Μια ταινία δεν κρίνεται μόνο από την εισπρακτική της επιτυχία, αλλά και από το κατά πόσο κοινό και κριτικοί θα ασχοληθούν μαζί της. Η γερμανική ταινία «Το Κύμα» («Die Welle») πετυχαίνει και τα δύο. Πηγαίνει πολύ καλά σε επίπεδο εισπράξεων, ενώ κριτικοί και σινεφίλ την επαινούν διότι αγγίζει ένα θέμα ταμπού για τη γερμανική κοινωνία με αξιοθαύμαστη ωριμότητα.
Βασισμένο σε πραγματική ιστορία που έλαβε χώρα σε σχολείο της Καλιφόρνιας το 1967, το «Κύμα» έχει στον πυρήνα του ένα απλό ερώτημα: μπορεί να υπάρξει σήμερα μια νέα μορφή απολυταρχίας (όπως ο Ναζισμός) στην προηγμένη Δύση; Και αν ναι με ποιον τρόπο;
Ο Ράινερ Βένγκερ είναι καθηγητής σε λύκειο της Γερμανίας και αναλαμβάνει τη διδασκαλία του μαθήματος της Απολυταρχίας. Ο νεαρός καθηγητής όντας ριζοσπάστης ψάχνει έναν πρωτότυπο τρόπο διδασκαλίας και αποφασίζει να κάνει τους μαθητές του συμμέτοχους σε ένα πείραμα. Για μια εβδομάδα θα δρουν και θα συμπεριφέρονται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, με απόλυτη πειθαρχεία στον καθηγητή – αρχηγό. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο Ράινερ γίνεται «κύριος Βέγκνερ» και ζητάει από τους μαθητές να στέκονται όρθιοι όταν παίρνουν τον λόγο. Τις επόμενες μέρες το πείραμα παίρνει συγκεκριμένη μορφή: οι μαθητές φορούν τα ίδια ρούχα (αποκτώντας με αυτόν τον τρόπο μια ψευδαίσθηση ισότητας), ονοματίζουν το «κίνημα» τους (εξ ου και το «Κύμα» του τίτλου), ενώ τίθενται συγκεκριμένοι κώδικες επικοινωνίας. Έτσι η βασική αρχή λειτουργίας του σύγχρονου δημοκρατικού σχολείου καταστρατηγείται με τη σύμφωνη γνώμη της ομάδας: όποιος εκφράζει μια αντίθετη άποψη περιθωριοποιείται. Η δύναμη του «κινήματος» είναι η πειθαρχεία, ή καλύτερα η τυφλή υπακοή στον αρχηγό.
Στα μέσα της εβδομάδας το πείραμα αρχίζει να ξεφεύγει από τον αρχικό παιδαγωγικό του σχεδιασμό. Το «Κύμα» γίνεται ορμητικό, εξαπλώνεται σε ολόκληρο το σχολείο και τα μέλη του προχωρούν σε βανδαλισμούς και βίαιες ενέργειες για να προωθήσουν τις ιδέες τους. Παιδιά –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– ανώριμα και εύπλαστα, χειραγωγούνται εύκολα από τον πανέξυπνο καθηγητή. Στο μυαλό τους μόνο ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: «Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας».
Στην αρχή της ταινίας ο Βέγκνερ ρωτάει τους μαθητές του εάν πιστεύουν ότι θα μπορούσε να υπάρξει σήμερα κάτι αντίστοιχο με το Γ’ Ράιχ. Εκείνοι γελούν και «στολίζουν» με διάφορα κοσμητικά επίθετα τους φασίστες. Μόνο όταν το πείραμα φθάνει (ανορθόδοξα) στο τέλος του αντιλαμβάνονται πανικόβλητοι και τρομαγμένοι τον παραλογισμό στον οποίο είχαν οδηγηθεί (και συμμετάσχει).
Το «Κύμα», γράφει ο Τζόνι Ντι στον «Guardian», είναι μια προειδοποίηση για το πως απλά ψυχολογικά τρικ μπορούν να μετατρέψουν δυσφορούσες κοινωνικές ομάδες σε φασίστες και πόσο εύκολα μπορεί μια κοινωνία να μεταβληθεί σε δικτατορία. Ο σκηνοθέτης Ντένις Γκάνσελ στην ουσία μας καλεί να τοποθετήσουμε στη θέση του Βέγκνερ έναν λαοπλάνο ηγέτη (συχνά ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ δεν ξεκίνησε ως φασίστας) και στη θέση της τάξης («μια συνηθισμένη τάξη μαθητών που μετατράπηκε σε ζωντανή ενσάρκωση της νεολαίας του Χίτλερ» κατά τον αρθρογράφο) την κοινωνία.
Για να είμαστε ειλικρινείς το δημοκρατικό μας πολίτευμα δεν κινδυνεύει. Η δημοκρατία –τουλάχιστον στην Δύση– είναι εδραιωμένη, έχει γερά θεμέλια και τίποτα δε συνηγορεί στο ότι μπορεί να υπάρξει στο εγγύς μέλλον μια νέα μορφή φασισμού. Αυτό που μας προτείνει στην ουσία ο Γκάνσελ είναι απλώς να μην εφησυχάζουμε και να μην επαναπαυόμαστε, να μη θεωρούμε τίποτα δεδομένο και αυτονόητο, αλλά να είμαστε σε διαρκή επαγρύπνηση. Μόνο έτσι μπορούμε να αισθανόμαστε σίγουροι ότι δε θα ξαναζήσουμε τους εφιάλτες του (σχετικά πρόσφατου) παρελθόντος…
Δ. Τζ.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 23.11.2008
Βασισμένο σε πραγματική ιστορία που έλαβε χώρα σε σχολείο της Καλιφόρνιας το 1967, το «Κύμα» έχει στον πυρήνα του ένα απλό ερώτημα: μπορεί να υπάρξει σήμερα μια νέα μορφή απολυταρχίας (όπως ο Ναζισμός) στην προηγμένη Δύση; Και αν ναι με ποιον τρόπο;
Ο Ράινερ Βένγκερ είναι καθηγητής σε λύκειο της Γερμανίας και αναλαμβάνει τη διδασκαλία του μαθήματος της Απολυταρχίας. Ο νεαρός καθηγητής όντας ριζοσπάστης ψάχνει έναν πρωτότυπο τρόπο διδασκαλίας και αποφασίζει να κάνει τους μαθητές του συμμέτοχους σε ένα πείραμα. Για μια εβδομάδα θα δρουν και θα συμπεριφέρονται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, με απόλυτη πειθαρχεία στον καθηγητή – αρχηγό. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο Ράινερ γίνεται «κύριος Βέγκνερ» και ζητάει από τους μαθητές να στέκονται όρθιοι όταν παίρνουν τον λόγο. Τις επόμενες μέρες το πείραμα παίρνει συγκεκριμένη μορφή: οι μαθητές φορούν τα ίδια ρούχα (αποκτώντας με αυτόν τον τρόπο μια ψευδαίσθηση ισότητας), ονοματίζουν το «κίνημα» τους (εξ ου και το «Κύμα» του τίτλου), ενώ τίθενται συγκεκριμένοι κώδικες επικοινωνίας. Έτσι η βασική αρχή λειτουργίας του σύγχρονου δημοκρατικού σχολείου καταστρατηγείται με τη σύμφωνη γνώμη της ομάδας: όποιος εκφράζει μια αντίθετη άποψη περιθωριοποιείται. Η δύναμη του «κινήματος» είναι η πειθαρχεία, ή καλύτερα η τυφλή υπακοή στον αρχηγό.
Στα μέσα της εβδομάδας το πείραμα αρχίζει να ξεφεύγει από τον αρχικό παιδαγωγικό του σχεδιασμό. Το «Κύμα» γίνεται ορμητικό, εξαπλώνεται σε ολόκληρο το σχολείο και τα μέλη του προχωρούν σε βανδαλισμούς και βίαιες ενέργειες για να προωθήσουν τις ιδέες τους. Παιδιά –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– ανώριμα και εύπλαστα, χειραγωγούνται εύκολα από τον πανέξυπνο καθηγητή. Στο μυαλό τους μόνο ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: «Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας».
Στην αρχή της ταινίας ο Βέγκνερ ρωτάει τους μαθητές του εάν πιστεύουν ότι θα μπορούσε να υπάρξει σήμερα κάτι αντίστοιχο με το Γ’ Ράιχ. Εκείνοι γελούν και «στολίζουν» με διάφορα κοσμητικά επίθετα τους φασίστες. Μόνο όταν το πείραμα φθάνει (ανορθόδοξα) στο τέλος του αντιλαμβάνονται πανικόβλητοι και τρομαγμένοι τον παραλογισμό στον οποίο είχαν οδηγηθεί (και συμμετάσχει).
Το «Κύμα», γράφει ο Τζόνι Ντι στον «Guardian», είναι μια προειδοποίηση για το πως απλά ψυχολογικά τρικ μπορούν να μετατρέψουν δυσφορούσες κοινωνικές ομάδες σε φασίστες και πόσο εύκολα μπορεί μια κοινωνία να μεταβληθεί σε δικτατορία. Ο σκηνοθέτης Ντένις Γκάνσελ στην ουσία μας καλεί να τοποθετήσουμε στη θέση του Βέγκνερ έναν λαοπλάνο ηγέτη (συχνά ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ δεν ξεκίνησε ως φασίστας) και στη θέση της τάξης («μια συνηθισμένη τάξη μαθητών που μετατράπηκε σε ζωντανή ενσάρκωση της νεολαίας του Χίτλερ» κατά τον αρθρογράφο) την κοινωνία.
Για να είμαστε ειλικρινείς το δημοκρατικό μας πολίτευμα δεν κινδυνεύει. Η δημοκρατία –τουλάχιστον στην Δύση– είναι εδραιωμένη, έχει γερά θεμέλια και τίποτα δε συνηγορεί στο ότι μπορεί να υπάρξει στο εγγύς μέλλον μια νέα μορφή φασισμού. Αυτό που μας προτείνει στην ουσία ο Γκάνσελ είναι απλώς να μην εφησυχάζουμε και να μην επαναπαυόμαστε, να μη θεωρούμε τίποτα δεδομένο και αυτονόητο, αλλά να είμαστε σε διαρκή επαγρύπνηση. Μόνο έτσι μπορούμε να αισθανόμαστε σίγουροι ότι δε θα ξαναζήσουμε τους εφιάλτες του (σχετικά πρόσφατου) παρελθόντος…
Δ. Τζ.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 23.11.2008


