Όποια αισθήματα κι αν τρέφει κανείς για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, στην προκειμένη περίπτωση οφείλει να του βγάλει το καπέλο. Όντας κατηγορούμενος για παράνομη χρηματοδότηση από αμερικανό επιχειρηματία, καθώς και για «χλιδάτα» ταξίδια στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Μεταφορών, ο κ. Εχούντ Όλμερτ ανακοίνωσε πριν από λίγες μέρες την απόφασή του να παραιτηθεί. Και την αιτιολόγησε ως εξής: «Θα παραιτηθώ των καθηκόντων με έντιμο, δίκαιο και υπεύθυνο τρόπο (…) και εν συνεχεία θα αποδείξω την αθωότητά μου».
Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε την κίνηση του κ. Όλμερτ με αντίστοιχες περιπτώσεις πολιτικών στη χώρα μας που κατηγορούνται για διαφθορά, παράνομες χρηματοδοτήσεις κ.ο.κ., θα παρατηρήσουμε μια σημαντική διαφορά: Στην Ελλάδα οι πολιτικοί που βρίσκονται στη δίνη του κυκλώνα σπανίως έχουν την τόλμη να παραιτηθούν και στη συνέχεια να «αποδείξουν την αθωότητά τους». Κι όταν αυτό συμβαίνει, επί της ουσίας δεν πρόκειται για παραίτηση, αλλά για αποπομπή, η οποία βαφτίζεται «παραίτηση» για λόγους εντυπώσεων.
Είναι άραγε το πολυθρύλητο νέκταρ της εξουσίας που κλείνει ορισμένους πολιτικούς στον δικό τους μικροκόσμο, καθιστώντας τους αδιάφορους για το τι επιτάσσει η κοινή λογική σε αυτές τις περιπτώσεις; Ή μήπως η αλαζονεία, που παρατηρείται επίσης συχνά στους κόλπους της εξουσίας; Δεν έχει και τόση σημασία. Η εικόνα που μένει στον πολίτη είναι αυτή ενός πολιτικού που αρνείται πεισματικά να αφήσει τη θέση που κατέχει.
Για ποιο λόγο, όμως, να παραιτηθεί κάποιος πολιτικός από το αξίωμά του εφόσον –σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητας– είναι αθώος μέχρι να αποδειχτεί τελεσίδικα το αντίθετο, θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος. Αν και η κίνηση έχει το συμβολισμό της, ο λόγος είναι και (κυρίως) πρακτικός. Ουσιαστικά κατ’ αυτόν τον τρόπο λύνονται τα χέρια της Δικαιοσύνης. Ο κατηγορούμενος δεν θα δικαστεί ως πολιτικός (φέρνοντας έτσι σε δύσκολη θέση τους δικαστικούς λειτουργούς), αλλά ως απλός πολίτης. Και αν τελικώς αθωωθεί θα έχει την ευκαιρία να επανέλθει στην πολιτική εξαγνισμένος, καθαρός. Κυρίως, δε, θα έχει αποδείξει ότι δεν αισθάνεται «κολλημένος» με την καρέκλα. Πολύ περισσότερο, δεν θα φέρει το στίγμα του ανθρώπου που αθωώθηκε μόνο και μόνο επειδή ήταν δημόσιος λειτουργός…
Δ. Τζ.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 10.08.2008
Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε την κίνηση του κ. Όλμερτ με αντίστοιχες περιπτώσεις πολιτικών στη χώρα μας που κατηγορούνται για διαφθορά, παράνομες χρηματοδοτήσεις κ.ο.κ., θα παρατηρήσουμε μια σημαντική διαφορά: Στην Ελλάδα οι πολιτικοί που βρίσκονται στη δίνη του κυκλώνα σπανίως έχουν την τόλμη να παραιτηθούν και στη συνέχεια να «αποδείξουν την αθωότητά τους». Κι όταν αυτό συμβαίνει, επί της ουσίας δεν πρόκειται για παραίτηση, αλλά για αποπομπή, η οποία βαφτίζεται «παραίτηση» για λόγους εντυπώσεων.
Είναι άραγε το πολυθρύλητο νέκταρ της εξουσίας που κλείνει ορισμένους πολιτικούς στον δικό τους μικροκόσμο, καθιστώντας τους αδιάφορους για το τι επιτάσσει η κοινή λογική σε αυτές τις περιπτώσεις; Ή μήπως η αλαζονεία, που παρατηρείται επίσης συχνά στους κόλπους της εξουσίας; Δεν έχει και τόση σημασία. Η εικόνα που μένει στον πολίτη είναι αυτή ενός πολιτικού που αρνείται πεισματικά να αφήσει τη θέση που κατέχει.
Για ποιο λόγο, όμως, να παραιτηθεί κάποιος πολιτικός από το αξίωμά του εφόσον –σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητας– είναι αθώος μέχρι να αποδειχτεί τελεσίδικα το αντίθετο, θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος. Αν και η κίνηση έχει το συμβολισμό της, ο λόγος είναι και (κυρίως) πρακτικός. Ουσιαστικά κατ’ αυτόν τον τρόπο λύνονται τα χέρια της Δικαιοσύνης. Ο κατηγορούμενος δεν θα δικαστεί ως πολιτικός (φέρνοντας έτσι σε δύσκολη θέση τους δικαστικούς λειτουργούς), αλλά ως απλός πολίτης. Και αν τελικώς αθωωθεί θα έχει την ευκαιρία να επανέλθει στην πολιτική εξαγνισμένος, καθαρός. Κυρίως, δε, θα έχει αποδείξει ότι δεν αισθάνεται «κολλημένος» με την καρέκλα. Πολύ περισσότερο, δεν θα φέρει το στίγμα του ανθρώπου που αθωώθηκε μόνο και μόνο επειδή ήταν δημόσιος λειτουργός…
Δ. Τζ.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 10.08.2008

