κοινωνίας να ξεχωρίσει το ουσιώδες από το επουσιώδες. Μετά από δύο «γεμάτες» προεκλογικές περιόδους δεν έχουμε συζητήσει καθόλου το μείζον θέμα, δηλαδή τον προσανατολισμό της χώρας μας: που θα πάμε, πώς θα πάμε, με ποιους όρους και με ποιες θυσίες.

Το κράτος έχει κηρύξει άτυπα στάση πληρωμών προς τρίτους (π.χ. φαρμακευτική δαπάνη, προμηθευτές) ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα είναι πενιχρά κι όλα αυτά (δηλαδή η πραγματικότητα) δεν δείχνουν να μας απασχολούν καθόλου. Αντιθέτως αυτό που κυριάρχησε τους τελευταίους μήνες ήταν το εμπόριο φόβου / ελπίδας σε μια εντελώς σχηματοποιημένη και υποτυπώδη μορφή δημοσίου διαλόγου. Έστω και την ύστατη ώρα, τα λεγόμενα «φιλοευρωπαϊκά κόμματα ευθύνης» οφείλουν να μιλήσουν με ψυχραιμία, νηφαλιότητα αλλά ταυτόχρονα με ρεαλισμό και σαφήνεια για το μέλλον της χώρας και το τι συνεπάγεται η εφαρμογή του «προγράμματος» του ΣΥΡΙΖΑ.

Την ώρα που καλούμαστε να κάνουμε μια τόσο κρίσιμη επιλογή για το μέλλον της χώρας μας θα ήταν τουλάχιστον χρήσιμο να ακούσουμε μια επιχειρηματολογία που να προσπαθεί να εμφυσήσει στον κόσμο τον κατά Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ ορισμό της πολιτικής. Ότι δηλαδή «η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, είναι η επιλογή ανάμεσα στο καταστροφικό και το δυσάρεστο».

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 11.06.12

Δευτέρα, Ιανουαρίου 12, 2009

Μετά τον ανασχηματισμό

Έγινε, λοιπόν, ο πολυθρύλητος ανασχηματισμός. Η αλήθεια είναι ότι με όσα είχαν ακουστεί γύρω από αυτόν κινδύνευε να «καεί», να χάσει την όποια επικοινωνιακή του αξία. Αυτό όμως δε ήταν απαραίτητα κακό. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, σημειώναμε πριν από λίγες μέρες, «μπορεί να λειτουργήσει τελικά υπέρ της κυβερνώσας παράταξης, η οποία σ’ αυτά τα πέντε χρόνια έχει αυτοεγκλωβιστεί πολιτικά, λειτουργώντας σε μεγάλο βαθμό με όρους επικοινωνίας».

Το σημαντικό σε αυτήν την συγκυρία ήταν να αντικατασταθούν τα πρόσωπα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο δυσχέραιναν την παραγωγή του κυβερνητικού έργου: είτε με την ανικανότητά τους, είτε λόγω εμπλοκής τους σε σκανδαλώδεις υποθέσεις. Μόνο έτσι θα μπορούσε να επαναπροσεγγίσει η κυβέρνηση την –σε πολύ μεγάλο βαθμό– δυσαρεστημένη και απογοητευμένη κοινωνία. Γράφαμε: «Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, οι αλλαγές πρέπει να είναι σαρωτικές και να μην εξαντληθούν σε μια απλή ανακατανομή χαρτοφυλακίων. Ο κ. Καραμανλής οφείλει να δείξει την πόρτα της εξόδου στους εμπλεκόμενους στην υπόθεση Βατοπεδίου υπουργούς, αποδεικνύοντας εμπράκτως ότι έλαβε το μήνυμα της κοινωνίας. Πρέπει επίσης να αποπέμψει όσους υπουργούς αποδείχτηκαν ανεπαρκείς στο ρόλο που τους ανατέθηκε».

«Ο πρωθυπουργός (…) προσπάθησε με την επίσπευση της ανακοίνωσης του ανασχηματισμού να αποφορτίσει την ιδιαίτερα ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και να αλλάξει το κλίμα» έγραψε εύστοχα ο Δημήτρης Γιατράκος («Θάρρος» 08.01.2009). Πράγματι ο ανασχηματισμός είχε τόσο επικοινωνιακή όσο και πρακτική χροιά: Επικοινωνιακή επειδή οι πολίτες ζητούσαν επιτακτικά –σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις– αλλαγές συγκεκριμένων προσώπων (όπερ και εγένετο). Πρακτική διότι αφενός μεν ορισμένοι υπουργοί αποδείχθηκαν εντελώς ανεπαρκείς και η περεταίρω παραμονή τους σε κυβερνητικό θώκο μόνο επιζήμια θα ήταν για την ΝΔ, αφετέρου δε η αναμονή του ανασχηματισμού είχε παραλύσει κάθε κυβερνητική δραστηριότητα.

Οι πολίτες σύμφωνα με τις πρώτες δημοσκοπήσεις δε βλέπουν αρνητικά τις αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα. Όμως η αύρα από έναν ανασχηματισμό, όπως πολλάκις έχει ειπωθεί, κρατάει 5 – 10 ημέρες. Σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας ίσως και λιγότερο. Το ζητούμενο, λοιπόν, πλέον είναι οι πολιτικές. Μόνο αυτές μπορούν να δώσουν στην κυβέρνηση βάσιμες ελπίδες ανάκαμψης. Μόνο αυτές μπορούν να αλλάξουν το κλίμα στην κοινωνία και να την βγάλουν από την εσωστρέφεια.

«Η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, είναι η επιλογή ανάμεσα στο καταστροφικό και το δυσάρεστο» είχε πει κάποτε ο Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ. Κόντρα στον αφορισμό του διάσημου Αμερικανού οικονομολόγου, ζητούνται πωτοβουλίες που δε θα είναι ούτε καταστροφικές, ούτε ιδιαιτέρως δυσάρεστες. αλλά ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες, πολιτικές που θα μπορέσουν να ανακουφίσουν τους πολίτες.

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 11.01.2009

Σάββατο, Δεκεμβρίου 20, 2008

Η τελευταία ευκαιρία της κυβέρνησης

Έστω και καθυστερημένα ο πρωθυπουργός έπραξε το αυτονόητο: αναγνώρισε τις ευθύνες της κυβέρνησης στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Ευθύνες που η κοινή γνώμη –με βάση τις δημοσκοπήσεις– επέρριπτε στη ΝΔ και που η τελευταία αποποιούταν, προφανώς για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Αυτό είναι ένα καλό σημάδι. Είναι μια ένδειξη ότι ο κ. Καραμανλής αντιλήφθηκε την δυσφορία της κοινωνίας και επιδιώκει να κερδίσει την χαμένη εμπιστοσύνη του κόσμου στην κυβέρνησή του. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν πρόκειται να συμβεί με μια απλή (ετεροχρονισμένη και υπαγορευμένη από το βαρύ κλίμα) δήλωση συγνώμης. Καλά τα λόγια, αλλά πάνω απ’ όλα οι πολίτες περιμένουν πράξεις.

Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση έχει εξαντλήσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο και πλέον η κοινωνία την αντιμετωπίζει με μεγάλη επιφυλακτικότητα, ακόμα και με προκατάληψη. Κατά συνέπεια δεν θα έχει πολλές ευκαιρίες για να αναστρέψει την –σύμφωνα με όλες τις τελευταίες δημοσκοπήσεις– εις βάρος της κατάσταση. Για την ακρίβεια η κυβέρνηση έχει μια τελευταία ευκαιρία: τον επικείμενο ανασχηματισμό.

Το κακό για την ΝΔ είναι ότι οι αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα έχουν εδώ και καιρό προαναγγελθεί και κατά συνέπεια δεν υπάρχει το πλεονέκτημα του επικοινωνιακού αιφνιδιασμού. Το συγκεκριμένο γεγονός, όμως, μπορεί να λειτουργήσει τελικά υπέρ της κυβερνώσας παράταξης, η οποία σ’ αυτά τα πέντε χρόνια έχει αυτοεγκλωβιστεί πολιτικά, λειτουργώντας σε μεγάλο βαθμό με όρους επικοινωνίας. Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, οι αλλαγές πρέπει να είναι σαρωτικές και να μην εξαντληθούν σε μια απλή ανακατανομή χαρτοφυλακίων. Ο κ. Καραμανλής οφείλει να δείξει την πόρτα της εξόδου στους εμπλεκόμενους στην υπόθεση Βατοπεδίου υπουργούς, αποδεικνύοντας εμπράκτως ότι έλαβε το μήνυμα της κοινωνίας. Πρέπει επίσης να αποπέμψει όσους υπουργούς αποδείχτηκαν ανεπαρκείς στο ρόλο που τους ανατέθηκε. Πρέπει, με λίγα λόγια, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να παραχθεί επιτέλους πολιτική, μακριά από σκάνδαλα και τη συνακόλουθη παραφιλολογία. Ας μην ξεχνάμε ότι στις χρόνιες αδυναμίες της χώρας μας (γραφειοκρατία, υψηλό δημόσιο χρέος, διαφθορά κλπ.) έχει πλέον προστεθεί και η διεθνής οικονομική κρίση που καθιστά επιτακτική την ανάληψη πρωτοβουλιών.

Από τις αποφάσεις του πρωθυπουργού θα κριθεί εν πολλοίς το μέλλον της κυβέρνησης. Αν ο κ. Καραμανλής τολμήσει θα έχει την ευκαιρία να διεκδικήσει με καλές πιθανότητες την επανεκλογή του στο αξίωμα του πρωθυπουργού. Σε διαφορετική περίπτωση η επόμενη τετραετία θα βρει τη ΝΔ στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης…

Δ. Τζ.

Κυριακή, Νοεμβρίου 30, 2008

Για την υπόθεση Βατοπεδίου

Η υπόθεση Βατοπεδίου που μας απασχολεί τους τελευταίους μήνες έχει πολλές πτυχές, περίπου όσα είναι και τα ερωτήματα που παραμένουν ακόμα αναπάντητα. Δυστυχώς δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μάθουμε πολλά περισσότερα για το θέμα από τη διαδικασία της εξεταστικής, ενώ τα στοιχεία που παρέχει η δημοσιογραφική έρευνα περνούν σχεδόν απαρατήρητα με τον καταιγιστικό ρυθμό που δημοσιοποιούνται.

Το μείζον ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί είναι ποιος βρίσκεται πίσω από τις επίμαχες ανταλλαγές οικοπέδων εις βάρος του ελληνικού Δημοσίου. Εδώ τα πράγματα είναι περίπου ξεκάθαρα. Η προκλητική μεταχείριση υπέρ της μονής (και εις βάρος των χρημάτων ημών) ξεκίνησε από υφυπουργούς του ΠαΣοΚ και κλιμακώθηκε κατά την πενταετία της Νέας Δημοκρατίας. Η κύρια λοιπόν ευθύνη αφορά τη σημερινή κυβέρνηση, η οποία προχώρησε και στις περισσότερες επαχθείς για το Δημόσιο συμφωνίες.

Αυτή η ευθύνη είναι περισσότερο πολιτική και όχι νομική. Οι αποφάσεις είχαν την βούλα δημόσιων οργάνων, οπότε τα στελέχη των δύο κυβερνήσεων ελέγχονται μόνο πολιτικά, για το εάν δηλαδή οι αποφάσεις τους ήταν λογικές, ορθές και όχι για το αν υπήρχε δόλος ή ενέργειες αντίθετες στο νόμο. Η απάντηση στο σκέλος των πολιτικών ευθυνών είναι νομίζω προφανής.

Τις δικές του ευθύνες έχει δίχως αμφιβολία και ο έτερος πρωταγωνιστής της υπόθεσης, ηγούμενος Εφραίμ. Ο κ. Εφραίμ εγκαλείται σε ένα άλλο πεδίο: αυτό της ηθικής. Είναι σαφές ότι οι κινήσεις του ηγούμενου, αν και ισχυροποίησαν τη μονή του, ωστόσο δε συνάδουν με το πνεύμα της θρησκείας που εκπροσωπεί. Ο ρόλος της θρησκείας είναι καθαρά πνευματικός και φυσικά όχι επιχειρηματικός. Έστω και αν «έκανα ό,τι έκανα για το καλό της μονής μου».

Το πιο λυπηρό είναι ότι ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου αδυνατεί να αντιληφθεί ότι με τα όσα πράττει ή λέει μόνο κακό κάνει στον εαυτό του. Δεν παρέστη στην εξεταστική επιτροπή, αλλά υπέβαλε υπόμνημα! Χειρότερα: αντί να προχωρήσει έστω και την ύστατη ώρα σε μια αυτοκριτική, εμφανίστηκε αλαζόνας, αποκαλώντας τους δημοσιογράφους «αλειτούργητους, αλιβάνιστους και μπερδεμένους».

Παραφράζοντας τον κ. Εφραίμ θα μπορούσαμε να πούμε ότι αλειτούργητοι, αλιβάνιστοι και (κυρίως) μπερδεμένοι πρέπει να είναι όλοι οι Έλληνες που δυσκολεύονται να αντιληφθούν πως η πνευματικότητα συνδυάζεται με τις business και πως η εκκλησία (έστω κομμάτι αυτής) μπαίνει στα εντελώς ξένα χωράφια του real estate…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 30.11.2008

Τετάρτη, Νοεμβρίου 19, 2008

Ζητείται ηγέτης με όραμα

Σε περιόδους κρίσης (οικονομικής ή άλλης μορφής), όπως η σημερινή, η κοινωνία διακατέχεται από αίσθημα έντονης ανασφάλειας και οι άνθρωποι αναζητούν μια στιβαρή ηγεσία, έτσι ώστε να αισθάνονται λιγότερο εκτεθειμένοι. Η συγκεκριμένη ανάγκη της κοινωνίας να πιαστεί από κάπου οδηγεί σε δύο τινά: Από την μια την συσπειρώνει γύρω από έναν δυναμικό ηγέτη, ο οποίος διαχειρίζεται σωστά την κρίση (εν προκειμένω παραδείγματα τέτοιας συσπείρωσης είναι οι Σαρκοζί, Μέρκελ και Μπράουν, αλλά και ο Ομπάμα με τις προσδοκίες που έχει μέχρι τώρα δημιουργήσει). Όμως συμβαίνει και το αντίστροφο: σε τέτοιες στιγμές η ολιγωρία και η έλλειψη δυναμικής ηγεσίας φαίνεται περισσότερο, μεγεθύνει τα όποια λάθη και τις αδυναμίες και προφανώς επιτείνει το αίσθημα ανασφάλειας των πολιτών.

Έχουμε την αίσθηση ότι στην περίπτωση της χώρας μας ισχύει το δεύτερο. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει μια ηγεσία με φαντασία, με ζωντάνια, με σχέδιο και τόλμη, ηγεσία που θα μπορέσει να διαχειριστεί σωστά την οικονομική κρίση που –σε συνδυασμό με την πανθομολογούμενη κρίση του πολιτικού συστήματος– δημιουργεί κλίμα ρευστότητας στην κοινωνία. Δεν είναι μόνο τα «ήξεις – αφήξεις» σε σχέση με το πακέτο στήριξης των 28 δισ. ευρώ προς τις τράπεζες. Δεν είναι καν η προχειρότητα και οι λάθος πολιτικές από πλευράς κυβέρνησης (σε περίοδο οικονομικής κρίσης είναι αυτονόητο ότι δεν βάζεις νέους φόρους). Είναι η γενικότερη αίσθηση ότι δεν υπάρχει σε ολόκληρο το πολιτικό στερέωμα ηγέτης που να μπορεί να μας βγάλει από την άσχημη συγκυρία με τις λιγότερες δυνατές απώλειες.

Η αλήθεια είναι ότι ζηλέψαμε λίγο βλέποντας τον χαρισματικό Αφροαμερικανό Μπαράκ Ομπάμα να επελαύνει προς το Λευκό Οίκο. Μας γοήτευσε η ύπαρξη ενός πραγματικά άφθαρτου προσώπου, αυτοδημιούργητου, με φρέσκιες ιδέες και ηγετική φυσιογνωμία. Ενός πολιτικού που κάνει το χιλιοειπωμένο σλόγκαν της αλλαγής να μοιάζει ρεαλιστικό, εφικτό. Ζηλέψαμε επίσης την ενεργοποίηση του πολιτικού ενστίκτου των Αμερικανών, την αυτοργάνωση, την δραστηριοποίησή τους καθώς και τη συνακόλουθη μαζική προσέλευσή στις κάλπες. Ενός λαού που λατρεύουμε να μισούμε, που τόσες και τόσες φορές τον έχουμε κατηγορήσει (όχι άδικα πάντα) για υπέρμετρο καταναλωτισμό και αποχαύνωση και που τώρα μας παρέδωσε μαθήματα πολιτικοποίησης (και όχι κομματικοποίησης κατά τα ειωθότα στην Ελλάδα).

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι έναν ηγέτη τύπου Ομπάμα. Έναν πολιτικό ο οποίος θα καταφέρει αυτό που πέτυχε ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ. Ο Ομπάμα, λέει ο πολιτικός φιλόσοφος Μάικλ Σάντελ, ξύπνησε «έναν υπνώτοντα ιδεαλισμό, μια δίψα των Αμερικανών να υπηρετήσουν έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον εαυτό τους, μια λαχτάρα να ξαναγίνουν πολίτες» (Πάσχος Μανδραβέλης, «Η Καθημερινή» 09.11.2008). Με λίγα λόγια ζητείται ηγέτης με όραμα και πυξίδα που θα πείσει μια πλειοψηφική μάζα να τον ακολουθήσει…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 19.11.2008

Κυριακή, Νοεμβρίου 02, 2008

Επενδύοντας στην ελληνική γραφειοκρατία…

Στις 25 Μάιου 2007 οι (τότε) υπουργοί Μεταφορών κ. Μ. Λιάπης και Ναυτιλίας κ. Μ. Κεφαλογιάννης συμμετείχαν στην παρθενική πτήση υδροπλάνου στο Αιγαίο. Μόνο που τα υδροπλάνα με προορισμό μικρά νησιά της άγονης γραμμής σταμάτησαν να αποθαλασσώνονται περίπου δύο μήνες μετά, όταν τα φώτα της δημοσιότητας και τα φλας των φωτογράφων είχαν φύγει από το λιμάνι του Λαυρίου.

Μια ακόμη περίπτωση γραφειοκρατικών αγκυλώσεων και αδικαιολόγητης ολιγωρίας του κράτους. Ένα μείγμα που διώχνει τους σοβαρούς επενδυτές από τη χώρα μας. Όπως ανέφερε –με έκδηλη απογοήτευση– (στο ραδιόφωνο του «ΣΚΑΪ») ο κ. Μιχάλης Πατέλης, διευθύνων σύμβουλος της Air Sea Lines, εταιρείας που είχε αναλάβει να φέρει εις πέρας το εγχείρημα, είναι αποφασισμένος να μην περιμένει άλλο και να μεταφέρει τον στόλο του στα Βαλκάνια κα την Ιταλία.

Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η εταιρεία, μέχρι σήμερα έχει επενδύσει το ποσό των 20 εκατ. ευρώ. Δίχως αντίκρισμα, όμως, μιας και οι υποσχέσεις των δύο υπουργών για τη δημιουργία 26 υδατοδρομίων στα ακριτικά νησιά δεν έγιναν πραγματικότητα. Η κωλυσιεργία των αρμόδιων υπηρεσιών και η συμπεριφορά της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας είναι, σύμφωνα με τον κ. Πατέλη, ο λόγος που τα νησιά της άγονης γραμμής βλέπουν τις υποσχέσεις να μένουν στα λόγια.

«Φιλοδοξούμε να ολοκληρώσουμε ένα δίκτυο από σαράντα υδροπλάνα (…) για να καλύψουμε την άγονη γραμμή, για να προσφέρουμε ποιοτικές υπηρεσίες σε όλους τους Έλληνες πολίτες κυρίως στους ακρίτες (…). Είναι μια υποχρέωση της ελληνικής πολιτείας, που η κυβέρνηση θα υλοποιήσει στο ακέραιο». Αυτά δήλωνε ο κ. Μανώλης Κεφαλογιάννης στις 17 Ιουνίου του 2007, στο προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στο Ηράκλειο. Ο υπουργός αντικαταστάθηκε μετά από τρεις μήνες. Μαζί με αυτόν φαίνεται ότι άλλαξε (ως είθισται) και η στρατηγική για τη δημιουργία υδροδρομίων που θα έκαναν τους κατοίκους των ακριτικών νησιών να αισθάνονται λιγότερο απομονωμένοι.

Η γραφειοκρατία και η έλλειψη σοβαρού σχεδίου από πλευράς πολιτείας καθιστούν τις ιδιωτικές επενδύσεις στη χώρα μας μια υπόθεση για γερά νεύρα, πολλά (συχνά πεταμένα) χρήματα και αρκετή υπομονή. «Ξέρετε κανέναν επενδυτή που θεωρεί λογικό να επενδύσει χρήματα στην ελληνική γραφειοκρατία;» αναρωτιόταν ο κ. Πατέλης. Ρητορικό βέβαια το ερώτημα, αλλά τα αναπάντητα ερωτήματα παραμένουν, αφού το κράτος συνεχίζει να διώχνει τους επενδυτές. Δυστυχώς η πολυθρύλητη «επανίδρυση» παραμένει το ζητούμενο…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 02.11.2008