Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2008

Ένα επικίνδυνο πείραμα

Μια ταινία δεν κρίνεται μόνο από την εισπρακτική της επιτυχία, αλλά και από το κατά πόσο κοινό και κριτικοί θα ασχοληθούν μαζί της. Η γερμανική ταινία «Το Κύμα» («Die Welle») πετυχαίνει και τα δύο. Πηγαίνει πολύ καλά σε επίπεδο εισπράξεων, ενώ κριτικοί και σινεφίλ την επαινούν διότι αγγίζει ένα θέμα ταμπού για τη γερμανική κοινωνία με αξιοθαύμαστη ωριμότητα.

Βασισμένο σε πραγματική ιστορία που έλαβε χώρα σε σχολείο της Καλιφόρνιας το 1967, το «Κύμα» έχει στον πυρήνα του ένα απλό ερώτημα: μπορεί να υπάρξει σήμερα μια νέα μορφή απολυταρχίας (όπως ο Ναζισμός) στην προηγμένη Δύση; Και αν ναι με ποιον τρόπο;

Ο Ράινερ Βένγκερ είναι καθηγητής σε λύκειο της Γερμανίας και αναλαμβάνει τη διδασκαλία του μαθήματος της Απολυταρχίας. Ο νεαρός καθηγητής όντας ριζοσπάστης ψάχνει έναν πρωτότυπο τρόπο διδασκαλίας και αποφασίζει να κάνει τους μαθητές του συμμέτοχους σε ένα πείραμα. Για μια εβδομάδα θα δρουν και θα συμπεριφέρονται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, με απόλυτη πειθαρχεία στον καθηγητή – αρχηγό. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο Ράινερ γίνεται «κύριος Βέγκνερ» και ζητάει από τους μαθητές να στέκονται όρθιοι όταν παίρνουν τον λόγο. Τις επόμενες μέρες το πείραμα παίρνει συγκεκριμένη μορφή: οι μαθητές φορούν τα ίδια ρούχα (αποκτώντας με αυτόν τον τρόπο μια ψευδαίσθηση ισότητας), ονοματίζουν το «κίνημα» τους (εξ ου και το «Κύμα» του τίτλου), ενώ τίθενται συγκεκριμένοι κώδικες επικοινωνίας. Έτσι η βασική αρχή λειτουργίας του σύγχρονου δημοκρατικού σχολείου καταστρατηγείται με τη σύμφωνη γνώμη της ομάδας: όποιος εκφράζει μια αντίθετη άποψη περιθωριοποιείται. Η δύναμη του «κινήματος» είναι η πειθαρχεία, ή καλύτερα η τυφλή υπακοή στον αρχηγό.

Στα μέσα της εβδομάδας το πείραμα αρχίζει να ξεφεύγει από τον αρχικό παιδαγωγικό του σχεδιασμό. Το «Κύμα» γίνεται ορμητικό, εξαπλώνεται σε ολόκληρο το σχολείο και τα μέλη του προχωρούν σε βανδαλισμούς και βίαιες ενέργειες για να προωθήσουν τις ιδέες τους. Παιδιά –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– ανώριμα και εύπλαστα, χειραγωγούνται εύκολα από τον πανέξυπνο καθηγητή. Στο μυαλό τους μόνο ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: «Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας».

Στην αρχή της ταινίας ο Βέγκνερ ρωτάει τους μαθητές του εάν πιστεύουν ότι θα μπορούσε να υπάρξει σήμερα κάτι αντίστοιχο με το Γ’ Ράιχ. Εκείνοι γελούν και «στολίζουν» με διάφορα κοσμητικά επίθετα τους φασίστες. Μόνο όταν το πείραμα φθάνει (ανορθόδοξα) στο τέλος του αντιλαμβάνονται πανικόβλητοι και τρομαγμένοι τον παραλογισμό στον οποίο είχαν οδηγηθεί (και συμμετάσχει).

Το «Κύμα», γράφει ο Τζόνι Ντι στον «Guardian», είναι μια προειδοποίηση για το πως απλά ψυχολογικά τρικ μπορούν να μετατρέψουν δυσφορούσες κοινωνικές ομάδες σε φασίστες και πόσο εύκολα μπορεί μια κοινωνία να μεταβληθεί σε δικτατορία. Ο σκηνοθέτης Ντένις Γκάνσελ στην ουσία μας καλεί να τοποθετήσουμε στη θέση του Βέγκνερ έναν λαοπλάνο ηγέτη (συχνά ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ δεν ξεκίνησε ως φασίστας) και στη θέση της τάξης («μια συνηθισμένη τάξη μαθητών που μετατράπηκε σε ζωντανή ενσάρκωση της νεολαίας του Χίτλερ» κατά τον αρθρογράφο) την κοινωνία.

Για να είμαστε ειλικρινείς το δημοκρατικό μας πολίτευμα δεν κινδυνεύει. Η δημοκρατία –τουλάχιστον στην Δύση– είναι εδραιωμένη, έχει γερά θεμέλια και τίποτα δε συνηγορεί στο ότι μπορεί να υπάρξει στο εγγύς μέλλον μια νέα μορφή φασισμού. Αυτό που μας προτείνει στην ουσία ο Γκάνσελ είναι απλώς να μην εφησυχάζουμε και να μην επαναπαυόμαστε, να μη θεωρούμε τίποτα δεδομένο και αυτονόητο, αλλά να είμαστε σε διαρκή επαγρύπνηση. Μόνο έτσι μπορούμε να αισθανόμαστε σίγουροι ότι δε θα ξαναζήσουμε τους εφιάλτες του (σχετικά πρόσφατου) παρελθόντος…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 23.11.2008

Δευτέρα, Ιουλίου 28, 2008

Το Όσκαρ του Χιθ Λέτζερ

Είναι δυνατόν τα όσα γράφουν οι κριτικοί κινηματογράφου για την ερμηνεία ενός ηθοποιού (και μάλιστα σε δεύτερο ρόλο) να δημιουργήσουν τόσο θόρυβο, τόσες προσδοκίες και τόση αδημονία στο κοινό για την προβολή μιας ταινίας; Και αυτές οι προσδοκίες όχι μόνο να μην διαψεύδονται με την προβολή της, αλλά να συμπαρασύρουν και μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών και κριτικών κινηματογράφου; Ο «Σκοτεινός Ιππότης» του Κρίστοφερ Νόλαν πετυχαίνει όλα τα παραπάνω, ενώ κάνει νέο ρεκόρ εισπράξεων (153 εκατομμύρια δολάρια στο πρώτο σαββατοκύριακο προβολής). Είναι πράγματι μια πολύ καλοστημένη παραγωγή, με έναν αρκετά «γήινο» Μπάτμαν, ενώ δίνει βάρος περισσότερο στους χαρακτήρες και λιγότερο στα εφέ, εν αντιθέσει με τις προηγούμενες μεταφορές του ομώνυμου κόμικ στο σελιλόιντ. Ωστόσο, τις εντυπώσεις δεν κερδίζει ο άψογος Κρίστοφερ Νόλαν (σκηνοθεσία), ούτε ο πολύ καλός Κρίστιαν Μπέιλ (Μπάτμαν), αλλά ο Χιθ Λέτζερ ως Τζόκερ.

Ο Αυστραλός ηθοποιός έφυγε πρόωρα από τη ζωή στις 22 Ιανουαρίου σε ηλικία 29 ετών, μετά από υπερβολική κατανάλωση υπνωτικών χαπιών. Σε μια συνέντευξη του λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ο Λέτζερ είχε δηλώσει ότι η ερμηνεία του στον «Σκοτεινό Ιππότη» είναι ό,τι καλύτερο έχει κάνει στην καριέρα του. Πράγματι, ο Λέτζερ ερμηνεύει πειστικότατα και σχεδόν ανατριχιαστικά έναν μασκοφόρο αναρχικό που επιδιώκει να φέρει το χάος στην (φανταστική) πόλη Γκόθαμ. Αυτή η ερμηνεία, όμως, φαίνεται ότι τον στοίχειωσε. Μπήκε τόσο βαθιά στον ρόλο του παρανοϊκού κλόουν που δεν κατάφερε να διαχειριστεί τα συναισθήματα του. Έμενε άυπνος για νύχτες, αναγκάστηκε να παίρνει χάπια, ώσπου κατέρρευσε.

Ο Λέτζερ τα τελευταία χρόνια φαινόταν πιο ώριμος από ποτέ. Πριν από τρία χρόνια πρωταγωνίστησε στο εξαιρετικό «Brokeback Mountain», ανεβάζοντας κατακόρυφα τις μετοχές του στο κινηματογραφικό στερέωμα, για να έρθει ο ρόλος του Τζόκερ, η τελευταία του ολοκληρωμένη δουλειά. Ο «Χίθι» –όπως του άρεσε να τον αποκαλούν– θεωρείται το φαβορί για το Όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου και εν πολλοίς δικαιολογημένα. Δίνει σάρκα και οστά σε έναν «κακό» που θα θυμόμαστε για χρόνια. Δηλώσεις στήριξης της (μεταθανάτιας) υποψηφιότητάς του έχουν κάνει μεταξύ άλλων οι συμπρωταγωνιστές του στον «Σκοτεινό Ιππότη» σερ Μάικλ Κέιν και Γκάρι Όλντμαν, καθώς και ο διακεκριμένος Αμερικανός κριτικός του περιοδικού «Rolling Stone» Πίτερ Τράβερς.

Στον αντίποδα, ο κριτικός Τζέισον Σόλομονς υποστηρίζει στον «Guardian» ότι δε θα γινόταν τόση φασαρία αν δεν μιλάγαμε για το πολυαναμενόμενο μπλογκμπάστερ του καλοκαιριού και αν το φιλμ δεν είχε μετατραπεί ουσιαστικά σε επιτύμβιο του Λέτζερ. Ο Σόλομονς πιστεύει ότι το καλό μάρκετινγκ σε συνδυασμό με ένα φορτισμένο συναισθηματικά κοινό, δημιουργεί την απαίτηση να πάει το Όσκαρ στον Λέτζερ. «Κανείς δε θέλει να μιλήσει άσχημα για το νεκρό, ούτε να τον νικήσει στα βραβεία» καταλήγει.

Τι κι αν ο Λέτζερ δε μπορεί να συγκριθεί με άλλους κακούς του σινεμά όπως ο Μάρλον Μπράντο στο «Αποκάλυψη τώρα» ή ο Μπράιαν Κοξ στο «Χάνιμπαλ», όπως υποστηρίζει ο Βρετανός κριτικός. Ούτε βέβαια η προδιάθεση του κοινού δε μπορεί να μειώσει –πόσο μάλλον να αναιρέσει– μια σπουδαία ερμηνεία. Ναι, ο νεκρός πάντοτε δεδικαίωται. Όμως, ο Αυστραλός ηθοποιός, ο πρώτος μη Αμερικάνος και ο νεότερος σε ηλικία που υποδύεται τον Τζόκερ αξίζει με την ερμηνεία του το βραβείο. Και δε θα είναι καθόλου χαριστικό…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 27.07.2008

Δευτέρα, Ιουλίου 14, 2008

Όταν η τηλεόραση μας δείχνει τον δρόμο…

Ο Μάρτιν Σιν στο ρόλο του προέδρου των ΗΠΑ
Τζοσάια Μπαρτλέτ στη σειρά «The West Wing».

Σε καθημερινή σχεδόν βάση κατηγορούμε τους τηλεοπτικούς σταθμούς για το χαμηλό επίπεδο των προγραμμάτων τους. Δεν είναι μόνο το ύφος και ο τρόπος προσέγγισης των γεγονότων από αρκετές ειδησεογραφικές εκπομπές, ζήτημα στο οποίο έχουμε πολλάκις αναφερθεί από αυτήν εδώ τη στήλη. Ακόμα, αρκετά σίριαλ χαρακτηρίζονται από πλήρη έλλειψη φαντασίας, πρωτοτυπίας και εν τέλει βαθύτερου νοήματος. Όμως όλοι οι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις τους. Πολλές φορές η τηλεόραση πρωτοτυπεί και (μας) δείχνει τον δρόμο, είναι δηλαδή ένα βήμα μπροστά από την κοινωνία. Χωρίς, όμως, να απομακρύνεται από την πραγματικότητα.

Παραδείγματα καλής τηλεόρασης υπάρχουν πολλά. Στο πιο πρόσφατο από αυτά, δυο γυναίκες, μία Ισραηλινή και μία Παλαιστίνια παρουσιάζουν μια εκπομπή μαγειρικής στην ισραηλινή τηλεόραση, παρά τη διαφωνία του συγγενικού τους περιβάλλοντος, και –όπως γράφει ο βρετανικός «Independent»– δίνουν μια συνταγή διεξόδου από την αραβοϊσραηλινή σύγκρουση. Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η υπόθεση των «Καλών Προθέσεων», του σίριαλ που ξεκίνησε να προβάλλεται στην ισραηλινή τηλεόραση τον Ιούνιο, κέρδισε τις εντυπώσεις, έκανε πολύ καλά νούμερα και οδεύει προς την αντίπερα όχθη (Αλ Τζαζίρα).

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Μάρτιν Σιν υποδύεται στην εξαιρετική σειρά «The West Wing» («Η Δυτική Πτέρυγα») τον λαοπρόβλητο πρόεδρο Τζοσάια Μπαρτλέτ. Ο βραβευμένος με Νομπέλ Οικονομίας πολιτικός από το Νιου Χαμσάιρ, είναι –γράφει το avsite.gr– το απωθημένο κάθε ψηφοφόρου των Δημοκρατικών. Προοδευτικός, έξυπνος, με χιούμορ, φιλειρηνιστής κι υπέρμαχος του κοινωνικού κράτους. Αν και λευκός, ο Μπαρτλέτ, σε πολλούς θυμίζει αρκετά από πλευράς ιδιοσυγκρασίας, χαρακτήρα και κοσμοθεωρίας τον αφροαμερικανό υποψήφιο για την προεδρία, Μπαράκ Ομπάμα. Βέβαια, όταν ξεκίνησε να παίζεται η σειρά, το 1999, ο Ομπάμα ήταν ακόμα μέλος της Γερουσίας του Ιλινόις.

Στο «Commander in Chief» η Μακένζι Άλεν (Τζίνα Ντέιβις) γίνεται πρόεδρος των ΗΠΑ, διαδεχόμενη τον άρρωστο πρόεδρο Τέντι Μπρίτζες. Και όλα αυτά πολύ πριν η Χίλαρι Κλίντον αποφασίσει να διεκδικήσει –και όπως φάνηκε με αξιώσεις– το χρίσμα των Δημοκρατικών.

Σειρές σαν αυτές που προαναφέραμε απλώς αποδεικνύουν ότι η τηλεόραση ότι δεν είναι πάντοτε κομπάρσος της πραγματικής ζωής, ένας ξεχωριστός «γυάλινος» κόσμος. Αντιθέτως, πολύ συχνά προσεγγίζει «δύσκολα» θέματα με αξιοπρόσεκτη ωριμότητα, ενώ δείχνει το δρόμο στους πραγματικούς πρωταγωνιστές της ζωής. Αυτό βέβαια μπορεί να συμβεί μόνο αν η μικρή οθόνη δεν παίρνει διαζύγιο από την πραγματικότητα.

«Η Αμερική δεν είναι ο αστυνόμος της Γης. Δε θα επιβάλλει τις αξίες τις, τα ιδανικά τις σε όλο τον κόσμο» λέει ο πρόεδρος Μπαρτλέτ, κάνοντας πρόβα της ομιλίας που πρόκειται να εκφωνήσει στο Καπιτώλιο για την επανεκλογή του. Σταματάει, μειδιά και γυρνάει προς τους επιτελείς του: «Κοιτάξτε, ξέρω ότι εκπροσωπώ ένα ενιαίο χώρο, αλλά θέλω να εννοώ ό,τι λέω». Να που η τηλεόραση αποδεικνύει ότι μπορεί να είναι άκρως ρεαλιστική, ενίοτε δε και εξαιρετικά κυνική…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 13.07.2008

Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008

Η Τέχνη ως ακριβής επιστήμη

Το «Jesus Christ Superstar», η ροκ όπερα – φαινόμενο και ένα από τα μακροβιότερα μιούζικαλ στην ιστορία του Broadway ήρθε πέρυσι τον Απρίλιο και στη χώρα μας, για μερικές παραστάσεις στο θέατρο Μπάντμιντον. Το θέμα που πραγματεύεται, οι τελευταίες ημέρες του Χριστού και ο τρόπος με τον οποίον το προσεγγίζει προκάλεσε αντιδράσεις σε θρησκευτικούς κύκλους. Προσπερνάμε το παράλογο της αντίδρασης –πώς είναι δυνατόν να διαμαρτύρεσαι για κάτι που δεν έχεις δει;– καθότι η υπόθεση πήρε άλλες διαστάσεις: Ιδιώτης έστειλε στα δικαστήρια τον κ. Μιχάλη Αδάμ, πρόεδρο της εταιρίας που ανέλαβε τη διοργάνωση του μιούζικαλ στην Ελλάδα. Αιτία; Στο έργο –αναφέρει η μηνυτήρια αναφορά– «καθυβρίζετο κακόβουλα η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία». Σύμφωνα με το κατηγορητήριο «η Μαρία Μαγδαληνή εμφανίζεται στην παράσταση να βοηθά τον Ιησού Χριστό να χαλαρώσει κάνοντάς του μασάζ, με αλοιφή», ενώ «η σταύρωση και η ταφή παρουσιάζονται με τρόπο παραποιημένο απ ό,τι περιγράφονται στα Ιερά Ευαγγέλια».

Οι αιτιάσεις του ενάγοντος θα ήταν για γέλια, αν το ζήτημα δεν ήταν αρκετά σοβαρό. Και όταν λέμε σοβαρό ζήτημα δεν εννοούμε την υποτιθέμενη «καθύβριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας», αλλά τον τρόπο με τον οποίον προσεγγίζουν ορισμένοι την τέχνη: Στην προκειμένη περίπτωση με όρους Θεολογίας, ενώ σε άλλες περιπτώσεις (κινηματογραφικά έργα) ωσάν να πρόκειται για μεταφορά βιβλίου Ιστορίας στο σελιλόιντ.

Πριν μερικά χρόνια, ο γνωστός σκηνοθέτης και σεναριογράφος Όλιβερ Στόουν είχε δεχτεί έντονη κριτική από Έλληνες πολιτικούς και ιστορικούς για το έργο του «Αλέξανδρος» (αναφέρεται στη ζωή του Μ. Αλεξάνδρου). Ούτε λίγο ούτε πολύ τον κατηγόρησαν για παραποίηση της Ιστορίας. Η απάντηση που έδωσε ο Στόουν ήταν αφοπλιστική: «Εγώ δεν κάνω Ιστορία αλλά κινηματογράφο».

Αλήθεια, που τελειώνει η ελευθερία της Τέχνης (δηλαδή της έκφρασης); Πώς πρέπει να προσεγγίζουμε την Τέχνη, με όρους καλλιτεχνικούς ή καθαρά επιστημονικούς; Αν στο πρώτο ερώτημα η απάντηση είναι σχετική, στο δεύτερο τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά, σχεδόν ξεκάθαρα: η τέχνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά η πρωτότυπη (και σαφώς όχι επιστημονική) προσέγγιση ενός θέματος από έναν δημιουργό. Ο δημιουργός πλάθει ιστορία, δεν την αναπαράγει. Άρα το έργο (πρέπει να) εξετάζεται με αμιγώς καλλιτεχνικά κριτήρια και όχι με όρους ιστορικής ακρίβειας.

Υπάρχει και κάτι πιο επικίνδυνο από την λάθος κριτική σε λάθος ανθρώπους για παραποίηση της Ιστορίας: Το ότι ορισμένοι θέλουν να ποινικοποιήσουν την καλλιτεχνική δημιουργία. Είναι εντελώς διαφορετικό το να διαφωνείς με ένα έργο –έστω και για λάθος λόγους– με το να στέλνεις τον δημιουργό του (εν προκειμένω τον πρόεδρο της διοργανώτριας εταιρείας) στα δικαστήρια επειδή προσβάλει τα «χρηστά ήθη»!

Λένε ότι η Ιστορία δεν είναι ακριβής επιστήμη όπως τα Μαθηματικά. Ένα γεγονός μπορεί να ειδωθεί διαφορετικά ανάλογα την οπτική γωνία του ερευνητή. Η Τέχνη δεν είναι καν επιστήμη. Γιατί λοιπόν να τις δίνουμε παραπάνω ιδιότητες από αυτές που έχει;

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 29.06.2008

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2007

Η ψυχολογία του σινεφίλ


Το βράδυ της Κυριακής που μας πέρασε κανονίσαμε με μια φίλη να δούμε μια ταινία στον κινηματογράφο. Ήταν από τις λίγες φορές που πηγαίνοντας στο σινεμά δεν ήξερα τι θα δω. Θα αποφασίζαμε την τελευταία στιγμή, σύμφωνα με το πρόγραμμα και τα κέφια. Έτσι λοιπόν μην έχοντας διάθεση για κάτι πολύ «ψαγμένο» καταλήξαμε να δούμε το “Stardust”, μια ανάλαφρη κωμοδιο-περιπέτεια με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας.

Μόλις είπα τη λέξη διάθεση. Άραγε η διάθεση μας παίζει κάποιον ρόλο σε σχέση με τις ταινίες που επιλέγουμε να δούμε; Πιστεύω πως ναι. Είναι λογικό όταν είσαι π.χ. κουρασμένος ή δεν έχεις πολλά κέφια να θες να δεις κάτι ευχάριστο και συνάμα χαλαρωτικό, κάτι που δε θα σε προβληματίσει ιδιαιτέρα. Ναι μεν δε θα είναι αριστούργημα, αλλά σίγουρα θα σου ανεβάσει τη διάθεση.

Απ’ την άλλη, για να δεις π.χ. την «Μπλε Ταινία» του Κισλόφσκι πρέπει να έχεις μια συγκεκριμένη ψυχολογία και διάθεση. Πρέπει να έχεις καθαρό μυαλό έτσι ώστε να είσαι σε θέση να κατανοήσεις τα βαθύτερα νοήματα. Πρέπει να είσαι εντελώς προσηλωμένος στην ταινία.

Τα λέω όλα αυτά, διότι βλέποντας το “Stardust”, μια “average” ταινία, αισθάνθηκα την ανάγκη να υπερασπιστώ την κατηγορία των ταινιών χωρίς βαθύτερο νόημα. Καμία φορά θέλουμε να δούμε απλά κάτι ευχάριστο, μόνο και μόνο για να αποφορτιστούμε από την ένταση της γεμάτης άγχος, τρέξιμο, υποχρεώσεις εβδομάδας. Τι κι αν αυτό δεν έχει τη φοβερή πλοκή, τη στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία, τα βαθυστόχαστα νοήματα. Αρκεί που όταν βγούμε από την αίθουσα έχουμε ένα πλατύ χαμόγελο...

Δ. Τζ.