Δευτέρα, Αυγούστου 18, 2008

Το παράδειγμα του κ. Όλμερτ

Όποια αισθήματα κι αν τρέφει κανείς για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, στην προκειμένη περίπτωση οφείλει να του βγάλει το καπέλο. Όντας κατηγορούμενος για παράνομη χρηματοδότηση από αμερικανό επιχειρηματία, καθώς και για «χλιδάτα» ταξίδια στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Μεταφορών, ο κ. Εχούντ Όλμερτ ανακοίνωσε πριν από λίγες μέρες την απόφασή του να παραιτηθεί. Και την αιτιολόγησε ως εξής: «Θα παραιτηθώ των καθηκόντων με έντιμο, δίκαιο και υπεύθυνο τρόπο (…) και εν συνεχεία θα αποδείξω την αθωότητά μου».

Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε την κίνηση του κ. Όλμερτ με αντίστοιχες περιπτώσεις πολιτικών στη χώρα μας που κατηγορούνται για διαφθορά, παράνομες χρηματοδοτήσεις κ.ο.κ., θα παρατηρήσουμε μια σημαντική διαφορά: Στην Ελλάδα οι πολιτικοί που βρίσκονται στη δίνη του κυκλώνα σπανίως έχουν την τόλμη να παραιτηθούν και στη συνέχεια να «αποδείξουν την αθωότητά τους». Κι όταν αυτό συμβαίνει, επί της ουσίας δεν πρόκειται για παραίτηση, αλλά για αποπομπή, η οποία βαφτίζεται «παραίτηση» για λόγους εντυπώσεων.

Είναι άραγε το πολυθρύλητο νέκταρ της εξουσίας που κλείνει ορισμένους πολιτικούς στον δικό τους μικροκόσμο, καθιστώντας τους αδιάφορους για το τι επιτάσσει η κοινή λογική σε αυτές τις περιπτώσεις; Ή μήπως η αλαζονεία, που παρατηρείται επίσης συχνά στους κόλπους της εξουσίας; Δεν έχει και τόση σημασία. Η εικόνα που μένει στον πολίτη είναι αυτή ενός πολιτικού που αρνείται πεισματικά να αφήσει τη θέση που κατέχει.

Για ποιο λόγο, όμως, να παραιτηθεί κάποιος πολιτικός από το αξίωμά του εφόσον –σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητας– είναι αθώος μέχρι να αποδειχτεί τελεσίδικα το αντίθετο, θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος. Αν και η κίνηση έχει το συμβολισμό της, ο λόγος είναι και (κυρίως) πρακτικός. Ουσιαστικά κατ’ αυτόν τον τρόπο λύνονται τα χέρια της Δικαιοσύνης. Ο κατηγορούμενος δεν θα δικαστεί ως πολιτικός (φέρνοντας έτσι σε δύσκολη θέση τους δικαστικούς λειτουργούς), αλλά ως απλός πολίτης. Και αν τελικώς αθωωθεί θα έχει την ευκαιρία να επανέλθει στην πολιτική εξαγνισμένος, καθαρός. Κυρίως, δε, θα έχει αποδείξει ότι δεν αισθάνεται «κολλημένος» με την καρέκλα. Πολύ περισσότερο, δεν θα φέρει το στίγμα του ανθρώπου που αθωώθηκε μόνο και μόνο επειδή ήταν δημόσιος λειτουργός…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 10.08.2008

Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2008

Η «περιπέτεια» του Πεκίνου και ο νόμος του Μέρφυ

Αν και μας χωρίζουν πέντε μέρες από την τελετή έναρξης του Πεκίνου, οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Κίνας μπορούν ήδη να χαρακτηριστούν… περιπετειώδεις. Πριν από λίγους μήνες τα γεγονότα στο Θιβέτ έβαλαν σε σκέψεις αρκετούς δυτικούς ηγέτες για το αν πρέπει να παραστούν στην τελετή έναρξης ή όχι. Μάλιστα πολλοί στη Δύση μίλησαν με καθόλου κολακευτικά λόγια για τις πρακτικές του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος (λογοκρισία, βία έναντι των Θιβετιανών μοναχών). Έπειτα, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή εξέφρασε τις ανησυχίες της για την πορεία των εργασιών στα γήπεδα, νοτιοκορεάτικο τηλεοπτικό δίκτυο διέρρευσε απόρρητα πλάνα από την πρόβα της τελετής έναρξης και το αμερικανικό Κογκρέσο μέσω ψηφίσματός του κατηγόρησε το Πεκίνο για τις επιδόσεις του στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, την περασμένη Πέμπτη, οκτώ μόλις μέρες πριν από την έναρξη των Αγώνων πέντε ρωσίδες αθλήτριες του στίβου αποβλήθηκαν από τους Αγώνες, καθώς βρέθηκαν θετικές σε έλεγχο χρήσης αναβολικών ουσιών.

Τέσσερα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών της Αθήνας άπαντες συζητούσαν για θέματα οργανωτικής φύσεως και, κυρίως, για το (εφιαλτικό) σενάριο μιας τρομοκρατικής επίθεσης –ήταν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους. Τελικά –με εξαίρεση την υπόθεση Κεντέρη – Θάνου– όλα κύλησαν ομαλά, οι Κασσάνδρες διαψεύσθηκαν και σήμερα μιλάμε ίσως για τους καλύτερους Αγώνες όλων των εποχών. Ποιος όμως μπορεί να ισχυρισθεί το ίδιο και για τους Αγώνες του Πεκίνου, χωρίς να κινδυνεύσει να εκτεθεί;

Αυτό που απασχολεί πολύ έντονα τους κινέζους αξιωματούχους τούτες τις μέρες δεν είναι καθαυτή η διοργάνωση, αλλά η εικόνα που θα περάσει η Κίνα στον υπόλοιπο κόσμο. Και αν αυτή η εικόνα δεν είναι καλή, απλώς την αποσιωπούμε ή την φτιασιδώνουμε. Έτσι, ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο σε συνοικία μεταναστών στο κέντρο της κινεζικής πρωτεύουσας καλύπτεται αυτές τις μέρες από παραπετάσματα, αφού οι ιδιοκτήτες των κτιρίων δεν αποδέχτηκαν την κατεδάφισή τους. Όταν δε στο site της Διεθνούς Αμνηστίας «ανέβηκε» έκθεση για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, η πρόσβαση στη συγκεκριμένη σελίδα απαγορεύτηκε. Πρόκειται για συνήθη πρακτική του καθεστώτος: όσες εφημερίδες, δημοσιογράφοι, χρήστες του διαδικτύου, ακόμα και μη κυβερνητικές οργανώσεις εναντιώνονται ή απλά διαφωνούν με τις κυβερνητικές θέσεις φιμώνονται…

Μόνιμη ανησυχία για τους διοργανωτές αποτελεί και η προστασία του περιβάλλοντος. Έχοντας δώσει υποσχέσεις για καθαρό περιβάλλον κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, η Κρατική Διοίκηση Περιβαλλοντικής Προστασίας θέσπισε μια αυστηρότερη περιβαλλοντική στρατηγική σε περίπτωση «εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών», στρατηγική που θα εφαρμοστεί μόνο κατά τη διάρκεια των Αγώνων. Ήδη τα εργοστάσια στην ευρύτερη περιοχή έχουν μειώσει την παραγωγή ή έχουν κλείσει. Την ίδια ώρα δύο εκατομμύρια οχήματα έχουν απομακρυνθεί από τους δρόμους της πρωτεύουσας, καθιστώντας τη ζωή των κατοίκων πιο δύσκολη.

Ενώ οι κινεζικές αρχές έχουν ήδη αρκετούς λόγους να προβληματίζονται, την Πέμπτη το βράδυ έγινε γνωστός ο αποκλεισμός πέντε αθλητριών της ρωσικής ομάδας, οι οποίες βρέθηκαν να έχουν καταναλώσει παράνομες ουσίες. Έτσι, ένα ακόμη σύννεφο κάνει την εμφάνιση του στον ουρανό του Πεκίνου. Όχι ότι προκάλεσε έκπληξη το γεγονός, καθότι το ντόπινγκ τείνει να γίνει συνώνυμο του (πρωτ)αθλητισμού, αλλά όσο να ‘ναι η εξέλιξη αυτή δεν είναι ό,τι καλύτερο τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Όπως γράφει ο Τζερέ Λόνγκμαν στους «New York Times», τα τελευταία γεγονότα έρχονται σε μια στιγμή που οι Αγώνες του Πεκίνου αντιμετωπίζονται με προβληματισμό για τη μόλυνση του περιβάλλοντος, τα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τους περιορισμούς στην πρόσβαση στο διαδίκτυο για τους 20.000 δημοσιογράφους που θα καλύψουν τους Αγώνες.

Σύμφωνα με τον νόμο του Μέρφυ αν κάτι ξεκινήσει στραβά δε μπορεί παρά να τελειώσει και στραβά. Ευχόμαστε οι αγώνες του Πεκίνου να στεφτούν με επιτυχία, αλλά τα ευχολόγια από μόνα τους μάλλον δεν αρκούν...

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 03.08.2008

Δευτέρα, Ιουλίου 28, 2008

Το Όσκαρ του Χιθ Λέτζερ

Είναι δυνατόν τα όσα γράφουν οι κριτικοί κινηματογράφου για την ερμηνεία ενός ηθοποιού (και μάλιστα σε δεύτερο ρόλο) να δημιουργήσουν τόσο θόρυβο, τόσες προσδοκίες και τόση αδημονία στο κοινό για την προβολή μιας ταινίας; Και αυτές οι προσδοκίες όχι μόνο να μην διαψεύδονται με την προβολή της, αλλά να συμπαρασύρουν και μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών και κριτικών κινηματογράφου; Ο «Σκοτεινός Ιππότης» του Κρίστοφερ Νόλαν πετυχαίνει όλα τα παραπάνω, ενώ κάνει νέο ρεκόρ εισπράξεων (153 εκατομμύρια δολάρια στο πρώτο σαββατοκύριακο προβολής). Είναι πράγματι μια πολύ καλοστημένη παραγωγή, με έναν αρκετά «γήινο» Μπάτμαν, ενώ δίνει βάρος περισσότερο στους χαρακτήρες και λιγότερο στα εφέ, εν αντιθέσει με τις προηγούμενες μεταφορές του ομώνυμου κόμικ στο σελιλόιντ. Ωστόσο, τις εντυπώσεις δεν κερδίζει ο άψογος Κρίστοφερ Νόλαν (σκηνοθεσία), ούτε ο πολύ καλός Κρίστιαν Μπέιλ (Μπάτμαν), αλλά ο Χιθ Λέτζερ ως Τζόκερ.

Ο Αυστραλός ηθοποιός έφυγε πρόωρα από τη ζωή στις 22 Ιανουαρίου σε ηλικία 29 ετών, μετά από υπερβολική κατανάλωση υπνωτικών χαπιών. Σε μια συνέντευξη του λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ο Λέτζερ είχε δηλώσει ότι η ερμηνεία του στον «Σκοτεινό Ιππότη» είναι ό,τι καλύτερο έχει κάνει στην καριέρα του. Πράγματι, ο Λέτζερ ερμηνεύει πειστικότατα και σχεδόν ανατριχιαστικά έναν μασκοφόρο αναρχικό που επιδιώκει να φέρει το χάος στην (φανταστική) πόλη Γκόθαμ. Αυτή η ερμηνεία, όμως, φαίνεται ότι τον στοίχειωσε. Μπήκε τόσο βαθιά στον ρόλο του παρανοϊκού κλόουν που δεν κατάφερε να διαχειριστεί τα συναισθήματα του. Έμενε άυπνος για νύχτες, αναγκάστηκε να παίρνει χάπια, ώσπου κατέρρευσε.

Ο Λέτζερ τα τελευταία χρόνια φαινόταν πιο ώριμος από ποτέ. Πριν από τρία χρόνια πρωταγωνίστησε στο εξαιρετικό «Brokeback Mountain», ανεβάζοντας κατακόρυφα τις μετοχές του στο κινηματογραφικό στερέωμα, για να έρθει ο ρόλος του Τζόκερ, η τελευταία του ολοκληρωμένη δουλειά. Ο «Χίθι» –όπως του άρεσε να τον αποκαλούν– θεωρείται το φαβορί για το Όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου και εν πολλοίς δικαιολογημένα. Δίνει σάρκα και οστά σε έναν «κακό» που θα θυμόμαστε για χρόνια. Δηλώσεις στήριξης της (μεταθανάτιας) υποψηφιότητάς του έχουν κάνει μεταξύ άλλων οι συμπρωταγωνιστές του στον «Σκοτεινό Ιππότη» σερ Μάικλ Κέιν και Γκάρι Όλντμαν, καθώς και ο διακεκριμένος Αμερικανός κριτικός του περιοδικού «Rolling Stone» Πίτερ Τράβερς.

Στον αντίποδα, ο κριτικός Τζέισον Σόλομονς υποστηρίζει στον «Guardian» ότι δε θα γινόταν τόση φασαρία αν δεν μιλάγαμε για το πολυαναμενόμενο μπλογκμπάστερ του καλοκαιριού και αν το φιλμ δεν είχε μετατραπεί ουσιαστικά σε επιτύμβιο του Λέτζερ. Ο Σόλομονς πιστεύει ότι το καλό μάρκετινγκ σε συνδυασμό με ένα φορτισμένο συναισθηματικά κοινό, δημιουργεί την απαίτηση να πάει το Όσκαρ στον Λέτζερ. «Κανείς δε θέλει να μιλήσει άσχημα για το νεκρό, ούτε να τον νικήσει στα βραβεία» καταλήγει.

Τι κι αν ο Λέτζερ δε μπορεί να συγκριθεί με άλλους κακούς του σινεμά όπως ο Μάρλον Μπράντο στο «Αποκάλυψη τώρα» ή ο Μπράιαν Κοξ στο «Χάνιμπαλ», όπως υποστηρίζει ο Βρετανός κριτικός. Ούτε βέβαια η προδιάθεση του κοινού δε μπορεί να μειώσει –πόσο μάλλον να αναιρέσει– μια σπουδαία ερμηνεία. Ναι, ο νεκρός πάντοτε δεδικαίωται. Όμως, ο Αυστραλός ηθοποιός, ο πρώτος μη Αμερικάνος και ο νεότερος σε ηλικία που υποδύεται τον Τζόκερ αξίζει με την ερμηνεία του το βραβείο. Και δε θα είναι καθόλου χαριστικό…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 27.07.2008