Δευτέρα, Δεκεμβρίου 29, 2008

Η «επαναστατική γυμναστική» και η ισχύς των νόμων

Τελικά φαίνεται πως σε αυτή τη χώρα έχουμε χάσει εντελώς την αίσθηση του μέτρου. Δεν εξηγείται αλλιώς! Τις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες για την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου διαδέχτηκαν οι καταστροφές και οι μολότοφ. Δεν μείναμε όμως εκεί. Ακολούθησαν αρκετά δείγματα αυτού που συνοπτικά ονομάζουμε «επαναστατική γυμναστική».

Εν αρχή ήταν οι βανδαλισμοί σε μνημεία στο κέντρο της πόλης. Εντάξει! Ας πούμε ότι αυτά εντάσσονται στο πεδίο δράσης των «μπαχαλάκηδων», οπότε δε μπορούμε να τα κρίνουμε με βάση την κοινή λογική. Δυστυχώς, όμως, ακολούθησαν και άλλα τέτοια «επαναστατικά» και μάλιστα από ανθρώπους χωρίς κουκούλες! Από τα γιαούρτια στον δημοσιογράφο του ΣΚΑΪ και τα μελομακάρονα στον δήμαρχο Θεσσαλονίκης, μέχρι την κατάληψη στούντιο ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών και τη διακοπή παράστασης Εθνικού Θεάτρου. Χειρότερα: κάποιοι τα έβαλαν ακόμα και με το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Δήμου Αθηναίων μπροστά στα απορημένα μάτια των μικρών παιδιών!

Το πρόβλημα εν προκειμένω εντοπίζεται στην λανθασμένη αντίληψη που έχουμε για τα δικαιώματα μας. Είθισται σε περιπτώσεις αναταραχών (μετά από πορείες, επεισόδια κλπ.) να νομιμοποιούνται «επαναστατικώ δικαίω» οι κάθε είδους παρανομίες. Αν δε εφαρμοζόταν ο νόμος και λ.χ. ο κύριος που μαύριζε τον Ρήγα Φεραίο στην οδό Πανεπιστημίου ή εκείνος που έγραφε συνθήματα στο κτίριο της Ακαδημίας συλλαμβάνονταν θα ακούγαμε τα μύρια όσα. Άσχετα αν η φθορά δημόσιας περιουσίας είναι ποινικό αδίκημα.

Να δεχθούμε την άποψη ορισμένων ότι σημασία δεν έχει η πράξη αυτή καθ’ αυτή αλλά ο συμβολισμός της. Ποιος όμως ορίζει που τελειώνει η «επανάσταση» (έστω η «συμβολική αντίδραση») και που αρχίζει η κοινή λογική (εφαρμογή του νόμου); Μήπως με το να δικαιολογείς βανδαλισμούς και παράνομες ενέργειες ανοίγεις τον ασκό του Αιόλου και πιθανώς στο μέλλον να δικαιολογήσεις και άλλα χειρότερα που θα συμβούν για «συμβολικούς λόγους»; Και σε τελική ανάλυση για ποιον λόγο υπάρχουν οι νόμοι αν διαλέγουμε ποιους θα τηρήσουμε και ποιους όχι ανάλογα με το κατά πόσον ταιριάζουν με τα πιστεύω μας;

Ας μην γελιόμαστε. Υπάρχουν κάποιοι κώδικες συμπεριφοράς που μας επιτρέπουν να συμβιώνουμε. Η γραπτή τους εκδοχή είναι οι νόμοι. Καλώς ή κακώς οι νόμοι ισχύουν για όλους και πρέπει να εφαρμόζονται από όλους. Όποιοι παρανομούν πρέπει να έχουν και τις ανάλογες συνέπειες. Τουλάχιστον έτσι είθισται να συμβαίνει στις δημοκρατίες.

Δ. Τζ.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 20, 2008

Η τελευταία ευκαιρία της κυβέρνησης

Έστω και καθυστερημένα ο πρωθυπουργός έπραξε το αυτονόητο: αναγνώρισε τις ευθύνες της κυβέρνησης στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Ευθύνες που η κοινή γνώμη –με βάση τις δημοσκοπήσεις– επέρριπτε στη ΝΔ και που η τελευταία αποποιούταν, προφανώς για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Αυτό είναι ένα καλό σημάδι. Είναι μια ένδειξη ότι ο κ. Καραμανλής αντιλήφθηκε την δυσφορία της κοινωνίας και επιδιώκει να κερδίσει την χαμένη εμπιστοσύνη του κόσμου στην κυβέρνησή του. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν πρόκειται να συμβεί με μια απλή (ετεροχρονισμένη και υπαγορευμένη από το βαρύ κλίμα) δήλωση συγνώμης. Καλά τα λόγια, αλλά πάνω απ’ όλα οι πολίτες περιμένουν πράξεις.

Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση έχει εξαντλήσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο και πλέον η κοινωνία την αντιμετωπίζει με μεγάλη επιφυλακτικότητα, ακόμα και με προκατάληψη. Κατά συνέπεια δεν θα έχει πολλές ευκαιρίες για να αναστρέψει την –σύμφωνα με όλες τις τελευταίες δημοσκοπήσεις– εις βάρος της κατάσταση. Για την ακρίβεια η κυβέρνηση έχει μια τελευταία ευκαιρία: τον επικείμενο ανασχηματισμό.

Το κακό για την ΝΔ είναι ότι οι αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα έχουν εδώ και καιρό προαναγγελθεί και κατά συνέπεια δεν υπάρχει το πλεονέκτημα του επικοινωνιακού αιφνιδιασμού. Το συγκεκριμένο γεγονός, όμως, μπορεί να λειτουργήσει τελικά υπέρ της κυβερνώσας παράταξης, η οποία σ’ αυτά τα πέντε χρόνια έχει αυτοεγκλωβιστεί πολιτικά, λειτουργώντας σε μεγάλο βαθμό με όρους επικοινωνίας. Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, οι αλλαγές πρέπει να είναι σαρωτικές και να μην εξαντληθούν σε μια απλή ανακατανομή χαρτοφυλακίων. Ο κ. Καραμανλής οφείλει να δείξει την πόρτα της εξόδου στους εμπλεκόμενους στην υπόθεση Βατοπεδίου υπουργούς, αποδεικνύοντας εμπράκτως ότι έλαβε το μήνυμα της κοινωνίας. Πρέπει επίσης να αποπέμψει όσους υπουργούς αποδείχτηκαν ανεπαρκείς στο ρόλο που τους ανατέθηκε. Πρέπει, με λίγα λόγια, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να παραχθεί επιτέλους πολιτική, μακριά από σκάνδαλα και τη συνακόλουθη παραφιλολογία. Ας μην ξεχνάμε ότι στις χρόνιες αδυναμίες της χώρας μας (γραφειοκρατία, υψηλό δημόσιο χρέος, διαφθορά κλπ.) έχει πλέον προστεθεί και η διεθνής οικονομική κρίση που καθιστά επιτακτική την ανάληψη πρωτοβουλιών.

Από τις αποφάσεις του πρωθυπουργού θα κριθεί εν πολλοίς το μέλλον της κυβέρνησης. Αν ο κ. Καραμανλής τολμήσει θα έχει την ευκαιρία να διεκδικήσει με καλές πιθανότητες την επανεκλογή του στο αξίωμα του πρωθυπουργού. Σε διαφορετική περίπτωση η επόμενη τετραετία θα βρει τη ΝΔ στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης…

Δ. Τζ.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2008

Χώρα σε αφασία

Ο θάνατος του Αλέξη είναι χωρίς αμφιβολία ένα τραγικό γεγονός. Προφανώς τίποτα δε συγκρίνεται με την ανθρώπινη απώλεια. Όμως, γίνεται να παραλύει ολόκληρη η χώρα επειδή ένας (πιθανόν παράφρονας) αστυνομικός σκότωσε έναν πολίτη; Είναι δυνατόν η δολοφονία ενός ανθρώπου να βγάζει από εκατοντάδες πολίτες τα πιο ζωώδη ένστικτά τους;

Ας μη γελιόμαστε: δεν πρόκειται για περιστατικό «κρατικής βίας» (όπως πολλοί βιάστηκαν να πουν προκειμένου να δικαιολογήσουν τα όσα αδικαιολόγητα επακολούθησαν), αλλά για κρούσμα ηλιθιότητας του ενός. Οι γνωστοί «μπαχαλάκηδες» βρήκαν την αφορμή που επιζητούσαν για να βάλουν νομιμοποιητικό μανδύα στις πράξεις τους.

Το εύρος της καταστροφής είναι αδιανόητα μεγάλο. Η Αθήνα και αρκετές πόλεις της περιφέρειας θύμιζαν εμπόλεμη ζώνη. Επί τέσσερις ημέρες εκατοντάδες «αγανακτισμένοι πολίτες» κατέβαζαν βιτρίνες, κατέστρεφαν περιουσίες, έσπαγαν, έκαιγαν, πλιατσικολογούσαν. Είναι απίστευτο, αλλά η «οργή» των «αντιεξουσιαστών» κατέστρεψε μνημεία που ακόμα και ο Γερμανός κατακτητής σεβάστηκε (ρίξτε μια ματιά στο κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης).

Δυστυχώς το θέμα δεν είναι μόνο η μανία όσων συμμετείχαν στους βανδαλισμούς, που έλλογο ον δεν μπορεί να διανοηθεί. Είναι –σε δεύτερο έστω πλάνο– και η πρόχειρη και εν πολλοίς λαϊκιστική διαχείριση της υπόθεσης από την πλευρά των πολιτικών μας ταγών. Η μεν κυβέρνηση επέδειξε ανεπάρκεια χειρισμών και προφανώς χρεώνεται την αδυναμία της αστυνομίας να κάνει τη δουλειά της. Η δε αξιωματική αντιπολίτευση τη μια μίλαγε για εθνική συναίνεση και την άλλη –με τα επεισόδια σε πλήρη εξέλιξη– ζητούσε «εδώ και τώρα εκλογές». Το κερασάκι στην τούρτα ήταν στάση του προέδρου της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κ. Αλαβάνος ανέφερε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι το κόμμα του είναι μεν «κατηγορηματικά αντίθετο με τη βία», αλλά «δεν δέχεται να μηδενίζεται η νεολαία, ακόμη και ο νέος που σηκώνει μία πέτρα αρκεί να μην το κάνει εξ επαγγέλματος»!

Την ίδια ώρα χιλιάδες μαθητές διαδήλωναν κάνοντας τη δική τους επανάσταση (ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν) με αφορμή ένα τυχαίο (και ομόφωνα καταδικαστέο) περιστατικό. Ονειρεύονται έναν διαφορετικό κόσμο, ακούμε, αλλά η διεκδικητικότητα τους δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο διακύβευμα. «Να σταματήσουν να σκοτώνουν οι μπάτσοι παιδιά» φωνάζει το πλήθος. Μα ήταν απλώς ένας τρελός!

Αυτή είναι η εικόνα μιας χώρας σε πλήρη αφασία. Η εικόνα μιας κοινωνίας που έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και σκιαμαχεί με τον ίδιο της τον εαυτό. Την περιγράφει ακόμα καλύτερα η «International Herald Tribune»: «Το γεγονός ότι ο θάνατος ενός εφήβου, που σίγουρα είναι τραγικός, μπορεί να γονατίσει μια ολόκληρη χώρα, αποκαλύπτει τη βαθιά πολιτική, κοινωνική και οικονομική αναταραχή στην Ελλάδα, μία πυριτιδαποθήκη μεταμφιεσμένη σε λειτουργική δημοκρατία της μεσαίας τάξης».

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 14.12.2008

Κυριακή, Δεκεμβρίου 07, 2008

Ο «πράσινος» επίτροπος

Σε μια περίοδο που το σκάνδαλο του Βατοπεδίου και ο τρόπος διαχείρισης της χρηματοπιστωτικής κρίσης απαξιώνουν περισσότερο την πολιτική στα μάτια της κοινωνίας και επιτείνουν το κλίμα απαισιοδοξίας για το αύριο, η ανακήρυξη ενός Έλληνα πολιτικού ως προσώπου της χρονιάς από έγκυρο ευρωπαϊκό έντυπο, είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.

Ο λόγος για τον επίτροπο Περιβάλλοντος της Ε.Ε. κ. Σταύρο Δήμα. Ο Κορίνθιος πολιτικός ψηφίστηκε από τους αναγνώστες της εξειδικευμένης σε κοινοτικά θέματα εφημερίδας «European Voice» (εκδίδεται από τον «Economist») «Ευρωπαίος επίτροπος της χρονιάς». Ο κ. Δήμας χαρακτηρίζεται ως «ένας από τους ηγέτες της πράσινης επανάστασης» ενώ πιστώνεται την σημαντική δράση που ανέπτυξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά τη διάρκεια του έτους για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών.

Δεν είναι μόνο ο τρόπος που προσεγγίζει τα ζητήματα που σχετίζονται με τον τομέα ευθύνης του. Πέραν του ρεαλιστικού (και όχι κινδυνολογικού) λόγου που εκφέρει, ο κ. Δήμας έχει αποδείξει στα τέσσερα χρόνια που βρίσκεται στη θέση του επιτρόπου Περιβάλλοντος ότι βάζει πάνω απ’ όλα την ευθύνη που έχει αναλάβει. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει συγκρουστεί ουκ ολίγες φορές με συναδέλφους του στην Κομισιόν, όπως ο επίτροπος Βιομηχανίας κ. Γκίντερ Φερχόιγκεν («Ελευθεροτυπία» 4.12.2008). Καίτι στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος, έχει ασκήσει κριτική ακόμα και στην ελληνική κυβέρνηση για την ολιγωρία της σε περιβαλλοντικά ζητήματα. Όπως είχε πει κάποτε και ο ίδιος «δεν είμαι Έλληνας επίτροπος, αλλά επίτροπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής».

Ο κ. Δήμας βρέθηκε περίπου από… σπόντα στις Βρυξέλλες, όταν έμεινε εκτός κυβέρνησης μετά την εκλογική νίκη της Νέας Δημοκρατίας το 2004. Στον ρόλο που του ανατέθηκε τα πήγε παραπάνω από καλά και έδωσε απαντήσεις σε όσους αμφισβήτησαν τις ικανότητες του.

Κάπως έτσι καταρρέει και ο μύθος περί έλλειψης «πάγκου» στην κυβερνητική παράταξη. Αξιόλογα στελέχη υπάρχουν και δυστυχώς δεν αξιοποιούνται.

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 07.12.2008

Κυριακή, Νοεμβρίου 30, 2008

Για την υπόθεση Βατοπεδίου

Η υπόθεση Βατοπεδίου που μας απασχολεί τους τελευταίους μήνες έχει πολλές πτυχές, περίπου όσα είναι και τα ερωτήματα που παραμένουν ακόμα αναπάντητα. Δυστυχώς δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μάθουμε πολλά περισσότερα για το θέμα από τη διαδικασία της εξεταστικής, ενώ τα στοιχεία που παρέχει η δημοσιογραφική έρευνα περνούν σχεδόν απαρατήρητα με τον καταιγιστικό ρυθμό που δημοσιοποιούνται.

Το μείζον ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί είναι ποιος βρίσκεται πίσω από τις επίμαχες ανταλλαγές οικοπέδων εις βάρος του ελληνικού Δημοσίου. Εδώ τα πράγματα είναι περίπου ξεκάθαρα. Η προκλητική μεταχείριση υπέρ της μονής (και εις βάρος των χρημάτων ημών) ξεκίνησε από υφυπουργούς του ΠαΣοΚ και κλιμακώθηκε κατά την πενταετία της Νέας Δημοκρατίας. Η κύρια λοιπόν ευθύνη αφορά τη σημερινή κυβέρνηση, η οποία προχώρησε και στις περισσότερες επαχθείς για το Δημόσιο συμφωνίες.

Αυτή η ευθύνη είναι περισσότερο πολιτική και όχι νομική. Οι αποφάσεις είχαν την βούλα δημόσιων οργάνων, οπότε τα στελέχη των δύο κυβερνήσεων ελέγχονται μόνο πολιτικά, για το εάν δηλαδή οι αποφάσεις τους ήταν λογικές, ορθές και όχι για το αν υπήρχε δόλος ή ενέργειες αντίθετες στο νόμο. Η απάντηση στο σκέλος των πολιτικών ευθυνών είναι νομίζω προφανής.

Τις δικές του ευθύνες έχει δίχως αμφιβολία και ο έτερος πρωταγωνιστής της υπόθεσης, ηγούμενος Εφραίμ. Ο κ. Εφραίμ εγκαλείται σε ένα άλλο πεδίο: αυτό της ηθικής. Είναι σαφές ότι οι κινήσεις του ηγούμενου, αν και ισχυροποίησαν τη μονή του, ωστόσο δε συνάδουν με το πνεύμα της θρησκείας που εκπροσωπεί. Ο ρόλος της θρησκείας είναι καθαρά πνευματικός και φυσικά όχι επιχειρηματικός. Έστω και αν «έκανα ό,τι έκανα για το καλό της μονής μου».

Το πιο λυπηρό είναι ότι ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου αδυνατεί να αντιληφθεί ότι με τα όσα πράττει ή λέει μόνο κακό κάνει στον εαυτό του. Δεν παρέστη στην εξεταστική επιτροπή, αλλά υπέβαλε υπόμνημα! Χειρότερα: αντί να προχωρήσει έστω και την ύστατη ώρα σε μια αυτοκριτική, εμφανίστηκε αλαζόνας, αποκαλώντας τους δημοσιογράφους «αλειτούργητους, αλιβάνιστους και μπερδεμένους».

Παραφράζοντας τον κ. Εφραίμ θα μπορούσαμε να πούμε ότι αλειτούργητοι, αλιβάνιστοι και (κυρίως) μπερδεμένοι πρέπει να είναι όλοι οι Έλληνες που δυσκολεύονται να αντιληφθούν πως η πνευματικότητα συνδυάζεται με τις business και πως η εκκλησία (έστω κομμάτι αυτής) μπαίνει στα εντελώς ξένα χωράφια του real estate…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 30.11.2008

Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2008

Ένα επικίνδυνο πείραμα

Μια ταινία δεν κρίνεται μόνο από την εισπρακτική της επιτυχία, αλλά και από το κατά πόσο κοινό και κριτικοί θα ασχοληθούν μαζί της. Η γερμανική ταινία «Το Κύμα» («Die Welle») πετυχαίνει και τα δύο. Πηγαίνει πολύ καλά σε επίπεδο εισπράξεων, ενώ κριτικοί και σινεφίλ την επαινούν διότι αγγίζει ένα θέμα ταμπού για τη γερμανική κοινωνία με αξιοθαύμαστη ωριμότητα.

Βασισμένο σε πραγματική ιστορία που έλαβε χώρα σε σχολείο της Καλιφόρνιας το 1967, το «Κύμα» έχει στον πυρήνα του ένα απλό ερώτημα: μπορεί να υπάρξει σήμερα μια νέα μορφή απολυταρχίας (όπως ο Ναζισμός) στην προηγμένη Δύση; Και αν ναι με ποιον τρόπο;

Ο Ράινερ Βένγκερ είναι καθηγητής σε λύκειο της Γερμανίας και αναλαμβάνει τη διδασκαλία του μαθήματος της Απολυταρχίας. Ο νεαρός καθηγητής όντας ριζοσπάστης ψάχνει έναν πρωτότυπο τρόπο διδασκαλίας και αποφασίζει να κάνει τους μαθητές του συμμέτοχους σε ένα πείραμα. Για μια εβδομάδα θα δρουν και θα συμπεριφέρονται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, με απόλυτη πειθαρχεία στον καθηγητή – αρχηγό. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο Ράινερ γίνεται «κύριος Βέγκνερ» και ζητάει από τους μαθητές να στέκονται όρθιοι όταν παίρνουν τον λόγο. Τις επόμενες μέρες το πείραμα παίρνει συγκεκριμένη μορφή: οι μαθητές φορούν τα ίδια ρούχα (αποκτώντας με αυτόν τον τρόπο μια ψευδαίσθηση ισότητας), ονοματίζουν το «κίνημα» τους (εξ ου και το «Κύμα» του τίτλου), ενώ τίθενται συγκεκριμένοι κώδικες επικοινωνίας. Έτσι η βασική αρχή λειτουργίας του σύγχρονου δημοκρατικού σχολείου καταστρατηγείται με τη σύμφωνη γνώμη της ομάδας: όποιος εκφράζει μια αντίθετη άποψη περιθωριοποιείται. Η δύναμη του «κινήματος» είναι η πειθαρχεία, ή καλύτερα η τυφλή υπακοή στον αρχηγό.

Στα μέσα της εβδομάδας το πείραμα αρχίζει να ξεφεύγει από τον αρχικό παιδαγωγικό του σχεδιασμό. Το «Κύμα» γίνεται ορμητικό, εξαπλώνεται σε ολόκληρο το σχολείο και τα μέλη του προχωρούν σε βανδαλισμούς και βίαιες ενέργειες για να προωθήσουν τις ιδέες τους. Παιδιά –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– ανώριμα και εύπλαστα, χειραγωγούνται εύκολα από τον πανέξυπνο καθηγητή. Στο μυαλό τους μόνο ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: «Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας».

Στην αρχή της ταινίας ο Βέγκνερ ρωτάει τους μαθητές του εάν πιστεύουν ότι θα μπορούσε να υπάρξει σήμερα κάτι αντίστοιχο με το Γ’ Ράιχ. Εκείνοι γελούν και «στολίζουν» με διάφορα κοσμητικά επίθετα τους φασίστες. Μόνο όταν το πείραμα φθάνει (ανορθόδοξα) στο τέλος του αντιλαμβάνονται πανικόβλητοι και τρομαγμένοι τον παραλογισμό στον οποίο είχαν οδηγηθεί (και συμμετάσχει).

Το «Κύμα», γράφει ο Τζόνι Ντι στον «Guardian», είναι μια προειδοποίηση για το πως απλά ψυχολογικά τρικ μπορούν να μετατρέψουν δυσφορούσες κοινωνικές ομάδες σε φασίστες και πόσο εύκολα μπορεί μια κοινωνία να μεταβληθεί σε δικτατορία. Ο σκηνοθέτης Ντένις Γκάνσελ στην ουσία μας καλεί να τοποθετήσουμε στη θέση του Βέγκνερ έναν λαοπλάνο ηγέτη (συχνά ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ δεν ξεκίνησε ως φασίστας) και στη θέση της τάξης («μια συνηθισμένη τάξη μαθητών που μετατράπηκε σε ζωντανή ενσάρκωση της νεολαίας του Χίτλερ» κατά τον αρθρογράφο) την κοινωνία.

Για να είμαστε ειλικρινείς το δημοκρατικό μας πολίτευμα δεν κινδυνεύει. Η δημοκρατία –τουλάχιστον στην Δύση– είναι εδραιωμένη, έχει γερά θεμέλια και τίποτα δε συνηγορεί στο ότι μπορεί να υπάρξει στο εγγύς μέλλον μια νέα μορφή φασισμού. Αυτό που μας προτείνει στην ουσία ο Γκάνσελ είναι απλώς να μην εφησυχάζουμε και να μην επαναπαυόμαστε, να μη θεωρούμε τίποτα δεδομένο και αυτονόητο, αλλά να είμαστε σε διαρκή επαγρύπνηση. Μόνο έτσι μπορούμε να αισθανόμαστε σίγουροι ότι δε θα ξαναζήσουμε τους εφιάλτες του (σχετικά πρόσφατου) παρελθόντος…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 23.11.2008

Τετάρτη, Νοεμβρίου 19, 2008

Ζητείται ηγέτης με όραμα

Σε περιόδους κρίσης (οικονομικής ή άλλης μορφής), όπως η σημερινή, η κοινωνία διακατέχεται από αίσθημα έντονης ανασφάλειας και οι άνθρωποι αναζητούν μια στιβαρή ηγεσία, έτσι ώστε να αισθάνονται λιγότερο εκτεθειμένοι. Η συγκεκριμένη ανάγκη της κοινωνίας να πιαστεί από κάπου οδηγεί σε δύο τινά: Από την μια την συσπειρώνει γύρω από έναν δυναμικό ηγέτη, ο οποίος διαχειρίζεται σωστά την κρίση (εν προκειμένω παραδείγματα τέτοιας συσπείρωσης είναι οι Σαρκοζί, Μέρκελ και Μπράουν, αλλά και ο Ομπάμα με τις προσδοκίες που έχει μέχρι τώρα δημιουργήσει). Όμως συμβαίνει και το αντίστροφο: σε τέτοιες στιγμές η ολιγωρία και η έλλειψη δυναμικής ηγεσίας φαίνεται περισσότερο, μεγεθύνει τα όποια λάθη και τις αδυναμίες και προφανώς επιτείνει το αίσθημα ανασφάλειας των πολιτών.

Έχουμε την αίσθηση ότι στην περίπτωση της χώρας μας ισχύει το δεύτερο. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει μια ηγεσία με φαντασία, με ζωντάνια, με σχέδιο και τόλμη, ηγεσία που θα μπορέσει να διαχειριστεί σωστά την οικονομική κρίση που –σε συνδυασμό με την πανθομολογούμενη κρίση του πολιτικού συστήματος– δημιουργεί κλίμα ρευστότητας στην κοινωνία. Δεν είναι μόνο τα «ήξεις – αφήξεις» σε σχέση με το πακέτο στήριξης των 28 δισ. ευρώ προς τις τράπεζες. Δεν είναι καν η προχειρότητα και οι λάθος πολιτικές από πλευράς κυβέρνησης (σε περίοδο οικονομικής κρίσης είναι αυτονόητο ότι δεν βάζεις νέους φόρους). Είναι η γενικότερη αίσθηση ότι δεν υπάρχει σε ολόκληρο το πολιτικό στερέωμα ηγέτης που να μπορεί να μας βγάλει από την άσχημη συγκυρία με τις λιγότερες δυνατές απώλειες.

Η αλήθεια είναι ότι ζηλέψαμε λίγο βλέποντας τον χαρισματικό Αφροαμερικανό Μπαράκ Ομπάμα να επελαύνει προς το Λευκό Οίκο. Μας γοήτευσε η ύπαρξη ενός πραγματικά άφθαρτου προσώπου, αυτοδημιούργητου, με φρέσκιες ιδέες και ηγετική φυσιογνωμία. Ενός πολιτικού που κάνει το χιλιοειπωμένο σλόγκαν της αλλαγής να μοιάζει ρεαλιστικό, εφικτό. Ζηλέψαμε επίσης την ενεργοποίηση του πολιτικού ενστίκτου των Αμερικανών, την αυτοργάνωση, την δραστηριοποίησή τους καθώς και τη συνακόλουθη μαζική προσέλευσή στις κάλπες. Ενός λαού που λατρεύουμε να μισούμε, που τόσες και τόσες φορές τον έχουμε κατηγορήσει (όχι άδικα πάντα) για υπέρμετρο καταναλωτισμό και αποχαύνωση και που τώρα μας παρέδωσε μαθήματα πολιτικοποίησης (και όχι κομματικοποίησης κατά τα ειωθότα στην Ελλάδα).

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι έναν ηγέτη τύπου Ομπάμα. Έναν πολιτικό ο οποίος θα καταφέρει αυτό που πέτυχε ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ. Ο Ομπάμα, λέει ο πολιτικός φιλόσοφος Μάικλ Σάντελ, ξύπνησε «έναν υπνώτοντα ιδεαλισμό, μια δίψα των Αμερικανών να υπηρετήσουν έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον εαυτό τους, μια λαχτάρα να ξαναγίνουν πολίτες» (Πάσχος Μανδραβέλης, «Η Καθημερινή» 09.11.2008). Με λίγα λόγια ζητείται ηγέτης με όραμα και πυξίδα που θα πείσει μια πλειοψηφική μάζα να τον ακολουθήσει…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 19.11.2008

Τρίτη, Νοεμβρίου 11, 2008

Τα δύσκολα για τον Ομπάμα είναι μπροστά…

Η εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ ανακούφισε εκατομμύρια ανθρώπους ανά τον πλανήτη. Αυτοί αντιμετώπιζαν –δικαίως ή αδίκως– τον Τζον Μακέιν ως συνεχιστή της οκταετίας Μπους. Όμως περισσότερο από αυτό έβλεπαν κάτι διαφορετικό στο πρόσωπο του Γερουσιαστή του Ιλινόις: έβλεπαν ένα καθαρό βλέμμα, έναν αυτοδημιούργητο κοσμοπολίτη Αφροαμερικανό με φρέσκιες ιδέες, ζωντανή απόδειξη πραγμάτωσης του «αμερικανικού ονείρου».

Αν θα είναι καλός πρόεδρος ο Μπαράκ Ομπάμα θα φανεί στην πορεία και θα το κρίνει –με μεγαλύτερη αποστασιοποίηση– ο ιστορικός του μέλλοντος. Πάντως μέχρι τώρα έχουμε ένα δείγμα γραφής σε σχέση με την προσωπικότητα και την ιδιοσυγκρασία του νέου προέδρου. Γιος μιας Αμερικανίδας και ενός Κενυάτη, μεγαλωμένος στην Τζακάρτα και τη Χονολουλού, ο Ομπάμα, έχει το ρητορικό χάρισμα και το επικοινωνιακό ταλέντο που κερδίζει τις μάζες, καθώς και ορισμένες φρέσκιες ιδέες για τον τρόπο άσκησης της πολιτικής. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με μεγάλες αντοχές και πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι αντιμετώπισε επιτυχώς την οικογένεια Κλίντον και επικράτησε έναντι του σκληροτράχηλου (ήρωα πολέμου) Τζόν Μακείν. Κυρίως: κατάφερε να πείσει την συντηρητική Αμερική να τον ψηφίσει, βάζοντας στην άκρη στερεότυπα και ιδεοληψίες του παρελθόντος.

Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά –και έχοντας κατά νουν το εύρος της νίκης του– ο κ. Ομπάμα φαίνεται αν μη τι άλλο ισχυρός μπροστά σε όσα έχει να αντιμετωπίσει. Κι αυτό γιατί παρά τα όσα πέτυχε μέχρι τώρα, τα δύσκολα είναι μπροστά. Με μια οικονομία σε ύφεση και με την ανεργία και τους πλειστηριασμούς να απειλούν την κοινωνική συνοχή, με το αδιέξοδο στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, με ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που χρήζει αναδιάρθρωσης, με τις υπεσχημένες φορολογικές μεταρρυθμίσεις που ειδικά σε αυτή την περίοδο κρίσης μοιάζουν επιβεβλημένες, κυρίως όμως με τον πλανήτη ολόκληρο να περιμένει από εκείνον μια διαφορετική προσέγγιση σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, βασισμένη στην συνεργασία και το διάλογο, ο Ομπάμα καλείται να αποδείξει τις ικανότητες, τις αντοχές του, αλλά και το κατά πόσον μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος από τα διάφορα λόμπυ της Ουάσιγκτον.

Η αλήθεια είναι ότι ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών θα κριθεί με βάση τα υπεσχημένα. Για το αν και κατά πόσον θα τηρήσει το χρονοδιάγραμμα αποχώρησης από το Ιράκ, για το αν θα θωρακίσει την αγορά απέναντι στην βουλιμία των golden boys, για τις φορολογικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που έχει προαναγγείλει, πάντοτε με βάση το διαφορετικό στυλ διακυβέρνησης για το οποίο μας έχει προϊδεάσει. Είναι δε αυτονόητο ότι θα κριθεί αυστηρά, εφόσον έχει δημιουργήσει τόσο υψηλές προσδοκίες σε τόσο πολύ κόσμο εντός και εκτός των ΗΠΑ…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 13.11.2008

Κυριακή, Νοεμβρίου 02, 2008

Επενδύοντας στην ελληνική γραφειοκρατία…

Στις 25 Μάιου 2007 οι (τότε) υπουργοί Μεταφορών κ. Μ. Λιάπης και Ναυτιλίας κ. Μ. Κεφαλογιάννης συμμετείχαν στην παρθενική πτήση υδροπλάνου στο Αιγαίο. Μόνο που τα υδροπλάνα με προορισμό μικρά νησιά της άγονης γραμμής σταμάτησαν να αποθαλασσώνονται περίπου δύο μήνες μετά, όταν τα φώτα της δημοσιότητας και τα φλας των φωτογράφων είχαν φύγει από το λιμάνι του Λαυρίου.

Μια ακόμη περίπτωση γραφειοκρατικών αγκυλώσεων και αδικαιολόγητης ολιγωρίας του κράτους. Ένα μείγμα που διώχνει τους σοβαρούς επενδυτές από τη χώρα μας. Όπως ανέφερε –με έκδηλη απογοήτευση– (στο ραδιόφωνο του «ΣΚΑΪ») ο κ. Μιχάλης Πατέλης, διευθύνων σύμβουλος της Air Sea Lines, εταιρείας που είχε αναλάβει να φέρει εις πέρας το εγχείρημα, είναι αποφασισμένος να μην περιμένει άλλο και να μεταφέρει τον στόλο του στα Βαλκάνια κα την Ιταλία.

Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η εταιρεία, μέχρι σήμερα έχει επενδύσει το ποσό των 20 εκατ. ευρώ. Δίχως αντίκρισμα, όμως, μιας και οι υποσχέσεις των δύο υπουργών για τη δημιουργία 26 υδατοδρομίων στα ακριτικά νησιά δεν έγιναν πραγματικότητα. Η κωλυσιεργία των αρμόδιων υπηρεσιών και η συμπεριφορά της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας είναι, σύμφωνα με τον κ. Πατέλη, ο λόγος που τα νησιά της άγονης γραμμής βλέπουν τις υποσχέσεις να μένουν στα λόγια.

«Φιλοδοξούμε να ολοκληρώσουμε ένα δίκτυο από σαράντα υδροπλάνα (…) για να καλύψουμε την άγονη γραμμή, για να προσφέρουμε ποιοτικές υπηρεσίες σε όλους τους Έλληνες πολίτες κυρίως στους ακρίτες (…). Είναι μια υποχρέωση της ελληνικής πολιτείας, που η κυβέρνηση θα υλοποιήσει στο ακέραιο». Αυτά δήλωνε ο κ. Μανώλης Κεφαλογιάννης στις 17 Ιουνίου του 2007, στο προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στο Ηράκλειο. Ο υπουργός αντικαταστάθηκε μετά από τρεις μήνες. Μαζί με αυτόν φαίνεται ότι άλλαξε (ως είθισται) και η στρατηγική για τη δημιουργία υδροδρομίων που θα έκαναν τους κατοίκους των ακριτικών νησιών να αισθάνονται λιγότερο απομονωμένοι.

Η γραφειοκρατία και η έλλειψη σοβαρού σχεδίου από πλευράς πολιτείας καθιστούν τις ιδιωτικές επενδύσεις στη χώρα μας μια υπόθεση για γερά νεύρα, πολλά (συχνά πεταμένα) χρήματα και αρκετή υπομονή. «Ξέρετε κανέναν επενδυτή που θεωρεί λογικό να επενδύσει χρήματα στην ελληνική γραφειοκρατία;» αναρωτιόταν ο κ. Πατέλης. Ρητορικό βέβαια το ερώτημα, αλλά τα αναπάντητα ερωτήματα παραμένουν, αφού το κράτος συνεχίζει να διώχνει τους επενδυτές. Δυστυχώς η πολυθρύλητη «επανίδρυση» παραμένει το ζητούμενο…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 02.11.2008

Κυριακή, Οκτωβρίου 26, 2008

Η δημόσια συζήτηση για τη θρησκεία

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο επίκεντρο των προεκλογικών συζητήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται τα ζητήματα της οικονομίας. Δε γινόταν διαφορετικά: σε μια τόσο άσχημη οικονομικά συγκυρία, όλα τα υπόλοιπα περνούν σε δεύτερο πλάνο. Πλην όμως –με τον έναν ή τον άλλο τρόπο– στο προσκήνιο βρίσκονται (και) τα θέματα που σχετίζονται με τη θρησκεία. Λίγο οι σχέσεις του Μπαράκ Ομπάμα με τον ριζοσπάστη πάστορα Τζερεμάϊα Ράιτ, κάτι η θρησκοληψία της υποψήφιας αντιπροέδρου Σάρα Πέιλιν (η οποία «συγκινεί» με τις θέσεις τις εκατομμύρια πολίτες) έχουν αναζωπυρώσει τις συζητήσεις περί θρησκείας στην Αμερική.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντοτε έτσι. Αν για παράδειγμα ζούσε σήμερα ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ και άκουγε την κ. Πέιλιν να αποδίδει στη θεία βούληση το φαινόμενο του θερμοκηπίου καθώς και την εισβολή στο Ιράκ, τον δε πάστορά της να διακηρύσσει ότι «προβλέπει αναταραχή στις χώρες που οι άνθρωποι μάχονται το Χριστό», σίγουρα θα αισθανόταν πολύ περίεργα. Ο ίδιος είχε τόσο ελάχιστη θρησκευτική ανατροφή, γράφει ο Τζέφρι Γουίτκροφτ στον «Guardian», ώστε χρειάστηκε να βαπτιστεί πριν εισέλθει στον Λευκό Οίκο.

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο της βρετανικής εφημερίδας ενδεχομένως ο τρόπος που αντιλαμβάνονται Ευρωπαίοι και Αμερικανοί την θρησκεία να είναι σήμερα το μεγαλύτερο χάσμα στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο Μίτ Ρόμνεϊ, ο μορμόνος υποψήφιος για το χρίσμα τον Ρεπουμπλικανών, μίλαγε σε άδειους ναούς στην Ευρώπη, ενώ ο Τόνι Μπλερ αποτέλεσε την παραφωνία μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών με την επίσημη διακήρυξη της πίστης του.

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού οι περί θρησκείας προβληματισμοί έχουν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Η Βρετανική Ένωση Ανθρωπιστών μαζεύει χρήματα (μέσω δωρεών και με τη στήριξη του συγγραφέα Ρίτσαρντ Ντόκινς) για να χρηματοδοτήσει ένα –αν μη τι άλλο– πρωτότυπο εγχείρημα: με τις 11.000 λίρες που φιλοδοξεί να συγκεντρώσει σκοπεύει να τοποθετήσει διαφημίσεις σε λονδρέζικα λεωφορεία, με σλόγκαν «Πιθανώς δεν υπάρχει Θεός. Τώρα σταματήστε να ανησυχείτε και χαρείτε τη ζωή σας». Στο όλο εγχείρημα περιλαμβάνεται και η δημιουργία site, όπου οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να αναζητούν περισσότερες πληροφορίες για την αθεΐα, καθώς και γκρούπ στην ηλεκτρονική σελίδα κοινωνικών επαφών Facebook.

Όμως τι οδήγησε μια μερίδα κόσμου σε αυτό το σημείο αντίδρασης έναντι της θρησκευτικής πίστης; Όπως γράφει –στην ηλεκτρονική έκδοση του «Guardian»– η δημοσιογράφος Άριαν Σερίν, πολλά από τα διαφημιστικά μηνύματα θρησκευτικού περιεχομένου τα οποία αναρτήθηκαν στα μέσα μαζικής μεταφοράς παρέπεμπαν σε διευθύνσεις στο Διαδίκτυο, που «υπόσχονταν» στους μη χριστιανούς μια αιώνια βασανισμένη ζωή στην κόλαση. Σύμφωνα μάλιστα με μια νέα διαφήμιση, η αποτυχία κάποιου να πιστέψει στον Θεό, τον καταδικάζει στην κόλαση. Αυτές οι διαφημίσεις, αναφέρει η Σερίν, μπορούν να επηρεάσουν όσους είναι ευάλωτοι.

Το στίγμα του εν λόγω εγχειρήματος δίνει με τον καλύτερο τρόπο ο Ρίτσαρντ Ντόκινς, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και συγγραφέας του πολυδιαβασμένου (και «αιρετικού») βιβλίου «Η περί Θεού αυταπάτη». Σύμφωνα με τον Ντόκινς η συγκεκριμένη εκστρατεία θα κάνει τον κόσμο να σκεφτεί. Και η σκέψη είναι ανάθεμα για τη θρησκεία.

Άσχετα από το ύφος των συζητήσεων και τις διαφορές στην προσέγγιση μεταξύ Ευρωπαίων και Αμερικανών, πιστών ή άθεων, ένα είναι σίγουρο: η θρησκεία αποτελεί ακόμα και σήμερα σημείο τριβής για εκατομμύρια ανθρώπους ανά την υφήλιο. Ίσως αυτό είχε στον νου του ο Γιάννης Τσαρούχης όταν έλεγε κάποτε ότι η εκκλησία είναι το μοναδικό θέατρο που παίζει επί 2.000 χρόνια το ίδιο έργο και έχει πάντα κόσμο…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 26.10.2008

Τρίτη, Οκτωβρίου 21, 2008

Κολωνία: Dom, πάρκα, μουσεία και Ρήνος…

Η Κολωνία είναι η μεγαλύτερη πόλη του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας και η τέταρτη μεγαλύτερη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με πληθυσμό περίπου 1.000.000 κατοίκους. Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Ρήνου, δυτικά του οποίου βρίσκονται τα σπουδαιότερα σημεία της πόλης.

Σήμα κατατεθέν της Κολωνίας είναι η Dom, ο γοτθικής κατασκευής καθεδρικός ναός (από τους ψηλότερους στον κόσμο) στο κέντρο της πόλης, απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Ξεκίνησε να κτίζεται στα μέσα του 13ου αιώνα, αλλά δεν ολοκληρώθηκε πριν από το 1880. Ενδεικτικό της σπουδαιότητάς του είναι το γεγονός ότι ανήκει στα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομίας της Unesco. Πολύ κοντά στην Dom βρίσκονται μερικά από τα σημαντικότερα μουσεία της πόλης, καθώς και το γραφείο εξυπηρέτησης τουριστών. Σε αυτό μπορεί να αναζητήσει κανείς οποιαδήποτε πληροφορία χρειάζεται για την πόλη, όπως επίσης χάρτες, οδηγούς, αναμνηστικά και εισιτήρια για οτιδήποτε συμβαίνει στην Κολωνία.

Στην Κολωνία τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη: όλα είναι οργανωμένα, όπως ακριβώς το γραφείο τουρισμού. Κάθε λεπτό αναχωρεί και ένα τρένο από τις δέκα πλατφόρμες του σταθμού της πόλης, συνήθως με ακρίβεια δευτερολέπτου. Επίσης, στο σταθμό λειτουργεί –εκτός των δεκάδων εμπορικών καταστημάτων– και ειδικός χώρος φύλαξης αποσκευών, προς διευκόλυνση των κατοίκων και (κυρίως) των επισκεπτών της πόλης.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την Κολωνία, πέρα από τον επιβλητικό Καθεδρικό ναό, αυτό είναι τα μεγάλα πάρκα στην καρδιά της πόλης. Γι’ αυτό και οι περίπατοι κοντά στον Ρήνο είναι πολύ ευχάριστοι Η Κολωνία είναι επίσης η χαρά του ποδηλάτη. Οι μεγάλοι πεζόδρομοι, σε συνδυασμό με τις ειδικές λωρίδες και το επίπεδο έδαφος καθιστούν τις ορθοπεταλιές μια καθ’ όλα διασκεδαστική δραστηριότητα.

Εξίσου ευχάριστη είναι και η κρουαζιέρα στον Ρήνο. Αν μάλιστα ο καιρός είναι καλός, ο ταξιδιώτης μπορεί να καθίσει στο κατάστρωμα και να έχει μια πανοραμική θέα της πόλης, με ηχητική «ξενάγηση» στα σημαντικότερα σημεία της (στα αγγλικά και τα γερμανικά).

Όταν μιλάμε για την Κολωνία, δεν πρέπει διαφεύγει της προσοχής μας ότι πρόκειται για μια πόλη που δίνει μεγάλη έμφαση στον πολιτισμό και τα γράμματα. Το πανεπιστήμιο της είναι από τα παλαιότερα της Ευρώπης, ενώ η πόλη φιλοξενεί και ορισμένα «πρωτότυπα» μουσεία. Στις όχθες του Ρήνου είναι κτισμένο το Schokoladen Museum, ένας φόρος τιμής στον αγαπημένο γλυκό πειρασμό μικρών και μεγάλων. Μια επίσκεψη στο συγκεκριμένο μουσείο αρκεί για να μάθει κανείς τα πάντα για τη σοκολάτα: πως και ποιοι την ανακάλυψαν, πώς παρασκευάζεται, πως διαφημιζόταν τότε και τώρα. Αφού ψωνίσουμε μερικές σοκολάτες για τα αγαπημένα μας πρόσωπα, θα πιούμε τον καφέ μας στην καφετέρια στο ισόγειο του μουσείου με θέα τον Ρήνο.

Ακριβώς δίπλα στο Μουσείο Σοκολάτας βρίσκεται το Μουσείο Αθλητισμού και Ολυμπιακών Αγώνων της Γερμανίας. Στους χώρους του ο επισκέπτης ξετυλίγει το κουβάρι του παγκοσμίου αθλητισμού, ξεκινώντας από ένα αρχαιοελληνικό γυμναστήριο και φτάνοντας μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972. Ενδιάμεσα έχει τη δυνατότητα να μάθει αρκετά στοιχεία για σχεδόν όλα τα ολυμπιακά αθλήματα, μέσα από βίντεο αλλά και αρκετά πιστά αντίγραφα (ρέπλικες).

Η Κολωνία είναι ακόμα γνωστή για το εκθεσιακό κέντρο «Koelnmesse». Στους χώρους του διεξάγονται κάθε χρόνο περίπου 2.000 συνδιασκέψεις, ενώ μόνο στην έκθεση «Photokina 2008» το επισκέφτηκαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι.

Τι είναι λοιπόν η Κολωνία; Πέρα από μια πολύ οργανωμένη τυπική γερμανική πόλη, είναι και τα σοκάκια της. Είναι η Dom, η παλιά πόλη, τα πάρκα, ο Ρήνος, η περίφημη τοπική μπύρα K lsh. Ή απλώς όπως λέει το σλόγκαν: Köln ist ein Gefühl, Η Κολωνία είναι ένα αίσθημα…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 21.10.2008

Τρίτη, Οκτωβρίου 14, 2008

Μαθήματα ποδοσφαιρικού πολιτισμού

Πριν από λίγες ημέρες, με αφορμή μια έκθεση, βρεθήκαμε στην Γερμανία, στην πόλη της Κολωνίας. Έτσι, μας δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε έναν αγώνα του γερμανικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, που θεωρείται απ’ τα καλύτερα στον κόσμο, αφού η τοπική ομάδα θα έδινε εντός έδρας αγώνα με την ομάδα της Σάλκε.

Αν και επρόκειτο για τοπικό ντέρμπυ, από νωρίς το απόγευμα της ημέρας του αγώνα οι φίλαθλοι των δύο ομάδων –προς έκπληξη μας– έκαναν βόλτες στην πόλη και στον σταθμό των τρένων, φορώντας μπλούζες και κασκόλ και τραγουδώντας για την ομάδα τους, χωρίς να συμβεί κανένα παρατράγουδο. Δυσκολευόμαστε να φανταστούμε αντίστοιχη εικόνα στους δρόμους ελληνικής πόλης.

Λίγες ώρες αργότερα, οι φίλαθλοι επιβιβάζονταν στον υπόγειο και εν συνεχεία στο τραμ με κατεύθυνση το γήπεδο. Σε αντίστοιχο αγώνα του ελληνικού πρωταθλήματος, π.χ. στο Ολυμπιακό Στάδιο, οι οπαδοί της μιας ομάδας θα χρησιμοποιούσαν τον ηλεκτρικό, ενώ της άλλης θα προσέρχονταν στο στάδιο με λεωφορεία, έτσι ώστε να αποφευχθούν τα επεισόδια. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν όλοι μαζί, στο ίδιο βαγόνι και τους ένωναν πολλά, σίγουρα περισσότερα απ’ όσα τους χώριζαν: η αγάπη τους όχι μόνο για την ομάδα τους, αλλά και για το άθλημα, η αίσθηση ότι συμμετέχουν σε μια γιορτή και το –απαραίτητο– μπουκάλι μπύρας ανά χείρας.

Η ίδια εικόνα και στο γήπεδο. Ο περισσότερος κόσμος βρισκόταν εκεί από νωρίς για λουκάνικα, μπύρες και… ποδοσφαιρικές συζητήσεις στα μαγαζιά πέριξ του «Rhein Energie Stadion». Ο αγώνας ξεκίνησε αφότου ένα ροκ συγκρότημα είχε σήκωσε όλο το στάδιο στο πόδι. Οι οπαδοί των δύο ομάδων ανακατεμένοι στις κερκίδες φώναζαν για την ομάδα τους, τραγουδούσαν, χωρίς να εκτοξεύουν μπουκάλια, δίχως να μουρμουρίζουν συνεχώς για τα σφυρίγματα του διαιτητή. Και όταν το παιχνίδι τελείωσε, έφυγαν όλοι ήσυχα και πολιτισμένα. Με λίγα λόγια είχαν μια συμπεριφορά που απέχει έτη φωτός από αυτή που χαρακτηρίζει το μέσο έλληνα οπαδό. Ο τελευταίος αντιμετωπίζει το παιχνίδι ως τον νυν υπέρ πάντων αγών όπου η ομάδα του ΠΡΕΠΕΙ ό,τι κι αν γίνει να κερδίσει. Ο γερμανός φίλαθλος αισθάνεται ότι είναι ένας εκλεκτός καλεσμένος σε μια ποδοσφαιρική γιορτή και δεν περνάει καν από το μυαλό του η σκέψη να την χαλάσει.

Ήταν ένα πολιτισμικό σοκ το οποίο ξεπεράσαμε με την επιστροφή μας στην Ελλάδα. Ανοίγοντας την τηλεόραση αντικρίσαμε ένα οικείο θέαμα: το ντέρμπυ της Θεσσαλονίκης είχε διακοπεί για μερικά λεπτά επειδή οπαδοί των γηπεδούχων πέταγαν ό,τι βρισκόταν εύκαιρο στους ποδοσφαιριστές της αντίπαλης ομάδας.

Όσοι από εσάς βρεθείτε κάποια στιγμή στην Γερμανία μη χάσετε την ευκαιρία να παρακολουθήσετε έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Θα πάρετε μερικά δωρεάν μαθήματα ποδοσφαιρικού savoir vivre από έναν λαό που λατρεύει το άθλημα, ακριβώς γιατί το βλέπει ως γιορτή και όχι ως πόλεμο...

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 15.10.2008

Δευτέρα, Οκτωβρίου 06, 2008

Η υπόθεση Δαϊλάκη και το ριάλιτι της πολιτικής μας ζωής

Είναι ίσως παράδοξο, αλλά μέσα από την υπόθεση Δαϊλάκη μπορούμε να βγάλουμε αρκετά χρήσιμα συμπεράσματα για τον τρόπο με τον οποίο ιεραρχούμε τη σπουδαιότητα των εξελίξεων στη χώρα μας και για το επίπεδο της πολιτικής (;) συζήτησης που γίνεται. Έτσι, ενώ όλος ο κόσμος προσπαθεί να βρει τις λύσεις στο κουίζ της χρηματοπιστωτικής κρίσης, στην Ελλάδα κυβέρνηση, αντιπολίτευση και ΜΜΕ διυλίζουν τον κώνωπα για ελάσσονος σημασίας ζητήματα. Ένας (άγνωστος) βουλευτής κάνει δηλώσεις κατά υπουργού σε τοπικό κανάλι και αυτό επισκιάζει τα πάντα! Ξαφνικά η κυβέρνηση βρίσκεται σε νευρική κρίση, σταματάει να παράγει έργο και φαντασιώνεται συνομωσίες, η αντιπολίτευση θριαμβολογεί ακατάσχετα (και ανεξήγητα) και τα ΜΜΕ τρίβουν τα χέρια τους.

Ο κ. Σταύρος Δαϊλάκης κέρδισε αυτό που (πιθανολογούμε) ότι επιζητούσε. Τα λίγα λεπτά –που τελικώς έγιναν μερικές ώρες– τηλεοπτικής δημοσιότητας. Επί δύο ημέρες (με εξαίρεση το 24ωρο της απεργίας στα ΜΜΕ) παρελαύνει από τα πάνελ των καναλιών και μονοπωλεί τον τηλεοπτικό χρόνο. Όχι μόνο με όσα δηλώνει κατά υπουργών, συνεργατών του πρωθυπουργού κλπ., αλλά καταφέρνοντας ταυτόχρονα να συζητούν άπαντες γι’ αυτόν: τι θα πει ο κ. Δαϊλάκης, άραγε θα παραιτηθεί, μήπως θα ιδρύσει νέο κόμμα με τον κ. Τατούλη, πώς θα αντιδράσει ο πρωθυπουργός στο περιστατικό; Αίφνης ο βουλευτής Δράμας έγινε το μοναδικό ζήτημα συζήτησης ανά την Ελλάδα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά κανείς δεν ασχολείται με το μείζον ζήτημα των τελευταίων εβδομάδων, την παγκόσμια χρηματοπιστωτική αστάθεια. Τι κι αν στην αμερικανική Γερουσία γίνονται διαπραγματεύσεις επί διαπραγματεύσεων για να ψηφιστεί ένα πολύ κρίσιμο νομοσχέδιο. Τι κι αν η κρίση χτυπάει πλέον την πόρτα μας. Το θέμα απουσιάζει παντελώς από τα δελτία και δεν φαίνεται να απασχολεί τους πολιτικούς μας. Το δε νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών για τη στήριξη των καταθετών έπαιξε στις ειδήσεις λίγο πριν από τα αθλητικά!

Το πρόβλημα τοποθέτησε στις σωστές του διαστάσεις ο Αλέξης Παπαχελάς στην «Καθημερινή» της περασμένης Τετάρτης. Σε όλο τον κόσμο αναμένουν τις κινήσεις Μπερνάνκι (προέδρου της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ) κι εμείς κρεμόμαστε από τα χείλη του κ. Δαίλάκη. Όπου Δαϊλάκης βάλτε τον οποιοδήποτε πολιτικό που επιθυμεί με κάθε τρόπο να γίνει πρώτο θέμα της δημοσιότητας.

Υπάρχει και κάτι χειρότερο από τη συζήτηση λάθος θεμάτων σε λάθος χρόνο. Πέρα από τη θεματολόγια, πρέπει να δούμε και το ύφος του δημοσίου διαλόγου. Στη χώρα μας τα πολιτικά θέματα συζητούνται με όρους ριάλιτι: υπουργός καρφώνει υπουργό, οι φήμες και τα κουτσομπολιά δίνουν και παίρνουν και ο κ. Δαϊλάκης αφού αποχωρεί (δια της διαγραφής) δηλώνει ότι ο κ. Καραμανλής δεν έχει καλούς συγκατοίκους. Το μόνο που μένει είναι να δούμε ποιος είναι ο επόμενος προς αποχώρηση από το ριάλιτι της πολιτικής μας ζωής…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 05.10.2008

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 29, 2008

Η άλλη Αμερική της 5ης Νοεμβρίου

Μας χωρίζουν μόλις πέντε εβδομάδες πριν από τη διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια –δίχως άλλο– πολυαναμενόμενη αναμέτρηση, με ξεκάθαρο, μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες φαβορί, που πλέον έχει γίνει «ντέρμπυ».

Ομπάμα ή Μακέιν; Το ερώτημα αυτό απασχολεί όχι μόνο τους Αμερικανούς πολίτες, αλλά και εκατομμύρια ανθρώπους εκτός των αμερικανικών τειχών. Κι αυτό γιατί οι πολιτικές της μοναδικής υπερδύναμης έχουν αντίκτυπο σε ολόκληρο τον κοσμο. Ένα πράγμα είναι σίγουρο: αν είχε τη δυνατότητα να ψηφίσει ο υπόλοιπος κόσμος –σύμφωνα με σφυγμομετρήσεις σε δεκάδες χώρες– ο Ομπάμα θα εκλεγόταν με πολύ μεγάλη διαφορά από τον ρεπουμπλικανό αντίπαλό του.

Ωστόσο, η εκλογή του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών είναι καθαρά εσωτερική υπόθεση. Οι πολίτες της χώρας θα είναι αυτοί που θα εκλέξουν τον διάδοχο του Τζορτζ Μπους, και σε πολλά ζητήματα –δυστυχώς ή ευτυχώς– έχουν πολύ διαφορετική προσέγγιση από τον μέσο Ευρωπαίο. Το παρήγορο είναι ότι σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ –όποιος και αν είναι– δε θα θυμίζει σε τίποτα τον προηγούμενο.

Οι Δημοκρατικοί θέλησαν –για ευνόητους λόγους– να παρουσιάσουν τον κ. Μακέιν ως συνεχιστή της πολιτικής Μπους. Σκέφτηκαν ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα έφθειραν περισσότερο τον γερουσιαστή από την Αριζόνα. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ο κ. Μακέιν απέχει παρασάγγας από το πρότυπο του νεοσυντηριτικού ρεπουμπλικανού. Έχει έρθει πάρα πολλές φορές σε ρήξη με το «κατεστημένο της Ουάσιγκτον» και έχει καταψηφίσει αρκετά νομοσχέδια της κυβέρνησης Μπους. Δεν μιλάει συνέχεια για τις φοροαπαλλαγές, που αποτελούν θέμα ταμπου για το ρεπουμπλιανικό κόμμα. Αν και χαρακτηρίζεται «φιλοπόλεμος», ωστόσο αντιτίθεται στα ακραία βασανιστήρια και στις φυλακές – κολαστήρια (Γκουαντάναμο), καθότι ο ίδιος είχε μια παρόμοια τραγική εμπειρία στα χέρια των Βιετκόνγκ. Για αυτό το λόγο επέλεξε τη Σάρα Πέιλιν για αντιπρόεδρο του. Επειδή ακριβώς εκείνος δεν είναι αρκούντως συντηρητικός για να πείσει τη βάση του κόμματός του.

Την δική του βασική αδυναμία επιδιώκει να καλύψει και ο Μπάρακ Ομπάμα, επιλέγοντας ως υποψήφιο αντιπρόεδρο τον 65χρονο γερουσιαστή Τζον Μπάιντεν. Ο Μπάιντεν θεωρείται αυθεντία σε θέματα εξωτερικής πολιτικής (η αχίλλειος πτέρνα του Ομπάμα), μιας και έχει διατελέσει πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της αμερικάνικης Γερουσίας. Όσο για τον μαύρο γερουσιαστή του Ιλινόις όλα είναι λίγο πολύ γνωστά. Το δυνατό του σημείο είναι η πολυπολιτισμική του ταυτότητα: Γιος μιας Αμερικανίδας και ενός Κενυάτη, μεγαλωμένος στην Τζακάρτα και τη Χονολουλού, ο Ομπάμα αποτελεί ίσως μια ζωντανή απόδειξη πραγμάτωσης του «αμερικάνικου ονείρου». Αν προσθέσετε στα παραπάνω το φιλελεύθερο, αντιπολεμικό του προφίλ και τις προοδευτικές ιδέες του, παίρνετε τον –κατά πολλούς– ιδανικό υποψήφιο.

Όπως όλα δείχνουν, στην επαύριο των αμερικανικών εκλογών ο πρόεδρος Μπους και όσα αυτός πρεσβεύει θα αποτελούν παρελθόν. Η μονομέρεια δεν θα είναι πια στρατηγική επιλογή για την Ουάσιγκτον. Είτε εκλεγεί ο –ξένος μέσα στο ίδιο του το κόμμα– Τζον Μακείν, είτε ο εκφραστής της αλλαγής (και πληρέστερος υποψήφιος αν θέλετε την άποψη μας) Μπαράκ Ομπάμα, το πρωί της 5ης Νοεμβρίου θα μιλάμε για μια άλλη, εντελώς διαφορετική Αμερική…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 28.09.2008

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 22, 2008

Στον αστερισμό του κ. Τατούλη

Πριν από περίπου δύο βδομάδες ο βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος κ. Πέτρος Τατούλης ανέβασε στο ιστολόγιο του ένα άκρως δηκτικό κείμενο 1.831 λέξεων. Σε αυτό καταφέρεται εναντίον του υπουργού Επικρατείας κ. Θ. Ρουσόπουλου και της συζύγου του κ. Μάρας Ζαχαρέα, απαντάει σε μια δήλωση της υπουργού Εξωτερικών κ. Ντ. Μπακογιάννη και κριτικάρει –εμμέσως– τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Φυσικά η αξιωματική αντιπολίτευση δεν άφησε ανεκμετάλλευτο το «δώρο» Τατούλη. Στελέχη του ΠαΣοΚ –ερμηνεύοντας το κείμενο του πρώην υφυπουργού– μίλησαν για βέλη εκ των έσω, που δημιουργούν ρήγμα στο εσωτερικό της ΝΔ, ενώ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο κ. Τατούλης αμφισβητεί ευθέως τον κ. Καραμανλή.

Δέκα ημέρες μετά, ο Αρκάς βουλευτής επανήλθε με νέα ανάρτηση. Σε αυτήν σχολιάζει την ομιλία του προέδρου του ΠαΣοΚ στη ΔΕΘ και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι «πράσινοι» δεν είναι έτοιμοι να κυβερνήσουν.

Αυτό ήταν! Από τη μια στιγμή στην άλλη, ο κ. Τατούλης «που λέει τα πράγματα με το όνομα τους» και δείχνει με τη στάση του πόσο διχασμένη είναι η κυβερνητική παράταξη, έγινε το πλέον αναξιόπιστο πρόσωπο! Το δε μπλογκ του κατακλύστηκε από μηνύματα αγανακτισμένων οπαδών του ΠαΣοΚ. Πιθανολογούμε ότι ήταν οι ίδιοι που λίγες μέρες πριν τον αποθέωναν.

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο Αρκάς βουλευτής έχει κατορθώσει να είναι το πρόσωπο των τελευταίων εβδομάδων αποτελώντας σημείο αναφοράς για ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Με τα όσα πράττει, λέει ή δεν λέει, γράφει, υπονοεί και καταλογίζει. Κυρίως όμως για την κριτική που ασκεί στην κυβέρνηση, δίνοντας τροφή στα κανάλια για συζητήσεις επί συζητήσεων, υποθέσεις, εικοτολογίες.

Πρώην στέλεχος του Επαναστατικού Κομμουνιστικού Κινήματος Ελλάδος (ΕΚΚΕ), ο κ. Τατούλης φαίνεται –όπως γράφτηκε κατά κόρον τις τελευταίες μέρες– πως είναι θιασώτης του μαοϊκού ρητού «μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση». Αν και κανείς δεν μπορεί να ξέρει επακριβώς τις προθέσεις του, είναι μάλλον η πίκρα εξαιτίας της αποπομπής του από την κυβέρνηση που τον έχει κάνει τόσο επικριτικό. Δεν εξηγείται αλλιώς: κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Πολιτισμού δεν ασκούσε καμία απολύτως κριτική, παρότι κάτι τέτοιο είθισται να συμβαίνει ακόμα και από εν ενεργεία υπουργούς.

Σαφώς, ως βουλευτής ο κ. Τατούλης δικαιούται (ή καλύτερα οφείλει) να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του, παρά τα όσα λέγονται περί «κομματικής πειθαρχίας». Η λογική του «μαντριού» είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Πλην όμως «είναι άλλο πράγμα η απόλυτη (κακώς εννοούμενη) κομματική πειθαρχία και άλλο το να συμφωνείς σε βασικές, προγραμματικού τύπου θέσεις με τον κομματικό φορέα που είσαι ενταγμένος. Γιατί αν πράγματι ο βουλευτής του κυβερνόντος κόμματος αισθάνεται τόσο μακριά ιδεολογικοπολιτικά από τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση του και εννοεί τα όσα λέει το καλύτερο που έχει να κάνει τόσο για την ΝΔ, όσο κυρίως γι’ αυτόν είναι να παραιτηθεί…». Αυτά γράφαμε παλαιότερα, όταν στη θέση του κ. Τατούλη ήταν ο κ. Πολύδωρας και ισχύουν απόλυτα στην περίπτωση του κ. Τατούλη.

Εν τέλει ίσως να μην μάθουμε ποτέ τους ακριβείς λόγους για τους οποίους ασκεί τόσο έντονη κριτική ο πρώην υφυπουργός. Και ίσως να μην έχει και τόση σημασία. Το θέμα είναι να αφήσουν στην άκρη κόμματα, και ΜΜΕ την παραπολιτική και να ασχοληθούν με την ουσία της πολιτικής. Διότι ναι μεν «πουλάει» η αντίθεση ενός βουλευτή στην κυβέρνηση του, ωστόσο έχουμε πολύ πιο σημαντικά θέματα να συζητήσουμε.

Όσο για τον κ. Τατούλη, με τον τρόπο που συμπεριφέρεται δίνει σάρκα και οστά σε ένα παλαιό ουγγαρέζικο ρητό: «Δεν έχει σημασία να παίρνεις ό,τι θες, αλλά να θες ό,τι παίρνεις».

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 24.09.2008

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 14, 2008

Μαριέττα Γιαννάκου

Λοιδορήθηκε όσο ελάχιστοι πολιτικοί. Δέχτηκε (και) χτυπήματα κάτω από τη μέση από μερίδα της εκπαιδευτικής κοινότητας, επειδή επιχείρησε το αυτονόητο: την αναγκαία μεταρρύθμιση στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πέρασε μια πολύ σοβαρή περιπέτεια με την υγεία της. Κι όμως, η κ. Μαριέττα Γιαννάκου κατάφερε να βγει νικήτρια από την μεγαλύτερη μάχη της ζωής της και δηλώνει παρούσα στα πολιτικά δρώμενα.

«Όταν κάτι ξεκινήσει στραβά δε μπορεί παρά να τελειώσει και στραβά» αναφέρει ο νόμος του Μέρφυ. Αυτό ισχύει εν μέρει και στην περίπτωση της κ. Γιαννάκου. Η γεννημένη στο Γεράκι Λακωνίας πολιτικός πέρασε ένα εξάμηνο που θα το θυμάται για όλη της τη ζωή. Το Σεπτέμβριο του 2007 απέτυχε να επανεκλεγεί βουλευτής στην Α’ Αθηνών, αλλά τα χειρότερα ήρθαν λίγους μήνες μετά: το Φεβρουάριο του 2008 υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό του δεξιού της ποδιού, μετά από κάταγμα που υπέστη. Φύσει αισιόδοξος άνθρωπος η τέως υπουργός δε το έβαλε κάτω και γλίτωσε τα χειρότερα. Στο πείσμα της οφείλεται το ότι –παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις– η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση έγινε τελικώς νόμος του κράτους. Σε αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα της αποδίδουν πολλοί και το αίσιο τέλος της περιπέτειας της υγείας της.

«Ενώ συνήθως οι άνθρωποι κάνουν πολλούς συμβιβασμούς στη ζωή τους, εγώ γίνομαι όλο και πιο ασυμβίβαστη όσο περνούν τα χρόνια και αυτό είναι το πρόβλημα» είχε δηλώσει παλαιότερα. Παρότι κανένα στέλεχος της κυβέρνησης –πλην του πρωθυπουργού– δεν τη στήριξε δημόσια την περίοδο των μεγάλων αναταραχών στο χώρο της Παιδείας εκείνη πέρασε το νομοσχέδιο. Δε συμβιβάστηκε –γι’ αυτό πολεμήθηκε– αλλά τελικώς τα κατάφερε. Η έλλειψη αλληλεγγύης από τους συναδέλφους της υπουργούς που βίωσε εκείνη την περίοδο είναι το πιο πικρό ποτήρι στην πολιτική της καριέρα, όπως δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξη στο περιοδικό «GK».

Όλα αυτά, όμως, ανήκουν πια στο παρελθόν και η κ. Γιαννάκου είναι έτοιμη για το μεγάλο came back στην πολιτική. Κι αυτό γιατί όταν ένας άνθρωπος έχει τόσο μεγάλη αγάπη για τη ζωή, τόσο πάθος για τα κοινά και είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά στοχοπροσηλωμένος είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα πετύχει αυτό που θέλει. Γιατί ό,τι δε σε σκοτώνει απλώς σε κάνει πιο δυνατό…

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 14.09.2008

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 09, 2008

Άλλη πολιτική για την τριτοβάθμια εκπαίδευση

Οι αριθμοί δεν λένε πάντοτε την αλήθεια, λέει το γνωστό μότο, όμως στην προκειμένη περίπτωση λένε πολλά. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα μετά την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ της χώρας, την προσεχή ακαδημαϊκή χρονιά 32 τμήματα ΤΕΙ θα έχουν μονοψήφιο αριθμό εισακτέων, ενώ την πύλη πέντε ιδρυμάτων δε θα περάσει κανένας φοιτητής! Τα νούμερα αυτά αφενός σοκάρουν, αφετέρου καταδεικνύουν την αποτυχία της πολιτικής που εφαρμόστηκε την τελευταία δεκαετία στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: της πολιτικής της ίδρυσης ΑΕΙ και ΤΕΙ σε (σχεδόν) κάθε περιφερειακή πόλη. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία δέκα χρόνια ιδρύθηκαν 60 (!) ιδρύματα ΑΕΙ, τα περισσότερα στην περιφέρεια.

Για να μην παρεξηγηθούμε: δεν είναι κακό να ιδρύονται νέα εκπαιδευτικά Ιδρύματα, κάθε άλλο. Πόσω μάλλον όταν αυτό γίνεται εκτός Αθηνών, συμβάλλοντας έτσι στην αποκέντρωση της γνώσης και την οικονομική ανάπτυξη των πόλεων αυτών. Το αντίθετο: στον 21ο αιώνα –τον λεγόμενο και αιώνα της εξειδίκευσης– είναι θεμιτό να δημιουργούνται καινούργια ιδρύματα, έτσι ώστε και ο υποψήφιος φοιτητής να έχει μεγαλύτερη γκάμα επιλογών και φυσικά να καλύπτονται και οι ανάγκες της αγοράς εργασίας. Λάθος είναι η δημιουργία ιδρυμάτων χωρίς σχεδιασμό, στοχεύοντας αποκλειστικά στην αύξηση του εσωτερικού τουρισμού και των παρελκόμενων αυτού (ενοίκια, καφετέριες, μαγαζιά, αυτό που με δυο λόγια λέμε «ενίσχυση της τοπικής αγοράς»). Λάθος είναι να μπαίνει σε πρώτη μοίρα η περιφερειακή ανάπτυξη –δια μέσου των ιδρυμάτων– και σε δεύτερη το ακαδημαϊκό κομμάτι. Λάθος επίσης είναι να δημιουργούνται τμήματα χωρίς γνωστικό αντικείμενο, τμήματα που δε διασφαλίζουν επαγγελματικά δικαιώματα στους αποφοίτους τους, άρα αυξάνουν τους δυνητικά ανέργους, μόνο και μόνο για να μπουν όλοι ή έστω οι περισσότεροι απόφοιτοι Λυκείου «κάπου» και να γίνει περισσότερο αρεστός ο χ υπουργός και το ψ κόμμα.

Αρκετά ιδρύματα κινδυνεύουν να κλείσουν ή (στην καλύτερη περίπτωση) να συγχωνευτούν. Το γεγονός από μόνο του είναι σημαντικό και δικαιολογεί την στροφή 180 μοιρών που πρέπει να γίνει στο οικοδόμημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε για μαγικές λύσεις. Αυτό που χρειάζεται είναι σχέδιο. Αυτό που σίγουρα δεν χρειάζεται είναι οι τακτικισμοί και τα μικροπολιτικά παιχνίδια εις βάρος του μεγαλύτερου κεφαλαίου που έχει αυτή η χώρα: της γνώσης.

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 05.09.2008

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2008

Ο πρωταθλητισμός, το ντόπινγκ και οι χορηγοί

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στα νούμερα που ακούγονται τις τελευταίες ημέρες στο παγκόσμιο αθλητικό στερέωμα θα τον πιάσει ίλιγγος. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, λοιπόν, έσπασαν 43 παγκόσμια ρεκόρ. Ο κολυμβητής Μάικλ Φελπς, καταρρίπτοντας το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, πέτυχε το… ακατόρθωτο, να συγκεντρώσει δηλαδή 8 χρυσά ολυμπιακά μετάλλια, σε μια μόνο διοργάνωση. Στον στίβο ο Ουσέιν Μπολτ έκανε τα 100 μέτρα σε χρόνο 9.69’’ και –λίγες ώρες αργότερα– έκανε νέο παγκόσμιο ρεκόρ στα 200 μέτρα. Στον χώρο του ποδοσφαίρου η Ρεάλ Μαδρίτης προσφέρει 52 εκατομμύρια ευρώ για να εντάξει στους κόλπους της τον Νταβίντ Βίγια, ενώ ο Ριβάλντο αφήνει τη χώρα μας, επειδή ομάδα από το Ουζμπεκιστάν του προσφέρει συνολικά απολαβές 10 εκατομμυρίων ευρώ για δύο χρόνια.

Απίστευτες επιδόσεις και πολύ χρήμα. Σε αυτά τα δύο στοιχεία φαίνεται ότι στηρίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα του (πρωτ)αθλητισμού. Το σχήμα είναι απλό: Τα χρήματα τροφοδοτούν τις επιδόσεις, αλλά η κάνουλα κλείνει όταν ο αθλητής σταματήσει να φέρνει στους χορηγούς του (ή στην ομάδα του) τα αναμενόμενα ποσά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η επιτυχία γίνεται αυτοσκοπός για τον αθλητή. Θα κάνει τα πάντα για να επιτύχει. Θα θέσει σε κίνδυνο ακόμα και την υγεία του.

Αναπόφευκτα φτάνουμε στον ρόλο των υπηρεσιών ελέγχου του ντόπινγκ, οι οποίες καλούνται να προστατεύσουν το κύρος του αθλητισμού καθώς και τα ιδανικά του ευ αγωνίζεσθαι. Σε παγκόσμιο επίπεδο αρμόδια για τους ελέγχους είναι η Διεθνής Αρχή Καταπολέμησης Ντόπινγκ (WADA) και σε εθνικό οι αντίστοιχες Αρχές της κάθε χώρας. Μόνο που στη χώρα μας όχι μόνο δεν φαίνεται να υπάρχουν σοβαροί ελεγκτικοί μηχανισμοί, αλλά η ίδια η Πολιτεία είναι αυτή που χωρίς υπερβολή οδηγεί τους αθλητές στη χρήση αναβολικών ουσιών. Το ισχύον νομικό πλαίσιο –που όπως είπε ο υφυπουργός Αθλητισμού θα αλλάξει σύντομα– προβλέπει για τους ολυμπιονίκες (1η – 8η θέση) πριμ που φτάνουν το ποσό των 190.000 ευρώ, βαθμό αξιωματικού στον στρατό, άδεια πρακτορείου ΠΡΟΠΟ, και εισαγωγή σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ! («Η Καθημερινή» 24.08.2008). Το δέλεαρ είναι αδιαμφισβήτητα πολύ μεγάλο για ένα νεαρό αθλητή και είναι δύσκολο να αντισταθεί στις «σειρήνες» των αναβολικών. Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί την ατομική ευθύνη του τελευταίου. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του.

Ποια είναι, λοιπόν, η λύση στο πρόβλημα του ντόπινγκ; Όχι βέβαια η επιστροφή στον ερασιτεχνικό αθλητισμό! Και οι αθλητές επαγγελματίες είναι και πρέπει να βγάζουν τα προς το ζην. Λύση δεν είναι ούτε καν ο εξοστρακισμός των χορηγών από τον αθλητισμό. Το πρόβλημα δεν είναι οι χορηγίες, αλλά η νοοτροπία. Άρα η μάχη δεν θα κερδηθεί μέσω παράλογων απαγορεύσεων. Το ζήτημα είναι να καλλιεργηθεί στους πολίτες μια κουλτούρα η οποία να ευνοεί τον μαζικό αθλητισμό και όχι τον –με οποιοδήποτε κόστος– πρωταθλητισμό. Για να συμβεί, όμως, αυτό δεν χρειάζονται νέα νομοσχέδια, αλλά κυρίως όραμα. Ένα όραμα το οποίο οφείλει η πολιτική και αθλητική ηγεσία να μεταδώσει στην κοινωνία. Πρέπει επίσης η Αρχή Καταπολέμησης του Ντόπινγκ να πάρει πιο σοβαρά το ρόλο της. Πρέπει, με λίγα λόγια, να καταδικάσουμε όλοι νοοτροπίες του τύπου «ντοπέ είναι μόνο όποιος πιάνεται» και εκείνους που τις πρεσβεύουν…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 31.08.2008

Κυριακή, Αυγούστου 31, 2008

Οι άγνωστες, πανέμορφες Μικρές Κυκλάδες

Απέχουν λίγα ναυτικά μίλια από τη Νάξο και… έτη φωτός από το στυλ και την αισθητική που κυριαρχεί στα μεγάλα νησιά του Αιγαίου. Μπορούν –χωρίς ίχνος υπερβολής– να χαρακτηριστούν επίγειοι παράδεισοι, μιας και η εκπληκτική ομορφιά του τοπίου συνδυάζεται με τους αργούς ρυθμούς ζωής και τις δαντελένιες ακρογιαλιές. Και όμως, η Ηρακλειά και τα Κουφονήσια –αποτελούν μαζί με τη Σχοινούσα και τη Δονούσα τις Μικρές Ανατολικές Κυκλάδες– είναι terra incognito, άγνωστη περιοχή, για τους περισσότερους από εμάς.

Η Ηρακλεία βρίσκεται μόλις δεκαοκτώ ναυτικά μίλια νότια της Νάξου. Έχει εμβαδόν 18 τετραγωνικά χιλιόμετρα και περίπου 120 κατοίκους. Η χλωρίδα και η πανίδα της είναι πλούσια, ενώ στη θαλάσσια περιοχή γύρω απ’ το νησάκι εμφανίζονται μερικά απειλούμενα είδη ψαριών. Επίσης, άξια αναφοράς είναι το εντυπωσιακό σπήλαιο του Αη Γιάννη και τα ερείπια του ναού του Δια.

Με το που φτάνεις στην Ηρακλειά είσαι «αναγκασμένος» να αφήσεις πίσω σου τις συνήθειες της μεγαλούπολης. Στην κεντρική παραλία δίπλα στο λιμάνι κανείς δεν χρησιμοποιεί ομπρέλα. Δεν χρειάζεται. Τα πεύκα σχηματίζουν ένα φυσικό τείχος προστασίας από τον ήλιο. Επίσης στην Ηρακλειά μην κάνετε τον κόπο να αναζητήσετε τράπεζες, βενζινάδικα και ταξί, διότι απλούστατα δεν υπάρχουν. Μάλιστα, η μοναδική Αρχή στο νησί είναι ο κοινοτάρχης.

Περίπου μισή ώρα από την Ηρακλειά, νοτιανατολικά της Νάξου και δυτικά της Αμοργού βρίσκεται το μικρότερο (με μόλις 3,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα έκταση) και πιο πυκνοκατοικημένο νησί των Κυκλάδων: το Κουφονήσι. Σε αντίθεση με το γειτονικό, σχεδόν ακατοίκητο Κάτω Κουφονήσι, το Κουφονήσι ή πάνω Κουφονήσι είναι γεμάτο ζωή. Οι 350 κάτοικοι απασχολούνται στη μεγάλη τους πλειοψηφία στον τομέα της αλιείας.

Οι παραλίες είναι –όπως και στην Ηρακλειά– μοναδικές: βραχώδεις, μικρές και ερημικές, σχεδόν ιδιωτικές, με νερά δροσερά και πεντακάθαρα. Αρκεί να μην κάνετε το λάθος να πάτε στην «τουριστική» παραλία δίπλα στο λιμάνι, εκεί που κατευθύνεται η μεγάλη πλειονότητα των τουριστών που έρχονται για λίγες ώρες από την Νάξο ή την Πάρο. Τα τελευταία χρόνια το νήσι επισκέπτονται γνωστοί επιχειρηματίες και άνθρωποι των μέσων ενημέρωσης. Ωστόσο το μέρος παραμένει μαγικό και οι τιμές λογικές, ή καλύτερα για όλα τα βαλάντια. Όπως μας είπε μια κάτοικος του νησιού η διανυκτέρευση στο Κουφονήσι κοστίζει από 40 μέχρι 210 ευρώ. Ανάλογα τις διαθέσεις και το πορτοφόλι…

Αν λοιπόν σας βγάλει ο δρόμος στην Πάρο ή τη Νάξο μη διστάσετε να πάτε μια μονοήμερη κρουαζιέρα στα δύο νησάκια των Μικρών Κυκλάδων. Το κόστος είναι λογικό και το κρουαζιερόπλοιο έχει δρομολόγια κάθε μέρα. Το πιο πιθανό είναι να ερωτευτείτε το μέρος και να θέλετε να μείνετε μέρες. Εξάλλου διακοπές δεν είναι μόνο το πολύβουο trendy νησί, με τα μεγάλα club και το σετ ξαπλώστρα – ομπρέλα – φρέντο στην παραλία. Αρκεί βέβαια να μην σας πειράζει που σε ορισμένες παραλίες το κινητό δεν πιάνει. Όπως λέει και η ταμπέλα που καλωσορίζει τον επισκέπτη στο Κουφονήσι, «εδώ δε θα σας ανακαλύψει κανείς»…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 27.08.2008

Πέμπτη, Αυγούστου 28, 2008

Μισή ώρα σε ένα ταξί

Μόλις είχα αποβιβαστεί από το πλοίο στο λιμάνι του Πειραιά επιστρέφοντας από τις καλοκαιρινές διακοπές και αναζητούσα –όπως και οι περισσότεροι– ταξί για να κατευθυνθώ στον προορισμό μου. Δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα να βρεις ταξί αργά τη νύχτα, στα μέσα Αυγούστου, στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας. Με προσεγγίζει ένας οδηγός ταξί από την παρακείμενη πιάτσα και με ρωτάει που πηγαίνω. Αν και παράλογη η ερώτηση –ο οδηγός οφείλει να σε πάει όπου του ζητήσεις– τελικά κατευθύνομαι προς το ταξί. Ο οδηγός με αφήνει εκεί και φεύγει. Έξω από το όχημα περιμένει ήδη μια κυρία, η οποία πηγαίνει σχετικά κοντά σε μένα. Μετά από περίπου δέκα λεπτά ο ταξιτζής ξαναεμφανίζεται με άλλες δύο κοπέλες –ευτυχώς πηγαίνουμε στο ίδιο μέρος– και (επιτέλους) ξεκινάμε!

Είμαστε στην αριστερή λωρίδα, λίγα μόλις μέτρα από το λιμάνι και ετοιμαζόμαστε να στρίψουμε αριστερά. Το ίδιο θέλει να κάνει και ο οδηγός που βρίσκεται μπροστά μας, στη μεσαία λωρίδα. Έχει βγάλει εγκαίρως φλας, ωστόσο ο οδηγός δε τον έχει δει. Γλιτώνουμε το τρακάρισμα, όχι όμως και τον καβγά. Τα δύο οχήματα σταματούν στη μέση του δρόμου και οι οδηγοί διαπληκτίζονται λεκτικά. Ευτυχώς ήμασταν τέσσερις μέσα στο ταξί, «διότι αν ήμουν άδειος θα κατέβαινα και θα…».

Ξεπερνάμε κι αυτόν τον σκόπελο. Μέχρι το τέλος της διαδρομής δεν υπήρξε κάποιο άλλο απρόοπτο. Πέρα από τα «αυτονόητα». Ο (επαγγελματίας) οδηγός δεν ήταν συνεπής στην εφαρμογή του ΚΟΚ: δύο – τρεις φορές έβγαλε φλας σε ολόκληρη τη διαδρομή, ενώ για bluetooth ούτε λόγος. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι δεν έκοψε απόδειξη, ούτε βέβαια μας υποχρέωσε να φορέσουμε ζώνη ασφαλείας.

Το συγκεκριμένο περιστατικό θα μπορούσε να είναι φανταστικό, ωστόσο είναι πέρα για πέρα αληθινό. Φοβάμαι, δε, ότι δεν είναι καθόλου μεμονωμένο. Ο καθένας μας θα μπορούσε να διηγηθεί κάποια παρόμοια εμπειρία σε ταξί. Κακοί επαγγελματίες υπάρχουν παντού, ωστόσο στον κλάδο των αυτοκινητιστών δεν είναι λίγοι.

Όσο φταίνε οι κακοί επαγγελματίες, άλλο τόσο φταίμε κι εμείς που τους δίνουμε το δικαίωμα να συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος. Δε θα διαφωνήσω. Ακόμα κι έτσι, όμως, οι ευθύνες των συγκεκριμένων ανθρώπων είναι μεγάλες. Με τις ενέργειες τους ζημιώνουν έναν ολόκληρο κλάδο, καθώς ευνοούν τη δημιουργία στερεοτύπων και την παγίωση μιας καθόλου κολακευτικής εικόνας για τους οδηγούς ταξί στα μάτια του μέσου πολίτη.

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 22.08.2008

Παρασκευή, Αυγούστου 22, 2008

Τι είδους τουρισμό θέλουμε;

Το θλιβερό περιστατικό με τον νεαρό Αυστραλό που ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου πριν από δύο εβδομάδες στη Μύκονο θα πρέπει να μας προβληματίσει. «Μπράβους» μπορείς να συναντήσεις παντού στον κόσμο. Ωστόσο εδώ δεν μιλάμε απλώς για ένα «μεμονωμένο περιστατικό», όπως ειπώθηκε από πολιτικούς παράγοντες. Οι μεθυσμένοι (συχνά Βρετανοί) τουρίστες και οι «πορτιέρηδες» που δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους είναι, δυστυχώς, ο κανόνας σε πολλά ελληνικά νησιά.

Αν οι νεαροί Βρετανοί έρχονται στη χώρα μας αναζητώντας «ήλιο, σεξ και ηδονιστική νυχτερινή ζωή» –όπως αναφέρει η εφημερίδα «Guardian»– κάποιοι τους δίνουν την αντίστοιχη δυνατότητα. Το κυρίαρχο ελληνικό τουριστικό μοντέλο προσδιορίζεται στην ορολογία του τουρισμού με δύο λέξεις: «all inclusive». Δηλαδή, ο τουρίστας αγοράζει από την χώρα του ένα πακέτο διακοπών στο οποίο είναι (σχεδόν) όλα προπληρωμένα εντός του ξενοδοχείου. Αν και το μοντέλο αυτό αφορά πιο πολύ οικογένειες με παιδιά, ωστόσο φαίνεται πως υπάρχουν αντίστοιχα πακέτα και για τους νεαρούς τουρίστες. Με μια διαφορά: στην τιμή πολλές φορές συμπεριλαμβάνεται ξενάγηση, όχι στα αξιοθέατα αλλά στα club (sic) του νησιού και κατανάλωση συγκεκριμένης ποσότητας αλκοόλ. Εναλλακτικά προσφέρεται απεριόριστη κατανάλωση αλκοόλ με λίγα μόνο ευρώ.

Όμως όταν σπέρνεις ανέμους αργά ή γρήγορά θα θερίσεις θύελλες. Καταρχάς το μοντέλο αυτό είναι «άσχημο»: Αποτρέπει μια σημαντική μερίδα τουριστών να επισκεφτούν δημοφιλείς ελληνικούς προορισμούς, επειδή δεν αισθάνονται καθόλου ασφαλείς. Τα στοιχεία που δημοσιεύει η βρετανική εφημερίδα σοκάρουν και αποκαλύπτουν το μέγεθος του προβλήματος: το 2006 1.000 Βρετανοί εισήλθαν σε κάποιο νοσοκομείο στη χώρα μας, ενώ αναφέρθηκαν στην αστυνομία 39 περιπτώσεις βιασμού. Μάλιστα, το περασμένο καλοκαίρι μέσα σε μια μόλις εβδομάδα υπήρξαν τρεις θάνατοι, τρεις περιπτώσεις σοβαρού τραυματισμού, τρεις βιασμοί και εννέα συλλήψεις βρετανών πολιτών, κι όλα αυτά μόνο στην περιοχή Λαγανάς στη Ζάκυνθο!

Το συγκεκριμένο μοντέλο εκτός του ότι λειτουργεί αποτρεπτικά για χιλιάδες τουρίστες, αποδεικνύεται και μη προσοδοφόρο. Αν και –όπως ανέφερε ο υπουργός Τουριστικής Ανάπτυξης– οι αφίξεις τουριστών στη χώρα μας το φετινό καλοκαίρι φαίνονται αυξημένες σε σχέση με πέρυσι, ωστόσο δεν παρουσιάζεται η αντίστοιχη αύξηση στα έσοδα (οι αφίξεις αυξάνονται κατά 6% και οι τουριστικές εισπράξεις μόλις κατά 2,5%). Είναι λογικό: οι τουρίστες που επιλέγουν τα συγκεκριμένα πακέτα διακοπών (μεταξύ των οποίων και αρκετοί νεαροί Βρετανοί) δεν ξοδεύουν παρά ελάχιστα χρήματα στον προορισμό τους. Έτσι η αύξηση του τουρισμού είναι άνευ αντικρίσματος, αφού δεν εμφανίζεται στην οικονομία. Με λίγα λόγια ο τουρισμός δεν αυξάνεται ούτε ποιοτικά, αλλά τελικώς ούτε και ποσοτικά.

Πρέπει, λοιπόν, να αναζητήσουμε ένα καινούργιο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης; Κατά τη γνώμη μας ναι. Με τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης η χώρα μας έχει να χάσει πολλά στον τομέα του τουρισμού: τόσο σε επίπεδο εντυπώσεων, όσο και στο πεδίο της οικονομίας. Πόσω μάλλον όταν αυτά τα δύο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα…

Δ. Τζ.

Δευτέρα, Αυγούστου 18, 2008

Το παράδειγμα του κ. Όλμερτ

Όποια αισθήματα κι αν τρέφει κανείς για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, στην προκειμένη περίπτωση οφείλει να του βγάλει το καπέλο. Όντας κατηγορούμενος για παράνομη χρηματοδότηση από αμερικανό επιχειρηματία, καθώς και για «χλιδάτα» ταξίδια στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Μεταφορών, ο κ. Εχούντ Όλμερτ ανακοίνωσε πριν από λίγες μέρες την απόφασή του να παραιτηθεί. Και την αιτιολόγησε ως εξής: «Θα παραιτηθώ των καθηκόντων με έντιμο, δίκαιο και υπεύθυνο τρόπο (…) και εν συνεχεία θα αποδείξω την αθωότητά μου».

Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε την κίνηση του κ. Όλμερτ με αντίστοιχες περιπτώσεις πολιτικών στη χώρα μας που κατηγορούνται για διαφθορά, παράνομες χρηματοδοτήσεις κ.ο.κ., θα παρατηρήσουμε μια σημαντική διαφορά: Στην Ελλάδα οι πολιτικοί που βρίσκονται στη δίνη του κυκλώνα σπανίως έχουν την τόλμη να παραιτηθούν και στη συνέχεια να «αποδείξουν την αθωότητά τους». Κι όταν αυτό συμβαίνει, επί της ουσίας δεν πρόκειται για παραίτηση, αλλά για αποπομπή, η οποία βαφτίζεται «παραίτηση» για λόγους εντυπώσεων.

Είναι άραγε το πολυθρύλητο νέκταρ της εξουσίας που κλείνει ορισμένους πολιτικούς στον δικό τους μικροκόσμο, καθιστώντας τους αδιάφορους για το τι επιτάσσει η κοινή λογική σε αυτές τις περιπτώσεις; Ή μήπως η αλαζονεία, που παρατηρείται επίσης συχνά στους κόλπους της εξουσίας; Δεν έχει και τόση σημασία. Η εικόνα που μένει στον πολίτη είναι αυτή ενός πολιτικού που αρνείται πεισματικά να αφήσει τη θέση που κατέχει.

Για ποιο λόγο, όμως, να παραιτηθεί κάποιος πολιτικός από το αξίωμά του εφόσον –σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητας– είναι αθώος μέχρι να αποδειχτεί τελεσίδικα το αντίθετο, θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος. Αν και η κίνηση έχει το συμβολισμό της, ο λόγος είναι και (κυρίως) πρακτικός. Ουσιαστικά κατ’ αυτόν τον τρόπο λύνονται τα χέρια της Δικαιοσύνης. Ο κατηγορούμενος δεν θα δικαστεί ως πολιτικός (φέρνοντας έτσι σε δύσκολη θέση τους δικαστικούς λειτουργούς), αλλά ως απλός πολίτης. Και αν τελικώς αθωωθεί θα έχει την ευκαιρία να επανέλθει στην πολιτική εξαγνισμένος, καθαρός. Κυρίως, δε, θα έχει αποδείξει ότι δεν αισθάνεται «κολλημένος» με την καρέκλα. Πολύ περισσότερο, δεν θα φέρει το στίγμα του ανθρώπου που αθωώθηκε μόνο και μόνο επειδή ήταν δημόσιος λειτουργός…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 10.08.2008

Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2008

Η «περιπέτεια» του Πεκίνου και ο νόμος του Μέρφυ

Αν και μας χωρίζουν πέντε μέρες από την τελετή έναρξης του Πεκίνου, οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Κίνας μπορούν ήδη να χαρακτηριστούν… περιπετειώδεις. Πριν από λίγους μήνες τα γεγονότα στο Θιβέτ έβαλαν σε σκέψεις αρκετούς δυτικούς ηγέτες για το αν πρέπει να παραστούν στην τελετή έναρξης ή όχι. Μάλιστα πολλοί στη Δύση μίλησαν με καθόλου κολακευτικά λόγια για τις πρακτικές του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος (λογοκρισία, βία έναντι των Θιβετιανών μοναχών). Έπειτα, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή εξέφρασε τις ανησυχίες της για την πορεία των εργασιών στα γήπεδα, νοτιοκορεάτικο τηλεοπτικό δίκτυο διέρρευσε απόρρητα πλάνα από την πρόβα της τελετής έναρξης και το αμερικανικό Κογκρέσο μέσω ψηφίσματός του κατηγόρησε το Πεκίνο για τις επιδόσεις του στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, την περασμένη Πέμπτη, οκτώ μόλις μέρες πριν από την έναρξη των Αγώνων πέντε ρωσίδες αθλήτριες του στίβου αποβλήθηκαν από τους Αγώνες, καθώς βρέθηκαν θετικές σε έλεγχο χρήσης αναβολικών ουσιών.

Τέσσερα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών της Αθήνας άπαντες συζητούσαν για θέματα οργανωτικής φύσεως και, κυρίως, για το (εφιαλτικό) σενάριο μιας τρομοκρατικής επίθεσης –ήταν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους. Τελικά –με εξαίρεση την υπόθεση Κεντέρη – Θάνου– όλα κύλησαν ομαλά, οι Κασσάνδρες διαψεύσθηκαν και σήμερα μιλάμε ίσως για τους καλύτερους Αγώνες όλων των εποχών. Ποιος όμως μπορεί να ισχυρισθεί το ίδιο και για τους Αγώνες του Πεκίνου, χωρίς να κινδυνεύσει να εκτεθεί;

Αυτό που απασχολεί πολύ έντονα τους κινέζους αξιωματούχους τούτες τις μέρες δεν είναι καθαυτή η διοργάνωση, αλλά η εικόνα που θα περάσει η Κίνα στον υπόλοιπο κόσμο. Και αν αυτή η εικόνα δεν είναι καλή, απλώς την αποσιωπούμε ή την φτιασιδώνουμε. Έτσι, ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο σε συνοικία μεταναστών στο κέντρο της κινεζικής πρωτεύουσας καλύπτεται αυτές τις μέρες από παραπετάσματα, αφού οι ιδιοκτήτες των κτιρίων δεν αποδέχτηκαν την κατεδάφισή τους. Όταν δε στο site της Διεθνούς Αμνηστίας «ανέβηκε» έκθεση για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, η πρόσβαση στη συγκεκριμένη σελίδα απαγορεύτηκε. Πρόκειται για συνήθη πρακτική του καθεστώτος: όσες εφημερίδες, δημοσιογράφοι, χρήστες του διαδικτύου, ακόμα και μη κυβερνητικές οργανώσεις εναντιώνονται ή απλά διαφωνούν με τις κυβερνητικές θέσεις φιμώνονται…

Μόνιμη ανησυχία για τους διοργανωτές αποτελεί και η προστασία του περιβάλλοντος. Έχοντας δώσει υποσχέσεις για καθαρό περιβάλλον κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, η Κρατική Διοίκηση Περιβαλλοντικής Προστασίας θέσπισε μια αυστηρότερη περιβαλλοντική στρατηγική σε περίπτωση «εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών», στρατηγική που θα εφαρμοστεί μόνο κατά τη διάρκεια των Αγώνων. Ήδη τα εργοστάσια στην ευρύτερη περιοχή έχουν μειώσει την παραγωγή ή έχουν κλείσει. Την ίδια ώρα δύο εκατομμύρια οχήματα έχουν απομακρυνθεί από τους δρόμους της πρωτεύουσας, καθιστώντας τη ζωή των κατοίκων πιο δύσκολη.

Ενώ οι κινεζικές αρχές έχουν ήδη αρκετούς λόγους να προβληματίζονται, την Πέμπτη το βράδυ έγινε γνωστός ο αποκλεισμός πέντε αθλητριών της ρωσικής ομάδας, οι οποίες βρέθηκαν να έχουν καταναλώσει παράνομες ουσίες. Έτσι, ένα ακόμη σύννεφο κάνει την εμφάνιση του στον ουρανό του Πεκίνου. Όχι ότι προκάλεσε έκπληξη το γεγονός, καθότι το ντόπινγκ τείνει να γίνει συνώνυμο του (πρωτ)αθλητισμού, αλλά όσο να ‘ναι η εξέλιξη αυτή δεν είναι ό,τι καλύτερο τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Όπως γράφει ο Τζερέ Λόνγκμαν στους «New York Times», τα τελευταία γεγονότα έρχονται σε μια στιγμή που οι Αγώνες του Πεκίνου αντιμετωπίζονται με προβληματισμό για τη μόλυνση του περιβάλλοντος, τα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τους περιορισμούς στην πρόσβαση στο διαδίκτυο για τους 20.000 δημοσιογράφους που θα καλύψουν τους Αγώνες.

Σύμφωνα με τον νόμο του Μέρφυ αν κάτι ξεκινήσει στραβά δε μπορεί παρά να τελειώσει και στραβά. Ευχόμαστε οι αγώνες του Πεκίνου να στεφτούν με επιτυχία, αλλά τα ευχολόγια από μόνα τους μάλλον δεν αρκούν...

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 03.08.2008

Δευτέρα, Ιουλίου 28, 2008

Το Όσκαρ του Χιθ Λέτζερ

Είναι δυνατόν τα όσα γράφουν οι κριτικοί κινηματογράφου για την ερμηνεία ενός ηθοποιού (και μάλιστα σε δεύτερο ρόλο) να δημιουργήσουν τόσο θόρυβο, τόσες προσδοκίες και τόση αδημονία στο κοινό για την προβολή μιας ταινίας; Και αυτές οι προσδοκίες όχι μόνο να μην διαψεύδονται με την προβολή της, αλλά να συμπαρασύρουν και μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών και κριτικών κινηματογράφου; Ο «Σκοτεινός Ιππότης» του Κρίστοφερ Νόλαν πετυχαίνει όλα τα παραπάνω, ενώ κάνει νέο ρεκόρ εισπράξεων (153 εκατομμύρια δολάρια στο πρώτο σαββατοκύριακο προβολής). Είναι πράγματι μια πολύ καλοστημένη παραγωγή, με έναν αρκετά «γήινο» Μπάτμαν, ενώ δίνει βάρος περισσότερο στους χαρακτήρες και λιγότερο στα εφέ, εν αντιθέσει με τις προηγούμενες μεταφορές του ομώνυμου κόμικ στο σελιλόιντ. Ωστόσο, τις εντυπώσεις δεν κερδίζει ο άψογος Κρίστοφερ Νόλαν (σκηνοθεσία), ούτε ο πολύ καλός Κρίστιαν Μπέιλ (Μπάτμαν), αλλά ο Χιθ Λέτζερ ως Τζόκερ.

Ο Αυστραλός ηθοποιός έφυγε πρόωρα από τη ζωή στις 22 Ιανουαρίου σε ηλικία 29 ετών, μετά από υπερβολική κατανάλωση υπνωτικών χαπιών. Σε μια συνέντευξη του λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ο Λέτζερ είχε δηλώσει ότι η ερμηνεία του στον «Σκοτεινό Ιππότη» είναι ό,τι καλύτερο έχει κάνει στην καριέρα του. Πράγματι, ο Λέτζερ ερμηνεύει πειστικότατα και σχεδόν ανατριχιαστικά έναν μασκοφόρο αναρχικό που επιδιώκει να φέρει το χάος στην (φανταστική) πόλη Γκόθαμ. Αυτή η ερμηνεία, όμως, φαίνεται ότι τον στοίχειωσε. Μπήκε τόσο βαθιά στον ρόλο του παρανοϊκού κλόουν που δεν κατάφερε να διαχειριστεί τα συναισθήματα του. Έμενε άυπνος για νύχτες, αναγκάστηκε να παίρνει χάπια, ώσπου κατέρρευσε.

Ο Λέτζερ τα τελευταία χρόνια φαινόταν πιο ώριμος από ποτέ. Πριν από τρία χρόνια πρωταγωνίστησε στο εξαιρετικό «Brokeback Mountain», ανεβάζοντας κατακόρυφα τις μετοχές του στο κινηματογραφικό στερέωμα, για να έρθει ο ρόλος του Τζόκερ, η τελευταία του ολοκληρωμένη δουλειά. Ο «Χίθι» –όπως του άρεσε να τον αποκαλούν– θεωρείται το φαβορί για το Όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου και εν πολλοίς δικαιολογημένα. Δίνει σάρκα και οστά σε έναν «κακό» που θα θυμόμαστε για χρόνια. Δηλώσεις στήριξης της (μεταθανάτιας) υποψηφιότητάς του έχουν κάνει μεταξύ άλλων οι συμπρωταγωνιστές του στον «Σκοτεινό Ιππότη» σερ Μάικλ Κέιν και Γκάρι Όλντμαν, καθώς και ο διακεκριμένος Αμερικανός κριτικός του περιοδικού «Rolling Stone» Πίτερ Τράβερς.

Στον αντίποδα, ο κριτικός Τζέισον Σόλομονς υποστηρίζει στον «Guardian» ότι δε θα γινόταν τόση φασαρία αν δεν μιλάγαμε για το πολυαναμενόμενο μπλογκμπάστερ του καλοκαιριού και αν το φιλμ δεν είχε μετατραπεί ουσιαστικά σε επιτύμβιο του Λέτζερ. Ο Σόλομονς πιστεύει ότι το καλό μάρκετινγκ σε συνδυασμό με ένα φορτισμένο συναισθηματικά κοινό, δημιουργεί την απαίτηση να πάει το Όσκαρ στον Λέτζερ. «Κανείς δε θέλει να μιλήσει άσχημα για το νεκρό, ούτε να τον νικήσει στα βραβεία» καταλήγει.

Τι κι αν ο Λέτζερ δε μπορεί να συγκριθεί με άλλους κακούς του σινεμά όπως ο Μάρλον Μπράντο στο «Αποκάλυψη τώρα» ή ο Μπράιαν Κοξ στο «Χάνιμπαλ», όπως υποστηρίζει ο Βρετανός κριτικός. Ούτε βέβαια η προδιάθεση του κοινού δε μπορεί να μειώσει –πόσο μάλλον να αναιρέσει– μια σπουδαία ερμηνεία. Ναι, ο νεκρός πάντοτε δεδικαίωται. Όμως, ο Αυστραλός ηθοποιός, ο πρώτος μη Αμερικάνος και ο νεότερος σε ηλικία που υποδύεται τον Τζόκερ αξίζει με την ερμηνεία του το βραβείο. Και δε θα είναι καθόλου χαριστικό…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 27.07.2008

Δευτέρα, Ιουλίου 21, 2008

Ένας καλός συμβιβασμός

Είναι ένα ζήτημα το οποίο μας απασχολεί επί σχεδόν δύο δεκαετίες. Ο λόγος για την –μέσω της νομοθετικής οδού– αποσαφήνιση του πλαισίου που διέπει την λειτουργία των ιδιωτικών σχολών (κολεγίων) στη χώρα μας. Κυρίως δε υπό ποιες προϋποθέσεις θα αναγνωρίζονται τα πτυχία που αυτά παρέχουν και κατά συνέπεια τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων τους.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τα κολέγια –που λειτουργούν ως παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων– αποτελούν μαζί με ΑΕΙ, ΤΕΙ και ΙΕΚ τους πυλώνες της μεταλυκειακής εκπαίδευσης. Ωστόσο, τα πτυχία που παρέχουν δε θεωρούνται ισάξια των αντίστοιχων πανεπιστημιακών. Ουσιαστικά αυτό είναι που διαφοροποιεί τα κολέγια από ΑΕΙ και ΤΕΙ και αυτό επιχειρεί να «διορθώσει» ο νέος νόμος. Με τη ρύθμιση του υπουργείου Παιδείας επιδιώκεται να μπει μια τελεία στο ζήτημα, με την παράλληλη ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας 36/05 «που επιβάλλει την αναγνώριση των πτυχίων που χορηγούν τα παραρτήματα ευρωπαϊκών ΑΕΙ στην Ελλάδα».

Κατά τη γνώμη μας η αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των κολεγίων είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Με μια βασική προϋπόθεση: τον αυστηρό έλεγχο των συγκεκριμένων κέντρων σπουδών από το υπουργείο. Κάτι τέτοιο άλλωστε ορίζεται από τον νέο νόμο. Καταρχάς, τα κολέγια –επιτέλους!– περνούν στην δικαιοδοσία του υπουργείου Παιδείας (μέχρι σήμερα είναι στην αρμοδιότητα του υπουργείου Ανάπτυξης). Σύμφωνα με τη νομοθετική ρύθμιση –αναφέρει ρεπορτάζ της «Καθημερινής»– στα κολέγια θα τεθούν αυστηρές προδιαγραφές λειτουργίας, αντίστοιχες με αυτές του μητρικού (ευρωπαϊκού), ενώ παράλληλα συγκροτείται ανεξάρτητη επιτροπή αξιολόγησης και ελέγχου, στην οποία συμμετέχουν καθηγητές πανεπιστημίων και ΤΕΙ και εμπειρογνώμονες. Στην περίπτωση δε που κάποιο κολέγιο δεν συμμορφωθεί με τους όρους λειτουργίας που θα τεθούν προβλέπεται η επιβολή αυστηρών προστίμων και κυρώσεων που επιφέρουν μέχρι και οριστικό κλείσιμο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο νόμος είναι αυστηρός, αλλά επί της ουσίας δίκαιος. Και αυτό γιατί προσπαθεί να συγκεράσει την –εν πολλοίς δικαιολογημένη– καχυποψία του Έλληνα φοιτητή δημοσίου πανεπιστημίου για τα κέντρα ελευθέρων σπουδών και τον φόβο του για τυχόν απαξίωση του πτυχίου του με την επιτακτική ανάγκη εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Πολλοί θα θέσουν ζήτημα εφαρμογής του νόμου και δε θα έχουν άδικο. Στη χώρα μας δεν πάσχουμε νομοθετικά. Το πρόβλημα είναι η εφαρμογή των όσων ψηφίζει η Βουλή, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα και δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Είναι ωστόσο ένα ερώτημα που μένει να απαντηθεί.

Σχετικά με το ζήτημα της λειτουργίας κολεγίων από ιδιώτες ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση (21.9.1999) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) σε προσφυγή ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου κατά της χώρα μας. «Το κράτος», αναφέρει η απόφαση, «οφείλει να παρεμβαίνει μέσω των περιθωρίων αξιολόγησης που διαθέτει, για να αποτρέπει τις ταξικές συνέπειες από τη λειτουργία των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων. Οφείλει, εν τούτοις, να σέβεται την ελευθερία της Παιδείας και το δικαίωμα των γονέων να επιλέγουν ελεύθερα την εκπαίδευση των παιδιών τους». (Νίκος Αλιβιζάτος «Πέρα από το 16», Εκδ. Μεταίχμιο). Με άλλα λόγια το ΕΔΔΑ λέει ναι στην υπό αυστηρές προϋποθέσεις λειτουργία ιδιωτικών ιδρυμάτων. Έτσι ώστε αυτά να μην δίνουν πτυχία έναντι μόνο μερικών χιλιάδων ευρώ, παραβιάζοντας τον ανταγωνισμό με τα δημόσια πανεπιστήμια. Τα κριτήρια θα πρέπει να είναι και (κυρίως) ακαδημαϊκά.

Αν πάντως κάτι δείχνει ότι ο νόμος είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αυτό είναι η ταυτόχρονη αντίδραση αντιπολίτευσης και κολεγίων. Ο κ. Αλέκος Αλαβάνος μιλάει για πυρηνική βόμβα στα θεμέλια της δημόσιας εκπαίδευσης, επειδή προφανώς διαφωνεί (ή ηθελημένα αγνοεί) την προαναφερθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και τις κοινοτικές οδηγίες. Τα κολέγια αντιδρούν στις αυστηρές προδιαγραφές που θέτει το υπουργείο, διότι αυτές θα κάνουν τη ζωή τους πιο δύσκολη. Η έστω και από διαφορετική αφετηρία αντίδραση των δύο δείχνει κάτι. Είναι αυτό που έλεγε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Πορτογαλίας Ζοάο Ντε Ντέους Πινέιρο: «Καλός συμβιβασμός είναι εκείνος που δεν ικανοποιεί κανέναν, αλλά που όλοι μπορούν να αποδεχτούν».

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 20.07.2008

Δευτέρα, Ιουλίου 14, 2008

Όταν η τηλεόραση μας δείχνει τον δρόμο…

Ο Μάρτιν Σιν στο ρόλο του προέδρου των ΗΠΑ
Τζοσάια Μπαρτλέτ στη σειρά «The West Wing».

Σε καθημερινή σχεδόν βάση κατηγορούμε τους τηλεοπτικούς σταθμούς για το χαμηλό επίπεδο των προγραμμάτων τους. Δεν είναι μόνο το ύφος και ο τρόπος προσέγγισης των γεγονότων από αρκετές ειδησεογραφικές εκπομπές, ζήτημα στο οποίο έχουμε πολλάκις αναφερθεί από αυτήν εδώ τη στήλη. Ακόμα, αρκετά σίριαλ χαρακτηρίζονται από πλήρη έλλειψη φαντασίας, πρωτοτυπίας και εν τέλει βαθύτερου νοήματος. Όμως όλοι οι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις τους. Πολλές φορές η τηλεόραση πρωτοτυπεί και (μας) δείχνει τον δρόμο, είναι δηλαδή ένα βήμα μπροστά από την κοινωνία. Χωρίς, όμως, να απομακρύνεται από την πραγματικότητα.

Παραδείγματα καλής τηλεόρασης υπάρχουν πολλά. Στο πιο πρόσφατο από αυτά, δυο γυναίκες, μία Ισραηλινή και μία Παλαιστίνια παρουσιάζουν μια εκπομπή μαγειρικής στην ισραηλινή τηλεόραση, παρά τη διαφωνία του συγγενικού τους περιβάλλοντος, και –όπως γράφει ο βρετανικός «Independent»– δίνουν μια συνταγή διεξόδου από την αραβοϊσραηλινή σύγκρουση. Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η υπόθεση των «Καλών Προθέσεων», του σίριαλ που ξεκίνησε να προβάλλεται στην ισραηλινή τηλεόραση τον Ιούνιο, κέρδισε τις εντυπώσεις, έκανε πολύ καλά νούμερα και οδεύει προς την αντίπερα όχθη (Αλ Τζαζίρα).

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Μάρτιν Σιν υποδύεται στην εξαιρετική σειρά «The West Wing» («Η Δυτική Πτέρυγα») τον λαοπρόβλητο πρόεδρο Τζοσάια Μπαρτλέτ. Ο βραβευμένος με Νομπέλ Οικονομίας πολιτικός από το Νιου Χαμσάιρ, είναι –γράφει το avsite.gr– το απωθημένο κάθε ψηφοφόρου των Δημοκρατικών. Προοδευτικός, έξυπνος, με χιούμορ, φιλειρηνιστής κι υπέρμαχος του κοινωνικού κράτους. Αν και λευκός, ο Μπαρτλέτ, σε πολλούς θυμίζει αρκετά από πλευράς ιδιοσυγκρασίας, χαρακτήρα και κοσμοθεωρίας τον αφροαμερικανό υποψήφιο για την προεδρία, Μπαράκ Ομπάμα. Βέβαια, όταν ξεκίνησε να παίζεται η σειρά, το 1999, ο Ομπάμα ήταν ακόμα μέλος της Γερουσίας του Ιλινόις.

Στο «Commander in Chief» η Μακένζι Άλεν (Τζίνα Ντέιβις) γίνεται πρόεδρος των ΗΠΑ, διαδεχόμενη τον άρρωστο πρόεδρο Τέντι Μπρίτζες. Και όλα αυτά πολύ πριν η Χίλαρι Κλίντον αποφασίσει να διεκδικήσει –και όπως φάνηκε με αξιώσεις– το χρίσμα των Δημοκρατικών.

Σειρές σαν αυτές που προαναφέραμε απλώς αποδεικνύουν ότι η τηλεόραση ότι δεν είναι πάντοτε κομπάρσος της πραγματικής ζωής, ένας ξεχωριστός «γυάλινος» κόσμος. Αντιθέτως, πολύ συχνά προσεγγίζει «δύσκολα» θέματα με αξιοπρόσεκτη ωριμότητα, ενώ δείχνει το δρόμο στους πραγματικούς πρωταγωνιστές της ζωής. Αυτό βέβαια μπορεί να συμβεί μόνο αν η μικρή οθόνη δεν παίρνει διαζύγιο από την πραγματικότητα.

«Η Αμερική δεν είναι ο αστυνόμος της Γης. Δε θα επιβάλλει τις αξίες τις, τα ιδανικά τις σε όλο τον κόσμο» λέει ο πρόεδρος Μπαρτλέτ, κάνοντας πρόβα της ομιλίας που πρόκειται να εκφωνήσει στο Καπιτώλιο για την επανεκλογή του. Σταματάει, μειδιά και γυρνάει προς τους επιτελείς του: «Κοιτάξτε, ξέρω ότι εκπροσωπώ ένα ενιαίο χώρο, αλλά θέλω να εννοώ ό,τι λέω». Να που η τηλεόραση αποδεικνύει ότι μπορεί να είναι άκρως ρεαλιστική, ενίοτε δε και εξαιρετικά κυνική…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 13.07.2008

Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2008

Η χρηματοδότηση των κομμάτων

Λίγο η άσχημη οικονομική συγκυρία, λίγο η κατακόρυφη πτώση των ποσοστών του κόμματος στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές σε συνδυασμό με τη γενικότερη απαξίωση της πολιτικής, και οι βρετανοί Νέοι Εργατικοί βρίσκονται σε εξαιρετικά δυσχερή (οικονομικά) θέση: Αν δεν βρουν 30 εκατ. ευρώ εντός του καλοκαιριού –διαβάζουμε στον «Ελεύθερο Τύπο»– το κόμμα θα χρεοκοπήσει. Για να αποφύγουν την αρνητική αυτή εξέλιξη οι ιθύνοντες του κυβερνώντος κόμματος της Γηραιάς Αλβιόνας σκέφτηκαν κάτι –αν μη τι άλλο– πρωτότυπο. Στο «Γουέμπλεϊ», τον επονομαζόμενο «ναό του ποδοσφαίρου», θα βάλουν την ερχόμενη εβδομάδα σε πλειστηριασμό μια παρτίδα τένις με τον τέως πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ και ένα δείπνο με τον προπονητή της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ –και προσωπικό φίλο του πρωθυπουργού Γκόρντον Μπράουν– σερ Άλεξ Φέργκιουσον, έτσι ώστε να μαζέψουν τα χρήματα που χρειάζονται.

Κακά τα ψέματα. Πολιτική χωρίς (πολλά) χρήματα δε γίνεται. Φτάνει να αναλογιστεί κανείς τα ποσά που ξοδεύει ένα κόμμα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Αφίσες, προεκλογικές συγκεντρώσεις, διαφημιστικό υλικό, προσωπικό… Κι όταν οι φίλοι και τα μέλη σου γυρνάνε την πλάτη, τότε αναγκαστικά στρέφεσαι στην αγορά.

Κάπως έτσι είναι τα πράγματα και στην υπόθεση της Siemens. Μόνο που οι ελληνικοί κομματικοί φορείς –εν αντιθέσει με τους βρετανούς– χρησιμοποίησαν τον πατροπαράδοτο τρόπο (κάτω από το τραπέζι). Δεν υποστηρίζουμε, βέβαια, ότι οι βρετανοί πάνε με το σταυρό στο χέρι. Μόλις μερικούς μήνες πριν ο τέως πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ κατηγορήθηκε για τον τρόπο με τον όποιο χορηγούσε κατά τη διάρκεια της θητείας του τίτλους ευγενείας: έδειχνε «προτίμηση» στους χορηγούς του κόμματος του. Ωστόσο, λίγη φαντασία δε βλάπτει κανέναν. Κανείς δε θα ψέξει ένα κόμμα που αναζητά με ανορθόδοξο –πλην νόμιμο– τρόπο χρήματα για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες του. Το κόμμα θα κατηγορηθεί μόνο εάν παρανομήσει.

Και ερχόμαστε στο δια ταύτα. Είναι λογικό να χρηματοδοτούνται κόμματα από επιχειρήσεις; Είναι λανθασμένο το νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει στην Ελλάδα και απαγορεύει τις εισφορές επιχειρήσεων; Κατά τη γνώμη μας και στα δύο ερωτήματα η απάντηση είναι ναι. Όπως μπορεί ο οποιοσδήποτε πολίτης να συνεισφέρει σε ένα κόμμα, το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τις επιχειρήσεις. Με μια διαφορά: όλες οι χορηγήσεις θα πρέπει να δημοσιοποιούνται (μέσω διαδικτύου) –όπως συμβαίνει και στις Ηνωμένες Πολιτείες– έτσι ώστε να υπάρχει πλήρης διαφάνεια. Έτσι και τα κόμματα θα έχουν ρευστότητα χωρίς να παρανομούν και ο πολίτης θα μπορεί να βγάζει τα δικά του συμπεράσματα πριν πάει στις κάλπες.

Δεν είναι κακό επιχειρήσεις να χρηματοδοτούν κόμματα. Κακό είναι να μην ξέρουμε ποιος έδωσε πόσα και σε ποιον…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 06.07.2008

Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008

Η Τέχνη ως ακριβής επιστήμη

Το «Jesus Christ Superstar», η ροκ όπερα – φαινόμενο και ένα από τα μακροβιότερα μιούζικαλ στην ιστορία του Broadway ήρθε πέρυσι τον Απρίλιο και στη χώρα μας, για μερικές παραστάσεις στο θέατρο Μπάντμιντον. Το θέμα που πραγματεύεται, οι τελευταίες ημέρες του Χριστού και ο τρόπος με τον οποίον το προσεγγίζει προκάλεσε αντιδράσεις σε θρησκευτικούς κύκλους. Προσπερνάμε το παράλογο της αντίδρασης –πώς είναι δυνατόν να διαμαρτύρεσαι για κάτι που δεν έχεις δει;– καθότι η υπόθεση πήρε άλλες διαστάσεις: Ιδιώτης έστειλε στα δικαστήρια τον κ. Μιχάλη Αδάμ, πρόεδρο της εταιρίας που ανέλαβε τη διοργάνωση του μιούζικαλ στην Ελλάδα. Αιτία; Στο έργο –αναφέρει η μηνυτήρια αναφορά– «καθυβρίζετο κακόβουλα η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία». Σύμφωνα με το κατηγορητήριο «η Μαρία Μαγδαληνή εμφανίζεται στην παράσταση να βοηθά τον Ιησού Χριστό να χαλαρώσει κάνοντάς του μασάζ, με αλοιφή», ενώ «η σταύρωση και η ταφή παρουσιάζονται με τρόπο παραποιημένο απ ό,τι περιγράφονται στα Ιερά Ευαγγέλια».

Οι αιτιάσεις του ενάγοντος θα ήταν για γέλια, αν το ζήτημα δεν ήταν αρκετά σοβαρό. Και όταν λέμε σοβαρό ζήτημα δεν εννοούμε την υποτιθέμενη «καθύβριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας», αλλά τον τρόπο με τον οποίον προσεγγίζουν ορισμένοι την τέχνη: Στην προκειμένη περίπτωση με όρους Θεολογίας, ενώ σε άλλες περιπτώσεις (κινηματογραφικά έργα) ωσάν να πρόκειται για μεταφορά βιβλίου Ιστορίας στο σελιλόιντ.

Πριν μερικά χρόνια, ο γνωστός σκηνοθέτης και σεναριογράφος Όλιβερ Στόουν είχε δεχτεί έντονη κριτική από Έλληνες πολιτικούς και ιστορικούς για το έργο του «Αλέξανδρος» (αναφέρεται στη ζωή του Μ. Αλεξάνδρου). Ούτε λίγο ούτε πολύ τον κατηγόρησαν για παραποίηση της Ιστορίας. Η απάντηση που έδωσε ο Στόουν ήταν αφοπλιστική: «Εγώ δεν κάνω Ιστορία αλλά κινηματογράφο».

Αλήθεια, που τελειώνει η ελευθερία της Τέχνης (δηλαδή της έκφρασης); Πώς πρέπει να προσεγγίζουμε την Τέχνη, με όρους καλλιτεχνικούς ή καθαρά επιστημονικούς; Αν στο πρώτο ερώτημα η απάντηση είναι σχετική, στο δεύτερο τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά, σχεδόν ξεκάθαρα: η τέχνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά η πρωτότυπη (και σαφώς όχι επιστημονική) προσέγγιση ενός θέματος από έναν δημιουργό. Ο δημιουργός πλάθει ιστορία, δεν την αναπαράγει. Άρα το έργο (πρέπει να) εξετάζεται με αμιγώς καλλιτεχνικά κριτήρια και όχι με όρους ιστορικής ακρίβειας.

Υπάρχει και κάτι πιο επικίνδυνο από την λάθος κριτική σε λάθος ανθρώπους για παραποίηση της Ιστορίας: Το ότι ορισμένοι θέλουν να ποινικοποιήσουν την καλλιτεχνική δημιουργία. Είναι εντελώς διαφορετικό το να διαφωνείς με ένα έργο –έστω και για λάθος λόγους– με το να στέλνεις τον δημιουργό του (εν προκειμένω τον πρόεδρο της διοργανώτριας εταιρείας) στα δικαστήρια επειδή προσβάλει τα «χρηστά ήθη»!

Λένε ότι η Ιστορία δεν είναι ακριβής επιστήμη όπως τα Μαθηματικά. Ένα γεγονός μπορεί να ειδωθεί διαφορετικά ανάλογα την οπτική γωνία του ερευνητή. Η Τέχνη δεν είναι καν επιστήμη. Γιατί λοιπόν να τις δίνουμε παραπάνω ιδιότητες από αυτές που έχει;

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 29.06.2008

Δευτέρα, Ιουνίου 23, 2008

Όταν το Harvard ήρθε στην Ελλάδα

Ακούγεται κάπως παράξενα, όμως είναι αλήθεια: εδώ και μερικούς μήνες το φημισμένο αμερικανικό πανεπιστήμιο Harvard στεγάζεται (και) στην Ελλάδα! Στο Ναύπλιο, στο ανακαινισμένο κτίριο που λειτουργούσε κάποτε ως δημαρχείο της πόλης, βρίσκεται σήμερα το παράρτημα του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του σπουδαίου πανεπιστημίου. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι πρόκειται για το πρώτο παράρτημα του Harvard στην Ευρώπη. Όμως τι δουλειά έχει το Harvard στην Ελλάδα;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Harvard ιδρύθηκε το 1962 και αποτελεί ένα από τα Ερευνητικά Κέντρα του ομώνυμου πανεπιστημίου. Κινητήριος δύναμή του –διαβάζουμε στην ηλεκτρονική του διεύθυνση– είναι η ανάγκη επαναπροσέγγισης του ουμανιστικού οράματος των Ελλήνων. Έχοντας στο επίκεντρο την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα, το Κέντρο προσπαθεί να εξερευνήσει την πιο ευρεία έννοια του όρου «Ελληνικός», προσδιορίζοντας τον ελληνικό πολιτισμό ως τον καθολικό ουμανισμό που ξεπερνά τις διακρίσεις μεταξύ Ευρώπης και μη – Ευρώπης.

Αν και τα επίσημα εγκαίνια θα γίνουν στα τέλη του μήνα, το Κέντρο κλείνει αυτό το μήνα ένα χρόνο παρουσίας στη χώρα μας. Σε αυτό το διάστημα –αναφέρει ρεπορτάζ της «Καθημερινής»– το έχουν επισκεφτεί 18 φοιτητές από τις ΗΠΑ, μέσω υποτροφίας που τους κάλυψε τα αεροπορικά εισιτήρια και σημαντικό κομμάτι των εξόδων τους. Οι φοιτητές, στις δέκα μέρες που παρέμειναν στο Ναύπλιο, είχαν την ευκαιρία να κάνουν έρευνα και να παρακολουθήσουν σεμινάρια για την ελληνική γλώσσα και ιστορία. Ακολούθως, ανάλογα με τις σπουδές τους, πραγματοποίησαν πρακτική άσκηση σε ελληνικές επιχειρήσεις.

Μέσα στο 2008 το Κέντρο διοργάνωσε διαλέξεις για την ελληνική ιστορία και πολιτισμό. Ταυτόχρονα, μέσω της ολοκληρωμένης ψηφιακής βιβλιοθήκης του Κέντρου, φοιτητές και απλοί πολίτες είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης στην πλούσια βιβλιογραφία του πανεπιστημίου.

Από τον τρόπο λειτουργίας ενός πανεπιστημίου όπως το Harvard –αν ξεφύγουμε για λίγο από τη στείρα και μίζερη κουβέντα για τα μη κρατικά ΑΕΙ– μπορούμε να πάρουμε μερικά χρήσιμα μαθήματα για το πως πρέπει να είναι το πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα: δυναμικό, εξωστρεφές και ανοικτό στην κοινωνία. Δεύτερον, δεν μπορεί να λέγεται σοβαρό ένα Ανώτατο Ίδρυμα το οποίο αδιαφορεί παντελώς για την επιστημονική έρευνα, και αρκείται στην από καθέδρας θεωρητικολογία και την παπαγαλία. Η έρευνα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, κάτι που στην Ελλάδα –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– μας διαφεύγει.

Φυσικά δε χρειαζόταν να έρθει το Harvard στη χώρα μας για να καταλάβουμε πως πρέπει να λειτουργεί το σύγχρονο πανεπιστήμιο. Ας είναι όμως αυτή μια ευκαιρία για να αντιληφθούμε που υστερούν τα ελληνικά ΑΕΙ και να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε το χαμένο έδαφος. Δεν είναι δα και ντροπή να αντιγράψεις το Harvard…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 22.06.2008

Τρίτη, Ιουνίου 17, 2008

Τηλεοπτικοί μετασεισμοί

Τι ακολουθεί έναν μεγάλο (ή λιγότερο μεγάλο) σεισμό είναι λίγο έως πολύ γνωστό. Δε μιλάμε βέβαια για τη μετασεισμική ακολουθία, αλλά για τους τηλεοπτικούς μετασεισμούς. Ο προ εβδομάδος σεισμός στην Πελοπόννησο δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Για μια ακόμα φορά το χτύπημα του Εγκέλαδου διαδέχθηκαν οι ανθρώπινες ιστορίες, οι υπερβολές και οι κινδυνολογίες και –φυσικά– η κόντρα των σεισμολόγων για το ποιος προέβλεψε πρώτος το γεγονός.

Ο απεγκλωβισμός του εννιάχρονου κοριτσιού από το χωριό Φώσταινα συγκίνησε τους πάντες, γι’ αυτό και έπαιξε στα δελτία ειδήσεων. Το θέμα όμως έπρεπε να τελειώσει τη στιγμή που η μικρή βγήκε σώη και αβλαβής από τα ερείπια αυτού που κάποτε ήταν το σπίτι της. Φευ! Την επόμενη μέρα δημοσιογράφοι της τηλεόρασης επισκέφτηκαν το κοριτσάκι στο νοσοκομείο για να το ρωτήσουν πως αισθάνεται και αν φοβήθηκε! Αν και οι ερωτήσεις τους ήταν εξαιρετικά κοινότυπες, το θέμα είναι άλλο: ότι οι ρεπόρτερς λησμόνησαν –και δεν ήταν η πρώτη φορά– πως η μικρή κάνει προσπάθειες να ξεχάσει όσα τραγικά πέρασε κι ότι και μόνο η παρουσία των καμερών εκεί επιτείνει την ψυχική της φθορά, καθότι αναγκάζεται να ανακαλέσει στη μνήμη της τις δύσκολες στιγμές.

Όταν η ανθρώπινη ιστορία εξαντλήθηκε σειρά πήραν οι κόντρες των σεισμολόγων. Κόντρες άνευ ουσίας, βέβαια, μιας και πολύ λίγοι από τους προσκεκλημένους επιστήμονες αποφάσισαν να μιλήσουν… επιστημονικά. Στην πλειονότητά τους οι παρευρισκόμενοι στα τηλεπαράθυρα κοντραρίστηκαν για λάθος λόγους: διαφώνησαν για το ποιος προέβλεψε πρώτος τον σεισμό, μίλησαν για «επερχόμενους καταστροφικούς σεισμούς», αλλά απέφυγαν να επιχειρηματολογήσουν με επιστημονικό και προπαντός ψύχραιμο τρόπο για το τι σημαίνει το συγκεκριμένο γεγονός τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Όμως αυτή η τακτική δεν είναι καθόλου ανώδυνη. «Οι υπερβολές έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της ανησυχίας και της ανασφάλειας των πολιτών» σημειώνει σε συνέντευξη του στην «Ελευθεροτυπία» ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου κ. Γιώργος Σταυρακάκης. Η ανασφάλεια, αίσθημα ανησυχίας και φόβου για τα μελλούμενα, που παρατηρείται στις κοινωνίες μετά από καταστροφικά γεγονότα όπως π.χ. ένας σεισμός, επιτείνεται από την ανεύθυνη στάση μερίδας της επιστημονικής κοινότητας. «Μερικές φορές δεν γίνεται σεισμολογία, γίνεται παρασεισμολογία» καταλήγει ο κ. Σταυρακάκης, χαρακτηρίζοντας το φαινόμενο καθαρά ελληνικό.

Το χειρότερο είναι ότι οι τηλεοπτικές αψιμαχίες μεταξύ των σεισμολόγων δεν κάνουν κακό μόνο στην κοινωνία, ούτε απλώς μειώνουν την αξιοπιστία των –πανταχόθεν βαλλόμενων ούτως ή άλλως– δελτίων ειδήσεων, αλλά –όπως γράφει ο Πάσχος Μανδραβέλης στην «Καθημερινή»– «απαξιώνουν ένα ερευνητικό κλάδο». Είναι λογικό: όταν ένας ολόκληρος επιστημονικός κλάδος διασταυρώνει τα ξίφη του με κραυγές μέσω της τηλεόρασης και μάλιστα για θέματα ελάσσονος σημασίας, είναι προφανές πως χάνει σε αξιοπιστία.

Το «Βήμα» έθεσε την περασμένη Τρίτη μέσω του κύριου άρθρου του το θέμα στις σωστές του διαστάσεις: «Οι σεισμοί ταλαιπωρούν τη χώρα αιώνες. Οι σεισμολόγοι (με μερικές λαμπρές εξαιρέσεις) εδώ και μερικές δεκαετίες. Μπορεί μάλιστα να πει κανείς ότι ορισμένοι από αυτούς είναι σχεδόν το ίδιο επικίνδυνοι». Και για την κοινωνία και για την ίδια τους την επιστήμη…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 15.06.2008

Κυριακή, Ιουνίου 08, 2008

Περί προσωπικών δεδομένων

Η απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης προκάλεσε σάλο: Δίχως καμία προηγούμενη ειδοποίηση και χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος, εν μια νυκτί το υπουργείο Οικονομικών της γειτονικής χώρας αποφάσισε να αναρτήσει στο Διαδίκτυο τα φορολογικά στοιχεία όλων των πολιτών. Έτσι, για περίπου εικοσιτέσσερις ώρες, ο οποιοσδήποτε είχε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί πόσα βγάζει –πιο σωστά, πόσα δηλώνει ότι βγάζει– ο γείτονας, ο συνάδελφος και ο χ ή ψ διάσημος. Η ιταλική κοινή γνώμη αντέδρασε έντονα, το ίδιο και η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Εξ ου και η άμεση απόσυρση των στοιχείων.

Όμως η ζημιά είχε ήδη γίνει. Έστω και για μερικές ώρες, κομμάτι της ιδιωτικής ζωής των πολιτών είχε δημοσιοποιηθεί και μάλιστα χωρίς την προηγούμενη έγκρισή τους. Χειρότερα, η συγκεκριμένη ενέργεια δεν ήταν προϊόν υποκλοπής, αλλά είχε τη «σφραγίδα» του υπουργείου Οικονομικών! Είναι σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει κατάφορη παραβίαση αυτού που ονομάζουμε ιδιωτική σφαίρα. Κι αυτό γιατί είναι εντελώς παράλογο να δημοσιοποιούνται εισοδηματικού χαρακτήρα προσωπικά δεδομένα πολιτών χωρίς να υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος (π.χ. αξιόποινη πράξη).

Στη χώρα μας, πριν από λίγες μέρες ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Σωτήρης Χατζηγάκης ζήτησε από τους εισαγγελικούς λειτουργούς να δημοσιοποιούν –όπως ορίζει ο νόμος 3625/07– τα ονόματα των κατηγορουμένων σε υποθέσεις κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας. Στη συλλογιστική του κ. υπουργού λανθάνει η άποψη ότι «κάποιος είναι ένοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίου». Άποψη που είναι στον αντίποδα αυτού που ονομάζουμε τεκμήριο αθωότητας, «θεμελιώδους αρχής του δικονομικού μας πολιτισμού με υπερνομοθετική, μάλιστα, ισχύ» όπως σημειώνει ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κ. Δημήτρης Παξινός. («Τα Νέα», 28.05.2008). Είναι αυτές οι λεπτές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των εννοιών που μας διαφεύγουν όταν προσπαθούμε να υπεραπλουστεύσουμε τα πράγματα. Έτσι ξεχνάμε ότι εκτός του «ενόχου» και του «αθωωθέντος», υπάρχει και ο «κατηγορούμενος». Ο «κατηγορούμενος» δεν είναι ένοχος! Το αντίθετο μάλιστα: με βάση το τεκμήριο αθωότητας είναι αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του.

Το τεκμήριο αθωότητας είναι ουσιαστικά μια δικονομική δικλείδα προστασίας του πολίτη που κατηγορείται για κάποιο αδίκημα. Μέσω αυτού επιδιώκεται η αποφυγή της διαπόμπευσής του, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα αθώωσης του. Ο συγκεκριμένος νόμος είναι εντελώς λάθος, υποστηρίζει ο κ. Παξινός, γιατί «θα εκθέσει ανεπανόρθωτα την τιμή και υπόληψη πολλών συμπολιτών μας που, καιρό αργότερα, θα κριθούν αθώοι». Όμως στη συνείδηση μεγάλης μερίδας της κοινωνίας θα είναι «ένοχοι», επειδή τα Μέσα Ενημέρωσης δε θα ασχοληθούν με την αθώωση τους.

Τα δύο προαναφερθέντα περιστατικά δείχνουν με πόση ελαφρότητα προσεγγίζουν οι πολιτικοί –και κατ’ επέκταση έως ένα βαθμό και η ίδια η κοινωνία– τα ζητήματα που σχετίζονται με τα προσωπικά δεδομένα. Στο μεν πρώτο, κάποιοι θεώρησαν ότι τα οικονομικά στοιχεία των πολιτών πρέπει να γίνουν δημόσιο κτήμα γιατί «έτσι θα παταχθεί η φοροδιαφυγή» (sic). Στο δε δεύτερο, το τεκμήριο αθωότητας de facto καταργείται επειδή –όπως δήλωσε ο κ. Χατζηγάκης– «η κοινωνία μας και η κοινή γνώμη γενικότερα έχει ανάγκη να προστατευτεί από ειδεχθή εγκλήματα και ειδεχθείς εγκληματίες».

Όταν αντιμετωπίζουμε τα προσωπικά δεδομένα περίπου ως αναγκαίο κακό και όχι ως θεμελιώδη υποχρέωση του κράτους απέναντι στους πολίτες, τέτοιες προσεγγίσεις θα παρατηρούνται όλο και πιο συχνά. Ακούγεται επικίνδυνο και –ακόμα χειρότερα– είναι…

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 08.06.2008

Δευτέρα, Ιουνίου 02, 2008

Στη χώρα της τηλεοπτικής υπερβολής

Η υπόθεση με το μολυσμένο ηλιέλαιο κατέδειξε για μια ακόμα φορά –πέρα από την τραγική ολιγωρία των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους– το πως αντιλαμβάνεται μερίδα των μέσων ενημέρωσης, ιδίως ηλεκτρονικών, το ζήτημα της πληροφόρησης των πολιτών. Σε ένα ακόμη σοβαρό θέμα, τα κανάλια προέταξαν τον θόρυβο και τις κραυγές αντί της ψύχραιμης αποτίμησης των πραγμάτων. Ακόμα χειρότερα, κινδυνολόγησαν ασύστολα και εντελώς αβάσιμα: Την ώρα που η εκπρόσωπος τύπου της αρμόδιας επιτρόπου της Ε.Ε. για την Ασφάλεια των Τροφίμων, χαρακτήριζε την έκθεση στο μολυσμένο ηλιέλαιο «ανεπιθύμητη για ανθρώπινη κατανάλωση, αλλά όχι πρόβλημα για τη δημόσια υγεία», οι θαμώνες των τηλεπαραθύρων προσπαθούσαν να μας πείσουν για το ακριβώς αντίθετο.

Αν αναζητήσουμε τη γενεσιουργό αιτία αυτής της αισθητικής και ποιοτικής κατάπτωσης των –κατά πολλούς κατ’ ευφημισμόν και μόνον– δελτίων ειδήσεων, θα οδηγηθούμε στην μεγάλη μάχη για τα ποσοστά τηλεθέασης που ανακοινώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα η εταιρεία μετρήσεων AGB. Κι αυτό γιατί είναι κοινό μυστικό ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί επενδύουν πολλά στα δελτία ειδήσεων. Αφενός γιατί τα τελευταία είναι η «βιτρίνα» τους και φέρνουν ή διώχνουν τηλεθεατές και αφετέρου διότι τα έσοδα από τις διαφημίσεις είναι απολύτως συναρτώμενα με τα ποσοστά τηλεθέασης.

Μόνο που αυτή η μάχη για τα νούμερα, έχει και παράπλευρες επιπτώσεις στο επίπεδο της ποιότητας των ειδησεογραφικών προγραμμάτων. Παλαιότερα, το ζήτημα ήταν κυρίως αισθητικής φύσεως: αν δηλαδή μπορούσες να υπομείνεις τις κραυγές των σχολιαστών. Αυτές μοιάζουν εντελώς ανώδυνες μπροστά στον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζουν πλέον τα γεγονότα οι τηλεοπτικοί σταθμοί. Καταρχάς, φαίνεται πως έχουμε αποδεχτεί και τρόπον τινά «νομιμοποιήσει» ως τηλεθεατές (βλέπε ποσοστά τηλεθέασης) ένα νέο μοντέλο ενημέρωσης. Αυτό που βάζει σε πρώτο πλάνο το σχόλιο και σε δεύτερο την είδηση αυτή καθαυτή. Μόνο που αυτό δεν είναι δελτίο ειδήσεων, αλλά ενημερωτική εκπομπή. Πέραν τούτου, πολλές φορές οι τηλεοπτικοί δίαυλοι δεν αρκούνται στον –υπερβολικό έστω– σχολιασμό των γεγονότων, αλλά επιδιώκουν να δημιουργούν και τα δικά τους «γεγονότα». Όπως ακριβώς συνέβη και στην υπόθεση με το ηλιέλαιο, το οποίο από «μολυσμένο», έγινε περίπου «θανατηφόρο»…

Αυτή η υπερβολή, που ώρες ώρες αγγίζει τα όρια της διαστρέβλωσης, δημιουργεί έλλειμμα αξιοπιστίας στα μέσα που την μετέρχονται. Σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο τα καθιστά αναξιόπιστα στα μάτια των τηλεθεατών. Αξίζει το ρίσκο για μερικά παραπάνω νούμερα τηλεθέασης;

Δ. Τζ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θάρρος» στις 01.06.2008