Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιανουαρίου 18, 2009

«Συντονίζοντας» τους μαθητές

Μέσα στις καταλήψεις, τις διαδηλώσεις, τα επεισόδια και το γενικότερο χαμό του περασμένου Δεκεμβρίου γεννήθηκε το «Συντονιστικό Σχολείων Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος». Ένα όργανο που κύρια μέριμνα του είναι να συντονίζει τους (προσκείμενους σε αυτό) μαθητές για τις επόμενες ενέργειές τους (συλλαλητήρια, καταλήψεις κοκ.).

Το ΚΚΕ αντέδρασε έντονα στη δημιουργία του «Συντονιστικού»: «Είναι εντοπισμένη τα τελευταία χρόνια η προσπάθεια των δυνάμεων του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και διαφόρων άλλων “γκρουπ” να παρέμβουν στο μαθητικό κίνημα. Κι επειδή δεν τα καταφέρνουν να πείσουν και να κερδίσουν τους μαθητές με την πολιτική τους, προσπαθούν έξω από τα σχολεία, έξω από το κίνημα (σ.σ. εννοεί το προϋπάρχον «Συντονιστικό Αγώνα Σχολείων Αθήνας» – ΣΑΣΑ), να φτιάξουν υποτιθέμενες μαθητικές δομές, με μοναδικό τους μέλημα να συκοφαντήσουν και να χτυπήσουν την υπάρχουσα οργάνωση και το συντονισμό του μαθητικού κινήματος» («Ριζοσπάστης» 16.01.2009).

Λεπτομέρεια; Το ΣΑΣΑ, δηλαδή το «Συντονιστικό» που προϋπήρχε των γεγονότων του Δεκεμβρίου, πρόσκειται στο ΚΚΕ. Έτσι εξηγείται και η αντίδραση του κόμματος. Το ΚΚΕ θεωρούσε πως είχε (και πράγματι είχε μέχρι τώρα) την δυνατότητα να «επηρεάζει» κατ’ αποκλειστικότητα τους μαθητές. Όμως, η είσοδος του ΣΥΡΙΖΑ στα σχολεία σπάει αυτό το «μονοπώλιο».

Το πρόβλημα δεν είναι ούτε το «Συντονιστικό του ΣΥΡΙΖΑ», ούτε το «Συντονιστικό του ΚΚΕ». Το πρόβλημα είναι η επιχειρούμενη κομματικοποίηση (και) των σχολείων, η ολοφάνερη (σε σημείο κυνισμού) προσπάθεια ποδηγέτησης των μαθητών. Δε μας έφταναν οι φοιτητοπατέρες και οι συνδικαλιστικές (βλ. κομματικές) οργανώσεις στα πανεπιστήμια και τα όσα προβλήματα έχουν αυτές δημιουργήσει (σίγουρα περισσότερα απ’ όσα έχουν λύσει). Τώρα θέλουμε να εισάγουμε αυτόν τον αποτυχημένο «θεσμό» και στα σχολεία!

Πρωτοβουλίες σαν κι αυτές θα ήταν πράγματι πολύ χρήσιμες και ενδιαφέρουσες αν οδηγούσαν σε έναν διάλογο στους κόλπους της μαθητικής κοινότητας για το τι είδους Παιδεία θέλουμε. Αν τα αιτήματα τους είχαν έστω κάποια φαντασία. Θα ήταν επίσης προς τη σωστή κατεύθυνση αν είχαν ως αποτέλεσμα την πολιτικοποίηση των μαθητών. Μόνο που δε συνέβη τίποτα απ’ όλα αυτά. Ο διάλογος δεν έγινε ποτέ. Μερικά από τα αιτήματα; Άμεσος αφοπλισμός της αστυνομίας, εκδημοκρατισμός(;) του στρατού και της αστυνομίας, κατάργηση των ΚΕΣ και των Κολεγίων, όχι στην κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων του Δεκέμβρη, να πέσει η κυβέρνηση των δολοφόνων. Περιττεύει να αναφέρουμε ότι δεν είδαμε καμία προσπάθεια πολιτικοποίησης των μαθητών, παρά μόνο προσπάθεια ένταξής τους στο «κόμμα».

Για να είμαστε δίκαιοι, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι κύριοι υπεύθυνοι για τις συγκεκριμένες πρακτικές δεν είναι οι μαθητές αλλά όσοι επιχείρησαν να κερδίσουν μερικές χιλιάδες μελλοντικές ψήφους από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου και το θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αυτοί που προσπάθησαν να εντάξουν τους μαθητές στους μικροκομματικούς τους υπολογισμούς. Ξαναρίξτε μια ματιά στα αιτήματα των μαθητών. Είναι δυνατόν να μιλούν 15χρονοι και 16χρονοι μια τόσο ξύλινη, παλαιοκομματική γλώσσα; Ούτως ή άλλως, αυτά τα αιτήματα –πέρα από την έλλειψη πρωτοτυπίας– κάτι μας θυμίζουν…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 18.01.2009

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 09, 2008

Άλλη πολιτική για την τριτοβάθμια εκπαίδευση

Οι αριθμοί δεν λένε πάντοτε την αλήθεια, λέει το γνωστό μότο, όμως στην προκειμένη περίπτωση λένε πολλά. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα μετά την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ της χώρας, την προσεχή ακαδημαϊκή χρονιά 32 τμήματα ΤΕΙ θα έχουν μονοψήφιο αριθμό εισακτέων, ενώ την πύλη πέντε ιδρυμάτων δε θα περάσει κανένας φοιτητής! Τα νούμερα αυτά αφενός σοκάρουν, αφετέρου καταδεικνύουν την αποτυχία της πολιτικής που εφαρμόστηκε την τελευταία δεκαετία στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: της πολιτικής της ίδρυσης ΑΕΙ και ΤΕΙ σε (σχεδόν) κάθε περιφερειακή πόλη. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία δέκα χρόνια ιδρύθηκαν 60 (!) ιδρύματα ΑΕΙ, τα περισσότερα στην περιφέρεια.

Για να μην παρεξηγηθούμε: δεν είναι κακό να ιδρύονται νέα εκπαιδευτικά Ιδρύματα, κάθε άλλο. Πόσω μάλλον όταν αυτό γίνεται εκτός Αθηνών, συμβάλλοντας έτσι στην αποκέντρωση της γνώσης και την οικονομική ανάπτυξη των πόλεων αυτών. Το αντίθετο: στον 21ο αιώνα –τον λεγόμενο και αιώνα της εξειδίκευσης– είναι θεμιτό να δημιουργούνται καινούργια ιδρύματα, έτσι ώστε και ο υποψήφιος φοιτητής να έχει μεγαλύτερη γκάμα επιλογών και φυσικά να καλύπτονται και οι ανάγκες της αγοράς εργασίας. Λάθος είναι η δημιουργία ιδρυμάτων χωρίς σχεδιασμό, στοχεύοντας αποκλειστικά στην αύξηση του εσωτερικού τουρισμού και των παρελκόμενων αυτού (ενοίκια, καφετέριες, μαγαζιά, αυτό που με δυο λόγια λέμε «ενίσχυση της τοπικής αγοράς»). Λάθος είναι να μπαίνει σε πρώτη μοίρα η περιφερειακή ανάπτυξη –δια μέσου των ιδρυμάτων– και σε δεύτερη το ακαδημαϊκό κομμάτι. Λάθος επίσης είναι να δημιουργούνται τμήματα χωρίς γνωστικό αντικείμενο, τμήματα που δε διασφαλίζουν επαγγελματικά δικαιώματα στους αποφοίτους τους, άρα αυξάνουν τους δυνητικά ανέργους, μόνο και μόνο για να μπουν όλοι ή έστω οι περισσότεροι απόφοιτοι Λυκείου «κάπου» και να γίνει περισσότερο αρεστός ο χ υπουργός και το ψ κόμμα.

Αρκετά ιδρύματα κινδυνεύουν να κλείσουν ή (στην καλύτερη περίπτωση) να συγχωνευτούν. Το γεγονός από μόνο του είναι σημαντικό και δικαιολογεί την στροφή 180 μοιρών που πρέπει να γίνει στο οικοδόμημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε για μαγικές λύσεις. Αυτό που χρειάζεται είναι σχέδιο. Αυτό που σίγουρα δεν χρειάζεται είναι οι τακτικισμοί και τα μικροπολιτικά παιχνίδια εις βάρος του μεγαλύτερου κεφαλαίου που έχει αυτή η χώρα: της γνώσης.

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 05.09.2008

Δευτέρα, Ιουλίου 21, 2008

Ένας καλός συμβιβασμός

Είναι ένα ζήτημα το οποίο μας απασχολεί επί σχεδόν δύο δεκαετίες. Ο λόγος για την –μέσω της νομοθετικής οδού– αποσαφήνιση του πλαισίου που διέπει την λειτουργία των ιδιωτικών σχολών (κολεγίων) στη χώρα μας. Κυρίως δε υπό ποιες προϋποθέσεις θα αναγνωρίζονται τα πτυχία που αυτά παρέχουν και κατά συνέπεια τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων τους.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τα κολέγια –που λειτουργούν ως παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων– αποτελούν μαζί με ΑΕΙ, ΤΕΙ και ΙΕΚ τους πυλώνες της μεταλυκειακής εκπαίδευσης. Ωστόσο, τα πτυχία που παρέχουν δε θεωρούνται ισάξια των αντίστοιχων πανεπιστημιακών. Ουσιαστικά αυτό είναι που διαφοροποιεί τα κολέγια από ΑΕΙ και ΤΕΙ και αυτό επιχειρεί να «διορθώσει» ο νέος νόμος. Με τη ρύθμιση του υπουργείου Παιδείας επιδιώκεται να μπει μια τελεία στο ζήτημα, με την παράλληλη ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας 36/05 «που επιβάλλει την αναγνώριση των πτυχίων που χορηγούν τα παραρτήματα ευρωπαϊκών ΑΕΙ στην Ελλάδα».

Κατά τη γνώμη μας η αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των κολεγίων είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Με μια βασική προϋπόθεση: τον αυστηρό έλεγχο των συγκεκριμένων κέντρων σπουδών από το υπουργείο. Κάτι τέτοιο άλλωστε ορίζεται από τον νέο νόμο. Καταρχάς, τα κολέγια –επιτέλους!– περνούν στην δικαιοδοσία του υπουργείου Παιδείας (μέχρι σήμερα είναι στην αρμοδιότητα του υπουργείου Ανάπτυξης). Σύμφωνα με τη νομοθετική ρύθμιση –αναφέρει ρεπορτάζ της «Καθημερινής»– στα κολέγια θα τεθούν αυστηρές προδιαγραφές λειτουργίας, αντίστοιχες με αυτές του μητρικού (ευρωπαϊκού), ενώ παράλληλα συγκροτείται ανεξάρτητη επιτροπή αξιολόγησης και ελέγχου, στην οποία συμμετέχουν καθηγητές πανεπιστημίων και ΤΕΙ και εμπειρογνώμονες. Στην περίπτωση δε που κάποιο κολέγιο δεν συμμορφωθεί με τους όρους λειτουργίας που θα τεθούν προβλέπεται η επιβολή αυστηρών προστίμων και κυρώσεων που επιφέρουν μέχρι και οριστικό κλείσιμο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο νόμος είναι αυστηρός, αλλά επί της ουσίας δίκαιος. Και αυτό γιατί προσπαθεί να συγκεράσει την –εν πολλοίς δικαιολογημένη– καχυποψία του Έλληνα φοιτητή δημοσίου πανεπιστημίου για τα κέντρα ελευθέρων σπουδών και τον φόβο του για τυχόν απαξίωση του πτυχίου του με την επιτακτική ανάγκη εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Πολλοί θα θέσουν ζήτημα εφαρμογής του νόμου και δε θα έχουν άδικο. Στη χώρα μας δεν πάσχουμε νομοθετικά. Το πρόβλημα είναι η εφαρμογή των όσων ψηφίζει η Βουλή, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα και δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Είναι ωστόσο ένα ερώτημα που μένει να απαντηθεί.

Σχετικά με το ζήτημα της λειτουργίας κολεγίων από ιδιώτες ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση (21.9.1999) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) σε προσφυγή ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου κατά της χώρα μας. «Το κράτος», αναφέρει η απόφαση, «οφείλει να παρεμβαίνει μέσω των περιθωρίων αξιολόγησης που διαθέτει, για να αποτρέπει τις ταξικές συνέπειες από τη λειτουργία των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων. Οφείλει, εν τούτοις, να σέβεται την ελευθερία της Παιδείας και το δικαίωμα των γονέων να επιλέγουν ελεύθερα την εκπαίδευση των παιδιών τους». (Νίκος Αλιβιζάτος «Πέρα από το 16», Εκδ. Μεταίχμιο). Με άλλα λόγια το ΕΔΔΑ λέει ναι στην υπό αυστηρές προϋποθέσεις λειτουργία ιδιωτικών ιδρυμάτων. Έτσι ώστε αυτά να μην δίνουν πτυχία έναντι μόνο μερικών χιλιάδων ευρώ, παραβιάζοντας τον ανταγωνισμό με τα δημόσια πανεπιστήμια. Τα κριτήρια θα πρέπει να είναι και (κυρίως) ακαδημαϊκά.

Αν πάντως κάτι δείχνει ότι ο νόμος είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αυτό είναι η ταυτόχρονη αντίδραση αντιπολίτευσης και κολεγίων. Ο κ. Αλέκος Αλαβάνος μιλάει για πυρηνική βόμβα στα θεμέλια της δημόσιας εκπαίδευσης, επειδή προφανώς διαφωνεί (ή ηθελημένα αγνοεί) την προαναφερθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και τις κοινοτικές οδηγίες. Τα κολέγια αντιδρούν στις αυστηρές προδιαγραφές που θέτει το υπουργείο, διότι αυτές θα κάνουν τη ζωή τους πιο δύσκολη. Η έστω και από διαφορετική αφετηρία αντίδραση των δύο δείχνει κάτι. Είναι αυτό που έλεγε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Πορτογαλίας Ζοάο Ντε Ντέους Πινέιρο: «Καλός συμβιβασμός είναι εκείνος που δεν ικανοποιεί κανέναν, αλλά που όλοι μπορούν να αποδεχτούν».

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 20.07.2008

Δευτέρα, Ιουνίου 23, 2008

Όταν το Harvard ήρθε στην Ελλάδα

Ακούγεται κάπως παράξενα, όμως είναι αλήθεια: εδώ και μερικούς μήνες το φημισμένο αμερικανικό πανεπιστήμιο Harvard στεγάζεται (και) στην Ελλάδα! Στο Ναύπλιο, στο ανακαινισμένο κτίριο που λειτουργούσε κάποτε ως δημαρχείο της πόλης, βρίσκεται σήμερα το παράρτημα του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του σπουδαίου πανεπιστημίου. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι πρόκειται για το πρώτο παράρτημα του Harvard στην Ευρώπη. Όμως τι δουλειά έχει το Harvard στην Ελλάδα;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Harvard ιδρύθηκε το 1962 και αποτελεί ένα από τα Ερευνητικά Κέντρα του ομώνυμου πανεπιστημίου. Κινητήριος δύναμή του –διαβάζουμε στην ηλεκτρονική του διεύθυνση– είναι η ανάγκη επαναπροσέγγισης του ουμανιστικού οράματος των Ελλήνων. Έχοντας στο επίκεντρο την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα, το Κέντρο προσπαθεί να εξερευνήσει την πιο ευρεία έννοια του όρου «Ελληνικός», προσδιορίζοντας τον ελληνικό πολιτισμό ως τον καθολικό ουμανισμό που ξεπερνά τις διακρίσεις μεταξύ Ευρώπης και μη – Ευρώπης.

Αν και τα επίσημα εγκαίνια θα γίνουν στα τέλη του μήνα, το Κέντρο κλείνει αυτό το μήνα ένα χρόνο παρουσίας στη χώρα μας. Σε αυτό το διάστημα –αναφέρει ρεπορτάζ της «Καθημερινής»– το έχουν επισκεφτεί 18 φοιτητές από τις ΗΠΑ, μέσω υποτροφίας που τους κάλυψε τα αεροπορικά εισιτήρια και σημαντικό κομμάτι των εξόδων τους. Οι φοιτητές, στις δέκα μέρες που παρέμειναν στο Ναύπλιο, είχαν την ευκαιρία να κάνουν έρευνα και να παρακολουθήσουν σεμινάρια για την ελληνική γλώσσα και ιστορία. Ακολούθως, ανάλογα με τις σπουδές τους, πραγματοποίησαν πρακτική άσκηση σε ελληνικές επιχειρήσεις.

Μέσα στο 2008 το Κέντρο διοργάνωσε διαλέξεις για την ελληνική ιστορία και πολιτισμό. Ταυτόχρονα, μέσω της ολοκληρωμένης ψηφιακής βιβλιοθήκης του Κέντρου, φοιτητές και απλοί πολίτες είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης στην πλούσια βιβλιογραφία του πανεπιστημίου.

Από τον τρόπο λειτουργίας ενός πανεπιστημίου όπως το Harvard –αν ξεφύγουμε για λίγο από τη στείρα και μίζερη κουβέντα για τα μη κρατικά ΑΕΙ– μπορούμε να πάρουμε μερικά χρήσιμα μαθήματα για το πως πρέπει να είναι το πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα: δυναμικό, εξωστρεφές και ανοικτό στην κοινωνία. Δεύτερον, δεν μπορεί να λέγεται σοβαρό ένα Ανώτατο Ίδρυμα το οποίο αδιαφορεί παντελώς για την επιστημονική έρευνα, και αρκείται στην από καθέδρας θεωρητικολογία και την παπαγαλία. Η έρευνα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, κάτι που στην Ελλάδα –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– μας διαφεύγει.

Φυσικά δε χρειαζόταν να έρθει το Harvard στη χώρα μας για να καταλάβουμε πως πρέπει να λειτουργεί το σύγχρονο πανεπιστήμιο. Ας είναι όμως αυτή μια ευκαιρία για να αντιληφθούμε που υστερούν τα ελληνικά ΑΕΙ και να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε το χαμένο έδαφος. Δεν είναι δα και ντροπή να αντιγράψεις το Harvard…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 22.06.2008

Τετάρτη, Μαΐου 21, 2008

Πρυτανικές εκλογές: ευκαιρία υπέρβασης

Όλοι ασχολήθηκαν με τις δηλώσεις του υπουργού Παιδείας κ. Ευριπίδη Στυλιανίδη περί του δημιουργικού «σοκ» που θα επιφέρει χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων και πέρασε στα «ψιλά» η κίνηση φοιτητικών παρατάξεων (επισήμως μόνο της προσκείμενης στο ΚΚΕ, ΠΚΣ) να σαμποτάρουν τη διαδικασία της καθολικής ψηφοφορίας στις εκλογές για την ανάδειξη διοικητικών αρχών στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας. Υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με το νέο νόμο πλαίσιο – πλαίσιο για τα ΑΕΙ (ψηφίστηκε εν μέσω αντιδράσεων πριν από περίπου έναν χρόνο) πλέον είναι οι φοιτητές στο σύνολο τους εκείνοι που εκλέγουν τις πρυτανικές αρχές και όχι δι’ αντιπροσώπων, όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα.

Φαίνεται παράδοξο αλλά δεν είναι: Οι παρατάξεις στα πανεπιστήμια αντιδρούν στην κατά κοινή ομολογία πιο θετική διάταξη του νέου νόμου – πλαίσιο! Η καθολική ψηφοφορία των φοιτητών στις πρυτανικές εκλογές έγινε δεκτή με ικανοποίηση τόσο από τους καθηγητές, όσο και από τη συντριπτική πλειονότητα των φοιτητών. Και αυτό γιατί είναι κοινή πεποίθηση ότι μέσω αυτής της διαδικασίας, θα κοπεί ο ομφάλιος λώρος που συνδέει –μέσα από παρασκηνιακές διεργασίες– παρατάξεις και
υποψήφιους πρυτάνεις. Εφόσον η διοίκηση των ιδρυμάτων εκλέγεται από το σύνολο των φοιτητών, οι παρατάξεις χάνουν έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς πίεσης που διαθέτουν: Το παζάρεμα της ψήφου των εκλεκτόρων τους, έτσι ώστε εάν εκλεγεί ο πρύτανης της αρεσκείας τους να έχουν λόγο στις αποφάσεις της διοίκησης. Εξ ου και η αντίδραση τους.

Αν και πρόκειται σίγουρα για ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, κανείς δεν υποστηρίζει ότι η καθολική ψηφοφορία θα λύσει μεμιάς το ζήτημα των υπόγειων διεργασιών μεταξύ παρατάξεων και μερίδας καθηγητών. Είναι παραπάνω από βέβαιο ότι οι κομματικοί φορείς δε θα ρίξουν τόσο εύκολα λευκή πετσέτα. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως η φοιτητική παράταξη του ΚΚΕ ανακοίνωσε ότι θα καταθέσει ψήφισμα στους συλλόγους φοιτητών να αποφασίσουν την αποχή από τις εκλογές για τα όργανα διοίκησης των πανεπιστημίων και των ΤΕΙ. Εδώ δε μιλάμε απλά για «υπόγειες διεργασίες», αλλά για προκλητική αδιαφορία για το τι λέει ο νόμος! Πέραν αυτού, είναι βέβαιο ότι οι εκπρόσωποι των παρατάξεων θα προτείνουν στους φοιτητές τους πρυτάνεις της αρεσκείας τους με το σκεπτικό ότι «εμείς ξέρουμε καλύτερα από εσάς». Πλην όμως, οι πρυτανικές εκλογές που θα γίνουν το προσεχές διάστημα δίνουν στους φοιτητές το δικαίωμα της καθολικής ψηφοφορίας, κάτι που δε συνέβαινε έως τώρα. Οι τελευταίοι είναι αυτοί που θα επιλέξουν τις διοικητικές αρχές των ιδρυμάτων τους και όχι οι συνδικαλισμένοι εκπρόσωποι τους.

Υπό αυτό το πρίσμα, πρόκειται για μια σπουδαία ευκαιρία υπέρβασης της νοσηρότητας που προκαλεί η συνδιαλλαγή μεταξύ καθηγητών και μερίδας φοιτητών και που εδώ και χρόνια κρατάει τα ανώτατα ιδρύματα της χώρας μας δέσμια της συνδικαλιστικής μετριότητας, με το πρόσχημα της δήθεν πολιτικοποίησης των φοιτητών...

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 18.05.2008

Κυριακή, Μαΐου 18, 2008

Πανεπιστημιακό άσυλο και κοινή λογική

Τι ειρωνεία! Την ώρα που ο πρόεδρος του φημισμένου αμερικανικού πανεπιστημίου Yale κ. Ρίτσαρντ Λέβιν μίλαγε στην Αθήνα για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα στον 21ο αιώνα, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο φοιτητές καταλάμβαναν την αίθουσα που συνεδρίαζαν οι συγκλητικοί, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να διαμαρτυρηθούν για την απόφαση των τελευταίων να αφαιρεθούν οι πίνακες ανακοινώσεων των κομμάτων από την είσοδο του κτιρίου. Όμως οι φοιτητές δεν έμειναν εκεί: Πήραν ως «ενέχυρο» τεχνολογικό εξοπλισμό από το γραφείο του πρύτανη κ. Γρηγόρη Πραστάκου, έως ότου αρθεί η απόφαση για αφαίρεση των ταμπλό!

Η «επαναστατική γυμναστική» μερίδας φοιτητών προσκείμενης σε σχηματισμούς της Αριστεράς δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Συχνά πυκνά μέλη των συγκεκριμένων παρατάξεων διακόπτουν τις συνεδριάσεις των αρμόδιων οργάνων και υπαγορεύουν στους καθ’ ύλην αρμόδιους τις αποφάσεις της αρεσκείας τους. Βάζουν «λουκέτο» στα ιδρύματα, λησμονώντας ότι αυτή τους η πράξη είναι πέρα για πέρα αντισυνταγματική. Το αστείο είναι ότι οι συγκεκριμένοι φοιτητές είναι οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του ασύλου με τη σημερινή του μορφή. Ενός θεσμού που δημιουργήθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας για την ελεύθερη διακίνηση ιδεών στα πανεπιστήμια και που παραβιάζεται ασύστολα σήμερα έχοντας εκφυλισθεί σε άσυλο ναρκομανών, πλασιέ, αναρχικών, αλλά πάντως όχι ιδεών.

Παρά τις κινδυνολογίες της συγκεκριμένης μερίδας φοιτητών, ακόμα και σε πλείστες όσες περιπτώσεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων εντός των πανεπιστημιακών τειχών, το άσυλο δεν έχει καταλυθεί, πλην μίας δύο περιπτώσεων. Αν κάτι καταλύεται σε καθημερινή σχεδόν βάση στα ελληνικά πανεπιστήμια αυτό είναι η έννοια της κοινής λογικής. Για ποιες ακαδημαϊκές ελευθερίες και για ποια αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου μιλάμε όταν φοιτητές παρεμβαίνουν στο έργο των καθηγητών με τρόπο όχι απλώς παράνομο ή άκομψο, αλλά και εντελώς παράλογο; Πώς θα αναβαθμιστεί το πανεπιστήμιο όταν οι ίδιοι οι φοιτητές με τις πράξεις τους το υποβαθμίζουν;

Πολλοί θα πουν ότι οι φοιτητές –έστω οι εκπρόσωποι τους, μέλη των φοιτητικών παρατάξεων– δικαιούνται να εκφράσουν τις ανησυχίες τους για τα ενδοπανεπιστημιακά δρώμενα, διότι το πανεπιστήμιο ανήκει και σε αυτούς. Καμία αντίρρηση. Πλην όμως το πανεπιστήμιο δεν ανήκει αποκλειστικά στους φοιτητές του. Ο γνωστός Γάλλος κομμουνιστής φιλόσοφος Λουί Αλτουσέρ, σχολιάζοντας το σύνθημα «Η Σορβόννη στους φοιτητές» σημείωνε το 1964: «Εάν μεν σημαίνει ότι η Σορβόννη δεν ανήκει στην αστυνομία, το σύνθημα αυτό είναι σωστό. Εν τούτοις, η Σορβόννη δεν ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα ούτε στους φοιτητές της. Ανήκει εξίσου πολύ και στους καθηγητές της, καθώς και το πανεπιστήμιο, το θεσμό που είναι ταγμένος να διασφαλίσει την απρόσκοπτη διεξαγωγή της παιδαγωγικής διαδικασίας». Σαφώς, λοιπόν, το πανεπιστήμιο ανήκει και στους φοιτητές του. Όμως αυτό επ’ ουδενί δε νομιμοποιεί τις αυθαιρεσίες ή τις παρανομίες των αριστεριστών.

Σε συζητήσεις που γίνονται για τα μεγάλα προβλήματα των ΑΕΙ, οι πιο πολλοί μιλούν για την υποχρηματοδότηση των ιδρυμάτων και για τους κινδύνους που μπορεί να υπάρξουν αν κάποτε ιδρυθούν μη κρατικά πανεπιστήμια, αγνοώντας ότι η πιο μεγάλη ζημία για το πανεπιστήμιο γίνεται μέσω της καθημερινής του φθοράς από την παραβίαση του νόμου και της ίδιας της λογικής. «Οι ακρότητες (σ.σ. που συμβαίνουν στα ιδρύματα) προσβάλουν κάθε έννοια ακαδημαϊκής αξιοπρέπειας, ελευθερίας και δεοντολογίας και προσδίδουν στο ελληνικό πανεπιστήμιο ένα στίγμα από το οποίο θα δυσκολευθεί πολύ να απαλλαγεί» θα πει ο κ. Νίκος Αλιβιζάτος (καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών). Αν ποτέ απαλλαγεί…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 11.05.2008

Info: Νίκος Κ. Αλιβιζάτος «Πέρα από το 16: τα πριν και τα μετά», Αθήνα 2007, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα, Απριλίου 07, 2008

Το διακύβευμα των φοιτητικών εκλογών

Η εικόνα των τελευταίων ημερών στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας θυμίζει κάτι από club. Στον κεντρικό διάδρομο όλων σχεδόν των ΑΕΙ η μουσική παίζει στη διαπασών και οι εκπρόσωποι των κομμάτων μοιράζουν ποτά στους παρευρισκόμενους. Μάλιστα, τα μέλη των παρατάξεων φροντίζουν με κάθε τρόπο να δείχνουν αυτές τις μέρες το ενδιαφέρον τους για τους φοιτητές και να τους «υπενθυμίζουν» τις πολύτιμες υπηρεσίες που τους προσέφεραν κατά τη διάρκεια του εξαμήνου: είτε μέσω τηλεφωνημάτων και γραπτών μηνυμάτων, είτε μέσω εκδηλώσεων σε club ή νυκτερινά κέντρα. Φυσικά η εικόνα αυτή έχει μια λογική εξήγηση. Σωστά μαντέψατε! Την προσεχή Τετάρτη διεξάγονται οι φοιτητικές εκλογές και κομματικοί φορείς κάνουν κυριολεκτικά τα πάντα για να κερδίσουν ψήφους και εντυπώσεις.

Την ώρα που στα κομματικά επιτελεία περισσεύει η αγωνία για την τελική έκβαση της μάχης, οι φοιτητές καλούνται να προβληματιστούν και να αναζητήσουν το διακύβευμα της όλης διαδικασίας. Ποιες σκοπιμότητες κρύβονται πίσω από τη λειτουργία των φοιτητικών παρατάξεων; Και κυρίως για ποιό λόγο πρέπει οι φοιτητές να πάνε να ψηφίσουν;

Στο πρώτο ερώτημα η απάντηση μοιάζει προφανής. Οι φοιτητικές παρατάξεις είναι όργανα των ίδιων των κομματικών οργανισμών, λογοδοτούν κατευθείαν σε αυτά, κι έχουν ως σκοπό την αύξηση της επιρροής των τελευταίων στην κρίσιμη μάζα των νέων ψηφοφόρων. Οι δε κινήσεις τους πρέπει να ειδωθούν υπό αυτό το πρίσμα: Μέσω της φαινομενικής «διευκόλυνσης» του φοιτητή (διανομή συγγραμμάτων, άμεση ενημέρωση για τα τεκταινόμενα στη σχολή, ειδικές τιμές σε νυκτερινά μαγαζιά κλπ.) προσπαθούν να σφυρηλατήσουν μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί του, σχέση η οποία θα μετουσιωθεί σε ψήφο στις επερχόμενες φοιτητικές εκλογές.

Αν όμως τα οφέλη των παρατάξεων από τη διαδικασία των εκλογών είναι προφανή και απολύτως κατανοητά, αναρωτιέται κανείς τι κερδίζει ο μέσος φοιτητής από όλο αυτό το σκηνικό; Ακόμη περισσότερο, για ποιό λόγο θα πρέπει μέσω της ψήφου του να «ισχυροποιήσει» την παρουσία των κομμάτων εντός των πανεπιστημιακών τειχών; Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι φοιτητές φτάνουν στην κάλπη για να «βγάλουν την υποχρέωση». Αισθάνονται υποχρεωμένοι απέναντι στον χ ή τον ψ εκπρόσωπο του τάδε κόμματος, που τους βοήθησε σε ό,τι χρειάστηκαν. Με λίγα λόγια πηγαίνουν με βαριά καρδιά να ψηφίσουν. Δε το κάνουν τόσο για ιδεολογικούς λόγους, όσο για λόγους κοινωνικών σχέσεων.

Το πιο δυσάρεστο, πάντως, είναι ότι αν και βρισκόμαστε τρεις μόλις μέρες προ των εκλογών, παρατηρείται παντελής έλλειψη διαλόγου μεταξύ των φοιτητών. Πολλοί λίγοι ενδιαφέρονται να συζητήσουν για τα πραγματικά προβλήματα του πανεπιστημίου: την αξιολόγηση, την έρευνα, την χρηματοδότηση. Το αυτό ισχύει και για τους εκπροσώπους των φοιτητικών παρατάξεων. Εκλογές δίχως διακύβευμα λοιπόν. Τουλάχιστον για τους φοιτητές…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 06.04.2008

Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2008

Κέντρα Διερχομένων

«Τα πανεπιστήμια μας μοιάζουν με σταθμούς υπεραστικών λεωφορείων. Αρκετοί περνούν από αυτά, αλλά πολύ λίγοι κάθονται». Ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Θάνος Βερέμης είχε θέσει με αυτή του τη δήλωση το θέμα στη σωστή του διάσταση. Διότι στην ουσία τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας θυμίζουν κέντρα διερχομένων: πολύς κόσμος τα επισκέπτεται, αλλά –με εξαίρεση τις «δύσκολες» σχολές– λίγοι μπαίνουν για μάθημα.

Υπεύθυνοι για την κατάσταση αυτή είναι τόσο οι φοιτητές και οι καθηγητές, όσο και το ίδιο το εκπαιδευτικό μας σύστημα, έτσι όπως είναι δομημένο. Κακά τα ψέματα. Το σημαντικό στην Ελλάδα –εν αντιθέσει με τα σοβαρά Ιδρύματα του εξωτερικού– είναι να μπεις στο πανεπιστήμιο. Αν μπεις κάποια στιγμή –εύκολα ή δύσκολα– θα αποφοιτήσεις. Μπορεί να παρακαλέσεις, να διαβάσεις όσο χρειαστεί για να πάρεις «πέντε», να αντιγράψεις, αλλά πάντως θα αποφοιτήσεις.

Αυτή η νοοτροπία έχει κάνει κακό σε όλους όσους σχετίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας. Έχει δημιουργήσει ένα κλίμα αδράνειας το οποίο αγγίζει τους πάντες. Οι μεν φοιτητές φαίνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις επαναπαύονται. Η λογική της ήσσονος προσπάθειας επικρατεί αφού ότι κι αν γίνει κουτσά στραβά θα αποφοιτήσουν. Έτσι δεν θεωρούν απαραίτητη την παρακολούθηση των μαθημάτων. Οι δε καθηγητές εκμεταλλευόμενοι αυτή την αδιαφορία των φοιτητών, σε πολλά –κυρίως κεντρικά– Ιδρύματα της χώρας δεν ανταποκρίνονται στις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Αν και καθηγητές, αισθάνονται περισσότερο δημόσιοι υπάλληλοι παρά διδάσκοντες και πηγαίνουν για μάθημα μετά τη δεύτερη ή τρίτη εβδομάδα του εξαμήνου και αν.

Όμως αυτή η παθογένεια δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα απ’ όσα πιθανώς υποψιάζεται κανείς με μια πρώτη ανάγνωση. Αν στα χρόνια των σπουδών του ο φοιτητής δεν εμπλουτίσει τις γνώσεις του, δεν αναπτύξει έναν πιο επιστημονικό και πιο συνθετικό τρόπο σκέψης, δεν αναλάβει να φέρει εις πέρας εργασίες που θα του δείξουν τον τρόπο με τον οποίο θα αναζητήσει και θα βρει τις πληροφορίες που χρειάζεται, τότε θα βγει χωρίς εφόδια στην αναζήτηση θέσης εργασίας. Κι αυτό γιατί η αγορά έχει την ικανότητα να αυτορυθμίζεται. Η «πιάτσα» ξέρει τι επιπέδου φοιτητές βγάζει η κάθε σχολή, αν το πτυχίο αποκτήθηκε με κόπο ή χωρίς και γενικότερα σε ποιες σχολές γίνεται σοβαρή δουλειά και σε ποιες όχι.

Άρα αν κάτι πρέπει να επιδιώξει η πανεπιστημιακή κοινότητα, αυτό είναι η βελτίωση του ακαδημαϊκού επιπέδου των σπουδών, τουλάχιστον σε όσες σχολές αυτό κρίνεται επιβεβλημένο. Εκτός και αν το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι το να παράγουμε μαζικά πτυχιούχους, αδιαφορώντας για το αν αυτοί θα απορροφηθούν κάποτε από την αγορά εργασίας…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 23.03.2008

Δευτέρα, Μαρτίου 17, 2008

Κομματοκρατία, η πληγή των ελληνικών πανεπιστημίων

Μέσα Σεπτεμβρίου σε κάποιο ελληνικό πανεπιστημιακό ίδρυμα: Ο νεοεισαχθείς φοιτητής, περνώντας για πρώτη φορά το κατώφλι του κτιρίου που θα είναι για τα επόμενα τέσσερα –τουλάχιστον– χρόνια κάτι σαν δεύτερο σπίτι του, δέχεται την «επίθεση φιλίας» των φοιτητών – μελών των φοιτητικών παρατάξεων. Εκείνοι κάνουν τα πάντα για να τον εξυπηρετήσουν, έτσι ώστε να γίνει πιο εύκολη η προσαρμογή του στο νέο περιβάλλον. Το μόνο που ζητούν από αυτόν, είναι η ψήφος στις φοιτητικές εκλογές της ερχόμενης άνοιξης.

Κάπως έτσι ξεκινάει μια ιδιότυπη σχέση μεταξύ των φοιτητών και των φοιτητικών παρατάξεων. Μια σχέση η οποία επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό ολόκληρο το οικοδόμημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Και αυτό γιατί οι κομματικές παρατάξεις στα πανεπιστήμια, αν και έχουν σημαίνοντα ρόλο σε μείζονος σημασίας ζητήματα, δεν παύουν να αποτελούν «εργαλεία» των ίδιων των κομμάτων που εκπροσωπούν. Αυτό που πρωτίστως τους ενδιαφέρει είναι ο αριθμός των ψήφων που θα πάρουν στις φοιτητικές εκλογές, καθώς και η επιρροή που θα έχουν στα ενδοπανεπιστημιακά κέντρα λήψης αποφάσεων και όχι βέβαια η βελτίωση του επιπέδου της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας που έχουν στο σύνολο τους οι παρατάξεις, είναι η αντίδραση των τελευταίων για μία από τις –κατά κοινή ομολογία πιο θετικές διατάξεις του νέου «νόμου – πλαίσιο»: Την καθολική ψηφοφορία των φοιτητών στις εκλογές για την ανάδειξη των διοικήσεων των πανεπιστημίων. Σύμφωνα με τη νέα νομοθετική διάταξη, το σύνολο των εγγεγραμμένων στα μητρώα των σχολών φοιτητών είναι εκείνο που θα αναδεικνύει τις πρυτανικές αρχές. Μέχρι πρότινος δικαίωμα ψήφου στις πρυτανικές εκλογές είχαν αποκλειστικά οι εκπρόσωποι των κομμάτων. Μπορεί βέβαια να αντιληφθεί ο καθένας το αλισβερίσι και το μέγεθος της συναλλαγής κάτω από το τραπέζι που έβρισκε έφορο έδαφος στην όλη διαδικασία. Με ποια άραγε ανταλλάγματα έδιναν την ψήφο τους οι εκλέκτορες – εκπρόσωποι των κομμάτων; Μήπως κάπως έτσι εδραίωναν το καθεστώς ιδιότυπης συνδιοίκησης του πανεπιστημίου, μεταξύ αυτών και των αρμόδιων από το νόμο φορέων; Και κυρίως γιατί εναντιώνονται οι… εκπρόσωποι των φοιτητών την καθολική ψηφοφορία των τελευταίων;

Η απάντηση είναι απλή. Τα κόμματα φοβήθηκαν ότι με την εφαρμογή της καθολικής ψηφοφορίας θα έχαναν πολύ σημαντικά προνόμια. Αν η διοίκηση των ιδρυμάτων εκλέγεται από το σύνολο των φοιτητών, τότε οι παρατάξεις θα απολέσουν έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς πίεσης που διαθέτουν. Διότι είναι αρκετά δύσκολο –αν όχι πρακτικά αδύνατο– να καταφέρουν να πείσουν τους φοιτητές να ψηφίσουν τον πρύτανη της αρεσκείας τους.

Όμως δεν εξαντλείται εδώ ο ρόλος των κομμάτων στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οι φοιτητικές παρατάξεις έχουν σημαίνοντα ρόλο στις ενδοπανεπιστημιακές διεργασίες. Καταρχάς μπορούν να επιταχύνουν τις διαδικασίες: Για να πάρεις μια απλή βεβαίωση πρέπει να κάνεις αίτηση στη γραμματεία του τμήματος και να περιμένεις περίπου επτά με δέκα ημέρες. Αν όμως έχεις κάποιον γνωστό στα «τραπεζάκια» του χ ή του ψ κόμματος, τότε θα πάρεις το έγγραφο που χρειάζεσαι σε ένα με δύο εικοσιτετράωρα. Ακόμα, τα κόμματα αναλαμβάνουν συχνά να μοιράσουν προγράμματα σπουδών, σημειώσεις και συγγράμματα, υποκαθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις γραμματείες, οι οποίες ούτως ή άλλως υπολειτουργούν. Μάλιστα, μέσω μηνυμάτων παρέχουν στους φοιτητές ενημέρωση για οτιδήποτε προκύψει στη σχολή: από μια απεργία των καθηγητών, μέχρι το πάρτι που διοργανώνει το κόμμα.

Κι αυτό γιατί οι παρατάξεις δεν αρκούνται σε όσα προαναφέραμε. Φροντίζουν με κάθε τους κίνηση να «κερδίζουν» τον φοιτητή, ακόμα και με φαινομενικά άσχετες με τα ενδοπανεπιστημιακά πράγματα, εκδηλώσεις. Το χειμώνα κλείνουν τραπέζια σε πίστες ή club. Την άνοιξη, μετατρέπονται σε τουριστικά γραφεία, διοργανώνοντας εκδρομές σε δημοφιλείς προορισμούς, όπως η Μύκονος. Με το αζημίωτο φυσικά: Ένα ποσοστό του τζίρου πάει στα ταμεία των κομμάτων.

Τώρα, κατά πόσον συνδέονται όλα τα παραπάνω με την βελτίωση του επιπέδου των πανεπιστημίων –που υποτίθεται ότι είναι ο λόγος ύπαρξης των παρατάξεων– αυτή είναι μια άλλη πικρή ιστορία, αν και η απάντηση είναι περίπου αυτονόητη.

Όπως και να έχει, δε φαίνεται στον ορίζοντα κάποια σημαντική αλλαγή στο καθεστώτος που ισχύει σήμερα στα πανεπιστήμια και σχετίζεται με το ρόλο των παρατάξεων σε αυτά. Βέβαια οι κομματικοί φορείς έχουν πολλά να κερδίσουν από το σημαίνοντα ρόλο που έχουν στα πανεπιστημιακά δρώμενα. Όμως, αναρωτιέμαι, τι άραγε κερδίζει από όλο αυτό το σκηνικό ο απλός ανένταχτος φοιτητής;

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 16.03.2008

Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2008

Ο νόμος – πλαίσιο, το πανεπιστημιακό άσυλο και η επιλεκτική μνήμη

Πέρυσι τέτοιο καιρό το κέντρο της Αθήνας παρέλυε (σχεδόν) κάθε Πέμπτη εξαιτίας των φοιτητικών διαδηλώσεων ενάντια στο νόμο – πλαίσιο. Κάποιοι, φορώντας το προσωπείο του προοδευτικού, ζητούσαν να μη γίνει καμία απολύτως αλλαγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και φαίνεται ότι –παρά το ότι ο νόμος ψηφίστηκε– το πέτυχαν. Διότι οι συνελεύσεις των συγκλήτων που θέλησαν να κάνουν το αυτονόητο (να εναρμονιστούν, δηλαδή, με το νόμο του κράτους) πήραν το μάθημα τους από μερίδα αριστεριστών φοιτητών. Έτσι ο νόμος – πλαίσιο έχει καταστεί επί της ουσίας κλινικά νεκρός.

Το αστείο είναι ότι οι ίδιοι άνθρωποι που έκαναν «ντου» στις συνελεύσεις και κατέστησαν σαφές στους πανεπιστημιακούς ότι «δεν εφαρμόζετε το νόμο, ειδάλλως δε βγαίνετε από εδώ μέσα», στην πρώτη ευκαιρία θα κατηγορήσουν το «κακό κράτος της δεξιάς» για καταπάτηση των δικαιωμάτων τους. Είναι επιλεκτική και ελαστική η δημοκρατική τους μνήμη και συνείδηση. Κυρίως έχει να κάνει με το «τι μας συμφέρει». Όταν προτάσσονται οι «αγώνες» μπαίνουν στην άκρη οι δημοκρατικές ευαισθησίες καθότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Όμως, στην πρώτη ευκαιρία που θα βρεθούν με την πλάτη στον τοίχο, είμαστε βέβαιοι (και το δείχνει και η πείρα) ότι θα τις επικαλεσθούν.

Το παρήγορο γι’ αυτούς είναι ότι έχουν τη συμπαράσταση μερίδας της πανεπιστημιακής κοινότητας. Έχει ενδιαφέρον η άποψη του κ. Μάκη Σπάθη, αντιπρύτανη του ΕΜΠ, πάνω στο θέμα: «Όσοι παραδοσιακά στήριζαν με τη στάση τους την ανάγκη διατήρησης του θεσμού και το περιεχόμενο του ασύλου παραμένουν ακόμη αταλάντευτοι υποστηρικτές, αλλά κυρίως όταν πρόκειται να εγγράψουν την πολιτική τους αντιπαράθεση στις εκάστοτε κυβερνητικές παρεμβάσεις περιστολής του θεσμού. Ενώ υποβαθμίζουν τον ρόλο τους και σιωπούν απέναντι στον ολοκληρωτισμό των μικρών ομάδων, στη διαστρέβλωση του θεσμού και στα εκφυλιστικά φαινόμενα που κατά καιρούς εμφανίζονται στους πανεπιστημιακούς χώρους». Και στην πανεπιστημιακή κοινότητα όπως φαίνεται οι ευαισθησίες είναι επιλεκτικές. Διαφοροποιούνται ανάλογα την περίσταση και το ποιος είναι στην απέναντι πλευρά.

Μιας και μιλήσαμε για το άσυλο, μια από τις σημαντικές αλλαγές του νόμου – πλαίσιο, έχει ενδιαφέρον να δούμε τι ισχύει σήμερα γι’ αυτό. Σύμφωνα με το νέο νόμο «το ακαδημαϊκό άσυλο καλύπτει όλους τους χώρους του ΑΕΙ στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα. Οι χώροι αυτοί καθορίζονται με απόφαση και ευθύνη της Συγκλήτου». Σε άλλο σημείο του νόμου αναφέρεται ότι μπορεί να επέμβει δημόσια δύναμη μόνο αν υπάρχει άδεια από το αρμόδιο όργανο του Ιδρύματος και –χωρίς άδεια– εφόσον διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής».

Το άσυλο, το οποίο ως θεσμός δημιουργήθηκε μετά την πτώση της χούντας για την ελεύθερη διακίνηση ιδεών, παραβιάζεται ασύστολα σήμερα. Είναι άσυλο ναρκωτικών, πλασιέ, αναρχικών, αλλά πάντως όχι ιδεών. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι πριν λίγους μήνες άτομα που έκαναν κατάληψη της Πρυτανείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, έφυγαν σαν κύριοι, αδειάζοντας την αίθουσα των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Τον περασμένο Νοέμβριο, άλλη ομάδα νεαρών μετά από επεισόδια με την Αστυνομία εισέβαλλε στην Πρυτανεία και όταν έφυγε άφησε πίσω της συντρίμμια. Και το πιο πρόσφατο περιστατικό, μερίδα αριστεριστών, καίτοι απρόσκλητη, κάνει την εμφάνιση της σε συνελεύσεις συγκλήτων και υπαγορεύει στους καθ’ ύλην αρμόδιους τις αποφάσεις. Δε χρειάζεται να ειπωθεί ότι, παρά τα συμβάντα αυτά, καμία «δημόσια δύναμη» δεν επενέβη και φυσικά κανένας υπολογιστής δε επιστράφηκε.

«Η βία στο πανεπιστήμιο δεν είναι θέμα ασύλου και δεν επιδέχεται εξωτερική λύση. Μόνο η ίδια η πανεπιστημιακή κοινότητα μπορεί να διαχειριστεί το πρόβλημα», λέει ο κ. Λευτέρης Παπαγιαννάκης, καθηγητής στο ΕΜΠ. Μόνο που η πανεπιστημιακή κοινότητα είχε πολλά χρόνια την ευκαιρία να κάνει κάτι για το θέμα και απέτυχε παταγωδώς. Αλλά όπως είπαμε η μνήμη ορισμένων είναι επιλεκτική. Και φυσικά η ζωή στα πανεπιστήμιά μας συνεχίζεται χωρίς να αλλάζει απολύτως τίποτα, επί της ουσίας. Κυριαρχεί η στασιμότητα. Με τη σύμπραξη (ή τουλάχιστον την εγκληματική ανοχή) αυτών που θέλουν να διαχειριστούν το πρόβλημα...

Δ. Τζ.

Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2007

Για τα μη κρατικά πανεπιστήμια


Η συζήτηση στο χώρο της παιδείας το τελευταίο διάστημα σχεδόν μονοπωλείται από το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών (ή κατ’ άλλους ιδιωτικών) πανεπιστημίων. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση πως το μοναδικό πρόβλημα της παιδείας στην Ελλάδα είναι το αν θα μπορεί κάποιος μη κρατικός φορέας να ιδρύσει πανεπιστημιακό ίδρυμα.

Στο σκεπτικό των όσων υποστηρίζουν την παραπάνω άποψη λανθάνει ένας άλλος συλλογισμός: ότι αν ιδρυθούν μ.κ. πανεπιστήμια θα έρθει το τέλος της «δημόσιας δωρεάν παιδείας». Αν, όμως, δεν αναθεωρηθεί το άρθρο 16 –και ως εκ τούτου δεν δημιουργηθούν μ.κ. πανεπιστήμια– τότε όλα θα είναι καλά στο βασίλειο της Δανιμαρκίας.

Κατά τη γνώμη μου τα πράγματα δεν είναι έτσι. Σαφώς και το μεγαλύτερο πρόβλημα της παιδείας δεν είναι το αν θα μπορεί κάποιος ιδιώτης να ιδρύσει πανεπιστημιακό ίδρυμα. Η εκπαίδευση στη χώρα μας –και δη η τριτοβάθμια– έχει πολλά μεγαλύτερης σημασίας άλυτα ζητήματα. Πρώτο και σημαντικότερο, η υποχρηματοδότηση των ιδρυμάτων –οι τετραετίες περνούν και το υπεσχημένο 5% μοιάζει άπιαστο όνειρο. Είναι η έρευνα που στα πανεπιστήμια μας κυκλοφορεί ως σύντομο ανέκδοτο. Είναι η πραγματική αξιολόγηση όλων των εμπλεκομένων φορέων (φοιτητών, καθηγητών, πρυτάνεων), έτσι ώστε να έχει το κράτος μια εικόνα για το ποιος κάνει τη δουλειά του καλά και ποιος όχι. Είναι οι φοιτητικές παρατάξεις, οι οποίες όσο υποκαθιστούν τις γραμματείες και τους καθηγητές τόσο τα πράγματα δε θα βελτιώνονται.

Φυσικά, υπάρχει και το θέμα των μ.κ. πανεπιστημίων αυτό καθαυτό. Όμως δεν είναι το μείζον, δεν είναι το σημαντικότερο. Για να το πω πιο απλά η αύξηση της χρηματοδότησης της παιδείας αποτελεί αναγκαία συνθήκη για να βελτιωθεί το ακαδημαϊκό επίπεδο των πανεπιστημίων μας. Αν δεν αυξηθεί η χρηματοδότηση σίγουρα δε θα βελτιωθεί και το επίπεδο των πανεπιστημίων. Από την άλλη, η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, αν γίνει με τήρηση ορισμένων προδιαγραφών, δε φαντάζομαι το λόγο για τον οποίο πρέπει να μας ενοχλεί.

Το ζήτημα για μένα είναι τα μ.κ. πανεπιστήμια που θα ιδρυθούν να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Να γίνεται σοβαρή δουλεία και να μην μοιράζουν πτυχία έναντι μερικών χιλιάδων ευρώ. Και προπαντός να είναι το κράτος σε θέση να ελέγχει αν τηρούνται αυτές οι προδιαγραφές.

Πολλοί –μέσα σ’ αυτούς κι εγώ– είναι καχύποπτοι και δεν είναι καθόλου σίγουροι ότι το κράτος θα μπορέσει να διαχειριστεί καλά μια τόσο καυτή πατάτα. Αυτό, όμως, είναι ένα άλλο ζήτημα και λίγο έχει να κάνει με την παιδεία. Σε τελική ανάλυση, ένα δημόσιο πανεπιστήμιο με αυξημένη χρηματοδότηση, με αξιολόγηση, με έρευνα και χωρίς φοιτητοπατέρες δεν έχει να φοβάται τίποτα...

Δ. Τζ.

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2007

Το βαθύτερο πρόβλημα της Παιδείας


Οι δομικές αδυναμίες του εκπαιδευτικού μας συστήματος έρχονται για μια ακόμα φορά στην επιφάνεια, με αφορμή μια έρευνα του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» του Σαββάτου 10/11. Σύμφωνα με αυτήν, «οι μαθητές του λυκείου δυσκολεύονται να επιχειρηματολογήσουν και επομένως να πείσουν, όταν διατυπώνουν γραπτώς τις σκέψεις τους σε μορφή δοκιμιακού κειμένου». Οι σχολικές εκθέσεις που εξετάστηκαν εμφανίζουν κενά και αδυναμίες, λογικά άλματα, ατεκμηρίωτα συμπεράσματα, αντιφάσεις, ενώ το 73% των γραπτών δεν είχε λογική αλληλουχία.

Από τα συμπεράσματα της έρευνας γίνονται εμφανείς οι εγγενείς αδυναμίες γραπτής έκφρασης των σημερινών 16αρηδων. Ωστόσο, σε ένα μεγάλο ποσοστό δε φταίνε εκείνοι για το γεγονός αυτό, αλλά το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Όπως είναι δομημένο όλο το οικοδόμημα της Παιδείας στην Ελλάδα δεν ευνοεί τον δημιουργικό τρόπο σκέψης και τη μάθηση. Αντιθέτως, αυτοσκοπός είναι η βαθμοθηρία. Όλα έχουν μια αφετηρία και κυρίως ένα σημείο τερματισμού: τις πανελλαδικές εξετάσεις.

Αυτό έχει ως συνέπεια οι μαθητές να μην αποκτούν γερά θεμέλια. Το σημαντικό (απ’ το δημοτικό κιόλας) δεν είναι ο σωστός τρόπος σκέψης, η κριτική ικανότητα και η συνθετική σκέψη, αλλά ο βαθμός. Όλα γίνονται γι’ αυτόν. Κάποια στιγμή ο μαθητής φτάνει στο λύκειο. Εκεί κυριαρχούν δύσκολα μαθήματα, για την παρακολούθηση των οποίων απαιτείται ιδιαίτερος κόπος. Έτσι, το μάθημα της Έκθεσης αντιμετωπίζεται ως η «ώρα του παιδιού». Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την έλλειψη βάσεων, οδηγεί στις αδυναμίες που η προαναφερθείσα έρευνα καταγράφει.

«Όταν ένα σπίτι κριθεί ακατάλληλο για να κατοικείται, πρέπει να κατεδαφιστεί και να φτιαχτεί από την αρχή. Τι κι αν ανακαινίσεις τον τρίτο όροφο, αν το πρόβλημα είναι στα θεμέλια;» έγραφα σε προηγούμενο κείμενο αναφερόμενος στη μεταρρύθμιση της κ. Μ. Γιαννάκου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Όσο γρηγορότερα το καταλάβουμε τόσο το καλύτερο…

Δ. Τζ.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 31, 2007

Η Παιδεία δέσμια της νοοτροπίας μας


Οι αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που πέρασε η τέως υπουργός Παιδείας κ. Μαριέττα Γιαννάκου, με βρήκαν σε πολλά σημεία σύμφωνο. Αναφέρω επί παραδείγματι τις διατάξεις για το ανώτατο όριο φοίτησης, για τη μη εκλογή των καθηγητών από φοιτητές και για τα πολλαπλά συγγράμματα. Παρότι, λοιπόν, ο νόμος ήταν κατά τη γνώμη μου στη σωστή κατεύθυνση, η συλλογιστική πάνω στην οποία βασίστηκε ήταν εντελώς λανθασμένη.

Όταν ένα σπίτι κριθεί ακατάλληλο για να κατοικείται, πρέπει να κατεδαφιστεί και να φτιαχτεί από την αρχή. Τι κι αν ανακαινίσεις τον τρίτο όροφο, αν το πρόβλημα είναι στα θεμέλια; Κάπως έτσι είναι τα πράγματα και στο χώρο της Παιδείας. Η πολιτική ηγεσία θεώρησε ότι αν αλλάξει τα πράγματα στο επίπεδο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, θα βελτιωθεί ως εκ θαύματος και το υπόλοιπο οικοδόμημα της Παιδείας.

Στη χώρα μας το πρόβλημα της Παιδείας είναι διττό: αφορά αφενός τον τρόπο με τον οποίο είναι το όλο σύστημα δομημένο και αφετέρου τη νοοτροπία που κυριαρχεί σε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Ακόμα χειρότερα, αυτά τα δύο είναι αλληλοτροφοδοτούμενα και αλληλοεξαρτώμενα. Από το δημοτικό ο μαθητής διδάσκεται ότι το σημαντικό είναι να κυνηγάει το βαθμό. Οι γονείς δεν κοιτάζουν τόσο την προσπάθεια, τον τρόπο σκέψης, όσο το αποτέλεσμα. Όσο μεγαλώνει ο μαθητής αυτή η βαθμοθηρία γίνεται όλο και πιο επιτακτική. Έπειτα, εισάγεται σε κάποιο πανεπιστημιακό ίδρυμα και αίφνης ανακαλύπτει ότι δεν ξέρει να δουλεύει με συστηματικό τρόπο, να αναλύει και να συνθέτει, να περατώνει σύνθετες εργασίες.

Όλα τα παραπάνω είναι τα αποτελέσματα αυτού του συστήματος, αλλά και του τρόπου σκέψης της κοινωνίας μας. Όλοι πρέπει να σπουδάσουν. Δεν έχει σημασία το αν μπορούν, το τι ικανότητες θα έχουν αναπτύξει έως τότε κλπ., αλλά το να μπουν «κάπου». Η σπουδή λοιπόν της πολιτείας να δημιουργήσει σε κάθε χωρίο και ΤΕΙ, έρχεται να καλύψει αυτή την κοινωνική «απαίτηση».

Αργά ή γρήγορα έρχεται κι η ώρα που ο γονιός, ο οποίος πριν λίγα χρόνια απαιτούσε το παιδί του να σπουδάσει οτιδήποτε και οπουδήποτε, παρακαλάει κάποιον πολιτικό για ένα διορισμό στο δημόσιο. Μετά απ’ όλα αυτά αναρωτιέμαι μήπως πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στα κοινωνικά μας «θεμέλια»…

Δ. Τζ.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2007

Παθογένειες

Το προηγούμενο διάστημα έλαβαν χώρα συζητήσεις στους πανεπιστημιακούς κύκλους, σε σχέση με την προωθούμενη από το υπουργείο Παιδείας μεταρρύθμιση. Ωστόσο, δυστυχώς, φαίνεται ότι δεν έγινε καμία κουβέντα για ορισμένα θέματα που άπτονται της «καθημερινότητας» των φοιτητών.

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις αποτέλεσαν δύο περιστατικά που έλαβαν χώρα στη σχολή μου (τμήμα Βιβλιοθηκονομίας, ΤΕΙ Αθήνας) τις προηγούμενες ημέρες και καταδεικνύουν μια γενικότερη, ίσως, παθογένεια στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Θέλοντας να ελέγξω ποια μαθήματα είχα δηλώσει στο προηγούμενο, χειμερινό, εξάμηνο (η εξεταστική του οποίου έλαβε χώρα τον Ιούνιο, λόγω των καταλήψεων) και έχοντας χάσει τη φωτοτυπία δήλωσης μαθημάτων, ζήτησα αντίγραφό της από τη γραμματεία. Η απάντηση που έλαβα ήταν ότι το αντίγραφο έχει δοθεί και εφόσον το έχασα, δε μπορώ να λάβω άλλο.

Προχωρώντας προς τις αίθουσες διδασκαλίας αντίκρισα για πολλοστή φορά ένα οικείο θέαμα. Φοιτητές του τμήματός μου έχουν –εδώ και χρόνια– «καταλάβει» μια αίθουσα διδασκαλίας, η οποία έχει μετονομαστεί σε «στέκι σπουδαστών». Φυσικά, εκεί δε γίνεται μάθημα αλλά ορισμένοι νέοι άνθρωποι πίνουν καφέ και ακούνε μουσική. Το θέαμα δε θα με ξένιζε τόσο, αν δεν υπήρχε πρόβλημα έλλειψης αιθουσών. Οι διαθέσιμες αίθουσες διδασκαλίας είναι 5 – 6 και πολλές φορές ψάχνουμε χώρο για να κάνουμε μάθημα, ενώ παράλληλα μια αίθουσα δεν χρησιμοποιείται για σπουδαστικούς λόγους!

Έπειτα απ’ όλα αυτά σκέφτομαι ότι ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα αν είχαμε όλοι μας αντιληφθεί τους ρόλους μας. Οι μεν διοικητικοί να εξυπηρετούν, οι δε φοιτητές να σπουδάζουν…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 08.08.2007